20 Απριλίου 2016

Εκπομπή # 29 | Τέχνη, σθένος και ισχύς




Τέχνη, σθένος και ισχύς. Πώς κάποιοι άνθρωποι κατορθώνουν να επιβιώνουν ψυχικά ακόμα κι όταν συντρίβονται οι ελπίδες, οι προσδοκίες κι οι υποθέσεις στις οποίες έχουν στρατευτεί μέσα στη ζωή; Παραδείγματα και μαρτυρίες.


18 Απριλίου 2016

Μελαγχολία και Οικονομία



Καθώς οι αλαζόνες ηγέτες της ευρωπαϊκής Καρχηδόνας εξακολουθούν να περνούν τις ώρες τους παίζοντας με τα μπακαλοτέφτερά τους ενώ ο κόσμος καίγεται, νομίζουμε πως αξίζει να ρίξουμε ακόμα μια ματιά στη σκέψη ενός από τους πιο εξέχοντες προπάτορές τους. Σε τελική ανάλυση, για μια κληρονομιά πολύ συχνά μαθαίνεις περισσότερα ρωτώντας τον παππού παρά τα βουτυρόπαιδα τρισέγγονά του… Παρουσιάζουμε λοιπόν μια δική μας περίληψη από το άρθρο «Lhomo oeconomicus peut-il être mélancolique ?», της Céline Spector, στο εξαιρετικό φιλοσοφικό περιοδικό Klesis (2012). Οι επιμέρους τίτλοι είναι δικοί μας. - Σημ. HS

Από το 19ο αιώνα, η ιστοριογραφία καταπιάστηκε με το λεγόμενο «πρόβλημα Άνταμ Σμιθ». Είναι το εξής: ενώ στον Πλούτο των Εθνών (στο εξής ΠτΕ), που κυκλοφόρησε το 1776, ο Σμιθ ορίζει το ιδιοτελές συμφέρον ως θεμελιακό κίνητρο της κοινωνικής τάξης πραγμάτων, η κατά 20 χρόνια νεώτερη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων (ΘΗΣ) στηρίζεται στην έννοια της συμπόνιας και της ενσυναίσθησης, της ικανότητας «να μπαίνεις στη θέση του άλλου», η οποία απαγορεύει να σκεφτόμαστε τον άνθρωπο σαν ένα υπολογιστικό κι εγωϊστικό πλάσμα, οχυρωμένο μέσα στην υποκειμενικότητά του. Η φράση με την οποία ξεκινάει η ΘΗΣ είναι σαφέστατη:
«Όσο εγωϊστή κι αν θεωρήσουμε τον άνθρωπο, υπάρχουν χωρίς αμφιβολία μέσα στη φύση του ορισμένα στοιχεία, που τον οδηγούν να νοιάζεται για τη μοίρα των άλλων και κάνουν αναγκαία γι’ αυτόν την ευτυχία των άλλων, έστω κι αν δεν αποκομίζει από αυτό τίποτε άλλο πέρα από το να τους βλέπει ευτυχισμένους. Τέτοιου είδους στοιχεία είναι το έλεος και η συμπόνια» (μέρος Α’, κεφ. 1) .
Με δυο λόγια, ο Σμιθ φαίνεται να πλάθει δυο διαφορετικούς τύπους ανθρώπου: ο ένας τύπος ανάγει όλα τα πάθη στην επιθυμία βελτίωσης της ατομικής μοίρας, βεβαιώνοντας ότι η κοινωνία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να υπάρχει καθόλου καλοσύνη και αρετή∙ ο άλλος θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τα ηθικά συναισθήματα.

Είναι όμως έτσι;

Είναι γνωστό ότι ο ΠτΕ δεν είναι εγχειρίδιο ηθικής φιλοσοφίας. Θέματά του είναι το ύψος των μισθών, η συσσώρευση του κεφαλαίου και το ποσοστό κέρδους. Εδώ, ο Σμιθ υποστηρίζει πως οι άνθρωποι, στην τεράστια πλειοψηφία τους, αγωνίζονται να βελτιώσουν τη μοίρα τους «μέσα από την αύξηση της ατομικής περιουσίας τους»∙ και πως «από εδώ προκύπτει τόσο ο δημόσιος κι ο εθνικός όσο και ο ιδιωτικός πλούτος» (ΠτΕ, μέρος Β’, κεφ. 3).

Ωστόσο, ούτε η ΘΗΣ αποκλείει τα ιδιοτελή κίνητρα. Υποστηρίζει μάλιστα ότι, παρ’ όλο που μια κοινωνία ευημερεί περισσότερο και είναι πιο ευτυχισμένη όταν ανθίζουν εντός της «οι αρετές», αυτές δεν είναι αναγκαίες για να επιβιώσει ως κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, ο Σμιθ τηρεί στη ΘΗΣ αποστάσεις τόσο από τον επικούρειο ή χομπσιανό αναγωγισμό (που ανάγουν όλες τις αρετές στην φιλαυτία και την ιδιοτέλεια), όσο και από τον ηθικισμό του Φράνσις Χάτσεσον (που υποστήριζε την πανανθρώπινη και παντελώς ανιδιοτελή καλοσύνη)∙ και μάλιστα καταγγέλλει την άποψη ότι «η ιδιοτέλεια δεν μπορεί να είναι ενάρετη ποτέ, σε κανένα βαθμό και σ’ οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν στραφεί» (μέρος Β', κεφ. 3). Ίσα-ίσα, λέει, δεν πρέπει να υπερτιμάται η καλοσύνη και να υποτιμάται η ιδιοτέλεια: «Σε πολλές περιπτώσεις, το να νοιάζεται κανείς για το συμφέρον του και την ατομική του ευτυχία μπορεί να είναι ένα αξιοσέβαστο κίνητρο δράσης» (στο ίδιο).

Επομένως, αν κάτι αξίζει να μας προβληματίσει στο πέρασμα από το συμπονετικό κόσμο της ΘΗΣ στον ανελέητο κόσμο της ΠτΕ, δεν είναι τόσο η εξαφάνιση της έννοιας της συμπόνιας, όσο η εμφάνιση ενός στοχασμού πάνω στις ανορθολογικές συνέπειες της απληστίας, ειδικά στην πιο στενή ή πρωτογενή μορφή της. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, εδώ, πολύ περισσότερο απ’ τους έμπορους –οι οποίοι νοιάζονται μόνο για το πώς θα επικρατήσουν στον ανταγωνισμό, ακόμα και σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος–, ο Σμιθ δείχνει με το δάχτυλο τους Κονκισταδόρες, που τυφλωμένοι από την απληστία, έτρεχαν ν’ ανακαλύψουν το μυθικό Ελντοράντο χωρίς να σκέφτονται ότι, όσο περισσότερο χρυσάφι ανακάλυπταν, τόσο περισσότερο θα υποτιμούνταν και θα έπεφτε η τιμή του χρυσού (ΘΗΣ, μέρος Α’, κεφ. 11)! Οι άνθρωποι λοιπόν, συμπεραίνει, αφήνονται συχνά να παρασυρθούν από «παράξενες ψευδαισθήσεις».

Η μελαγχολία ως αποκάλυψη 

Προκύπτει έτσι το ερώτημα: μήπως θα ήταν σωστότερο να πούμε ότι ο Άνταμ Σμιθ δεν έβλεπε καμιά αντίθεση μεταξύ συμφέροντος και συμπόνιας, ή μεταξύ οικονομίας και ηθικής, αλλά μάλλον μια αντίθεση μεταξύ δυο διαφορετικών τύπων ­συμφέροντος; Από τη μια, δηλαδή, ένα συμφέρον ενσυνείδητο και διαυγές, έστω κι αντίθετο καμιά φορά προς το δημόσιο συμφέρον, και από την άλλη ένα συμφέρον τυφλό και επιρρεπές σε ψευδαισθήσεις;

Τα ερωτήματα αυτά μας επιβάλλουν να ξαναγυρίσουμε τη ΘΗΣ για να δούμε μήπως μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτήν μια συγκεκριμένη άποψη πάνω στην κοινωνία και τη λειτουργία της εμπορευματικής τάξης πραγμάτων στο εσωτερικό της. Αν η οικονομία είναι απλώς ένας τομέας της κοινωνίας στον οποίο δεν βασιλεύει η συμπόνια, τότε μήπως θα πρέπει να εξετάσουμε και να κρίνουμε τις οικονομικές συμπεριφορές μέσα από τη σκοπιά του κοινωνικού; Τι ρόλο παίζει εδώ το ιδιοτελές συμφέρον;

Στο τέταρτο μέρος της ΘΗΣ, με τίτλο «Η επίδραση της χρησιμότητας στο αίσθημα της επιδοκιμασίας», ο Σμιθ εξηγεί ότι η απόλαυση που νιώθει ένας φτωχός όταν βλέπει αντικείμενα τέχνης και χλιδής, μπορεί να εξηγηθεί αν τη δούμε σαν μια έκφραση της ικανότητας «να μπαίνεις στη θέση του άλλου» –εν προκειμένω, του πλούσιου. Έτσι ο φτωχός νιώθει, προς στιγμήν, πλούσιος. Όμως την ίδια στιγμή, ο Σμιθ τονίζει πόσο ανορθολογική είναι η ματαιοδοξία που συνδέεται με την κατοχή αυτών των συμβόλων πλούτου: η απόκτηση ενός σωρού επιπόλαιων μπιχλιμπιδιών δεν μπορεί ποτέ να φέρει την ποθούμενη ευδαιμονία.

Γράφει πάνω σ’ αυτό:
«(…) με την κατάπτωση που φέρνουν η αρρώστια και τα γερατειά, χάνεται και η κενοδοξία του μεγαλείου. Δεν λέει πια τίποτα στον άρρωστο και το γέρο. Ο γιός του φτωχού που μεγαλοπιάστηκε, κακολογεί μες στην καρδιά του τη φιλοδοξία και μετανιώνει για τη ραθυμία της νιότης του, για τις οποίες μάταια θυσιάστηκε κυνηγώντας αυτά που τώρα πια, που τα ‘χει αποκτήσει, δεν του δίνουν καμιά αληθινή ικανοποίηση. Όποιος χτυπιέται απ’ τη μελαγχολία ή την αρρώστεια, παύει να μεγαλοπιάνεται και προσέχει τώρα να εξετάσει προσεκτικά την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί, ώστε να δει τι είναι αυτό που πραγματικά του λείπει για να είναι ευτυχισμένος. Τότε, ο πλούτος και η ισχύς φανερώνουν το αληθινό τους πρόσωπο: δεν είναι τίποτε άλλο παρά τεράστιες πολύπλοκες μηχανές, καμωμένες από τα πιο λεπτά κι ευαίσθητα κίνητρα, για να παράγουν μάταια υλικά μπιχλιμπίδια κυρίως για την ικανοποίηση του σώματος.»
Αυτή είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση, λέει ο Σμιθ, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η εμπορική-εμπορευματική­ κοινωνία. Ο γιός του φτωχού τσακίζεται στη δουλειά όλη του τη ζωή ελπίζοντας να γλυτώσει απ’ τα δεινά που γεννάει η ίδια του η δουλειά. Κι όπως ονειρεύεται ν’ αποκτήσει όλα εκείνα που πιστεύει πως υπόσχονται την υπέρτατη ευδαιμονία, στο τέλος τού απομένουν μόνο βάσανα, έγνοιες και ταλαιπωρίες. Κοιτάζοντας έτσι προς τα πίσω τη ζωή του, ο γιός του φτωχού καταλαβαίνει πως ο φρενιτιώδης αγώνας του ήταν εντελώς μάταιος. Η πολύπλοκη και σπάταλη «μηχανή» του πλούτου δεν παράγει παρά κάποια επιδερμικά μπιχλιμπίδια, για το σώμα περισσότερο παρά για το πνεύμα. Τότε, συνεχίζει, εμφανίζεται η μελαγχολία, αποκαλύπτοντας την αλήθεια των πραγμάτων κι εξανεμίζοντας τις ψευδαισθήσεις: χάρη στη μελαγχολία, το άτομο συνειδητοποιεί στο τέλος της ζωής του πως το κυνήγι του πλούτου και του μεγαλείου δεν μπόρεσε να του προσφέρει τα αγαθά, την ασφάλεια και τη χαρά που τόσο ποθούσε.

Με άλλα λόγια, η μελαγχολία φαίνεται πως αποκαλύπτει την αλήθεια του homo oeconomicus, ο οποίος δουλεύει ασταμάτητα και ξεθεώνεται για να «πετύχει». Αυτό που μας δείχνει η μελαγχολία, είναι η αδυσώπητη αποτυχία ενός τέτοιου σχεδίου και οράματος ζωής –άρα, με μια έννοια, τη βαθιά ανορθολογικότητα της οικονομικής ορθολογικότητας.

Η χρησιμότητα των ψευδαισθήσεων

Όμως αυτό σήμαινε για τον Άνταμ Σμιθ πως η ίδια η οικονομική τάξη πραγμάτων, και επομένως η εμπορευματική κοινωνία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κόσμος πλάνης και ψευδαισθήσεων, ανίκανος να εξασφαλίσει στους ανθρώπους την ευτυχία που τους υπόσχεται; Πρότεινε μήπως μια επιστροφή στην αριστοτελική κριτική της «χρηματιστικής», δηλαδή της επιθυμίας που καθώς συγχέει τους σκοπούς με τα μέσα γίνεται αχαλίνωτη;

Όχι!, απαντάει ο φιλόσοφος Σμιθ τονίζοντας, απεναντίας, την καταπληκτική χρησιμότητα αυτής της πλάνης: 
«Ευτυχώς που η φύση μάς ξεγελάει μ’ αυτό τον τρόπο. Διότι αυτή η πλάνη, αυτή η ψευδαίσθηση βάζει μπροστά και συντηρεί την αδιάκοπη κίνηση της ανθρώπινης επινοητικότητας. Αυτή παρακίνησε τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν τη γη, να χτίσουν σπίτια, να ιδρύσουν πόλεις και Κράτη, να κάνουν εφευρέσεις και να βελτιώσουν όλες τις επιστήμες κι όλες τις τέχνες που ομορφαίνουν κι εξευγενίζουν την ανθρώπινη ζωή. Αυτή άλλαξε ολοκληρωτικά την όψη του κόσμου, μεταμόρφωσε τα φυσικά κι άγρια δάση σε γόνιμες κι ευχάριστες πεδιάδες, αυτή πήρε τον αδιάβατο κι άγονο ωκεανό και τον έκανε πηγή τροφής και γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στα διαφορετικά έθνη της γης.» (ΘΗΣ, στο ίδιο κεφάλαιο)!!!
Με άλλα λόγια, αν και η μελαγχολία αποκαλύπτει την οικονομική ανορθολογικότητα, η αλήθεια της εμπορευματικής κοινωνίας δεν βρίσκεται στην απομάγευσή της, διότι σε τελική ανάλυση, κατά τον Σμιθ, η μελαγχολία δεν αποτελεί τη γνήσια, ορθολογική και ηθική οπτική γωνία από την οποία μπορούμε να κρίνουμε την εμπορευματική κοινωνία. Ίσα-ίσα, σε ένα στάδιο της ανάπτυξής της τουλάχιστον, η κοινωνία αυτή λειτουργεί, λέει, χάρη στη δύναμη της φαντασίας, η οποία διεγείρει το θαυμασμό –τη μάγευση– των συμβόλων επίδειξης του πλούτου και της επιτυχίας, και μ’ αυτό τον τρόπο δικαιολογεί τους κόπους και τις θυσίες των ανθρώπων. Διότι,
«αμέσως μόλις μας αφήσει λίγο η μελαγχολία, μας συνεπαίρνει και πάλι ο θαυμασμός για τα πλούτη των ανακτόρων και των ισχυρών, θαυμάζουμε ξανά το πώς είναι έτσι καμωμένα ώστε να τους εξασφαλίζουν την ευδαιμονία, να προλαβαίνουν τις ανάγκες τους, να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, να διασκεδάζουν ακόμα και τις πιο επιπόλαιες ορέξεις τους. Βέβαια, αν εξετάζαμε αυτή καθαυτή την αληθινή ικανοποίηση που μπορούν όλ’ αυτά να τους προσφέρουν, θα βρίσκαμε πως είναι μηδαμινή και τιποτένια. Όμως πολύ σπάνια την εξετάζουμε μ’ αυτή την αφηρημένη και φιλοσοφική ματιά. Τον περισσότερο καιρό την συγχέουμε στη φαντασία μας με την τάξη, την αρμονική και ομαλή κίνηση του συστήματος, της μηχανής ή της οικονομίας, χάρη στην οποία παράγεται. Γι’ αυτό το λόγο, οι απολαύσεις του πλούτου και της ισχύος διεγείρουν τη φαντασία μας σαν να είναι αυτές οι ίδιες κάτι το σπουδαίο, το όμορφο και το ευγενές, που η απόκτησή του δικαιολογεί απόλυτα τους κόπους και το άγχος που του αφιερώνουμε» (στο ίδιο).
Ένα φατούρο από αόρατα χέρια...

Με αυτό τον τρόπο, η ΘΗΣ σκιαγραφεί ένα μοντέλο εναρμόνισης των ιδιωτικών συμφερόντων μέσω της χλιδής, κίνητρο της οποίας δεν είναι άλλο από τη ματαιοδοξία. Διότι, λέει, μόλις οι πλούσιοι κι οι ισχυροί ικανοποιήσουν τις «ανάγκες του στομαχιού», θ’ αρχίσουν να διανέμουν το περίσσευμα σε όλους εκείνους που μετέχουν στην οικονομία του πλούτου τους (όσους φτιάχνουν τα μπιχλιμπίδια που τους αρέσουν, συγυρίζουν τα παλάτια τους, τους υπηρετούν, κ.ο.κ.). Ας είναι δηλαδή καλά οι πλούσιοι κι οι ισχυροί, που μαγεύονται από τη χλιδή, κι έτσι μένει περίσσευμα ώστε να τρώνε κάτι κι οι φτωχοί!

Συμπέρασμα;
«Οδηγημένοι λοιπόν από ένα αόρατο χέρι, οι άνθρωποι πραγματοποιούν τελικά την ίδια πάνω-κάτω διανομή των απαραίτητων προς το ζην με αυτήν που θα πραγματοποιούνταν εάν η γη μοιράζονταν σε ίσα κομμάτια σε όλους τους κατοίκους της –κι έτσι, άθελά τους, οι πλούσιοι κι οι ισχυροί, υπηρετούν τα συμφέροντα της κοινωνίας και παρέχουν τα μέσα για τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπινου είδους» (στο ίδιο)!!!
Μεγαλείο! 

Βρισκόμαστε με άλλα λόγια ήδη μέσα στον κόσμο του ΠτΕ;  Ναι, αλλά και όχι ακριβώς. Διότι ενώ στη ΘΗΣ, όπως το είδαμε, το απατηλό κυνηγητό του πλούτου και της χλιδής οδηγεί τελικά στην οικονομική ευμάρεια της κοινωνίας, στην ΠτΕ, αντίθετα, αυτό το ίδιο κυνηγητό οδήγησε στην κατάρρευση τη φεουδαρχία καθώς οι φεουδάρχες έπαψαν σιγά-σιγά να συντηρούν τους υπηρέτες και τους υποτελείς τους προτιμώντας τα βιοτεχνικά προϊόντα –με αποτέλεσμα τον πραγματικό θρίαμβο της εμπορευματικής κοινωνίας και του δικού της, «κυριολεκτικά ορθολογικού» κατά τον Σμιθ, τρόπου διακυβέρνησης.

Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά αυτή ανάμεσα στη ΘΗΣ και την ΠτΕ είναι περισσότερο μια διαφορά πάνω στα μέσα επίτευξης του ίδιου σκοπού. Επί της ουσίας, ο μελαγχολικός άνθρωπος, με τη διαυγή επίγνωση της ματαιότητας των ακατάπαυστων κόπων του, εξαφανίζεται τελικά από τη σκέψη του Άνταμ Σμιθ για χάρη της ωδής «στην πρόοδο και την ευμάρεια της κοινωνίας».

Κι όποιον πάρει ο χάρος...

14 Απριλίου 2016

Η σχιζοφρένεια των καιρών μας



 Η κοινότητα είναι ένα πλασματικό σώμα, το οποίο συντίθεται από τα άτομα που θεωρούνται συστατικά στοιχεία του ως μέλη του. Ποιο είναι επομένως το συμφέρον της κοινότητας; Είναι το άθροισμα των συμφερόντων των διαφόρων μελών που την απαρτίζουν. 
Τζέρεμι Μπένθαμ, An Introduction to the Principles of Morals and Legislation,  
κεφ. 1, IV (1823)

Η κοινωνία είναι κάτι το ανύπαρκτο. 
Αυτό που υπάρχει είναι άτομα, άντρες και γυναίκες, και  οικογένειες.
Μάργκαρετ Θάτσερ,  στο Women's Own Magazine (1987)


Αλαίν Καγιέ
«Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι –με τη συνδρομή της παγκοσμιοποίησης και του υπερφιλελευθερισμού– ο κόσμος μας, το σύνολο της κοινωνικής ύπαρξής μας, τείνουν ολοένα και περισσότερο να οργανώνονται σύμφωνα με μια πανταχού παρούσα εμπορευματική λογική και να υποτάσσονται στις αρχές της αγοράς και της γενικευμένης οικονομίας. Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα, εάν ο πυρήνας αυτής της εξέλιξης είναι ο ωφελιμισμός. Θα ήταν δύσκολο ν’ απαντήσουμε θετικά αν μέναμε σ’ ένα στενό, ή μάλλον υπερβολικά στενό ορισμό του ωφελιμισμού. 

Αν λ.χ. ορίζαμε τον ωφελιμισμό του Μπένθαμ όπως ο ιστορικός Ελί Αλεβί, δηλαδή εντοπίζοντάς τον στην ιδέα περί μιας τεχνητής εναρμόνισης των συμφερόντων, η οποία συνεπάγεται ένα ενεργητικό κρατικό παρεμβατισμό, τότε θα λέγαμε ότι ο ωφελιμισμός βρίσκεται στους αντίποδες του φιλελευθερισμού και πως αντιτίθεται στην παντοκρατορία των αγορών. Θα έμοιαζε μάλιστα πολύ πιο συγγενικός με τις σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές ιδέες περί σχεδιασμού της οικονομίας. Σε τελική ανάλυση, δεν είναι αλήθεια ότι αυτό το ιδεώδες αποτελεί την πεμπτουσία των επικλήσεων του Μπένθαμ σ ένα ορθολογικό νομοθέτη; Αυτό ακριβώς πίστευε ο Χάγιεκ, ο κυριότερος στοχαστής και προφήτης του σύγχρονου υπερφιλελευθερισμού, ο οποίος κατακεραύνωνε τσουβαλιάζοντάς τους μαζί τον ολοκληρωτισμό, το σοσιαλισμό, το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης και τον ωφελιμισμό.

Ωστόσο, τέτοιου είδους ταυτίσεις είναι πολύ βιαστικές. Πρώτα-πρώτα δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, σε ό,τι αφορά την οικονομία, ο Μπένθαμ θεωρούσε τον εαυτό του απλά και σκέτα οπαδό του Άνταμ Σμιθ. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως, όπως το έδειξε ο Καρλ Πρίμπραμ μετά τον Σουμπέτερ, τόσο η κλασική όσο και στη συνέχεια η νεοκλασική φιλελεύθερη πολιτική οικονομία γεννήθηκαν κι αναπτύχθηκαν εντελώς μέσα στο πλαίσιο σκέψης που είχε εγκαινιάσει ο ωφελιμισμός. Για να το πω με συντομία, εάν ο Μπένθαμ είναι ο θεωρητικός της τεχνητής εναρμόνισης των συμφερόντων στο πεδίο του δικαίου, της ηθικής και της νομοθεσίας, στο πεδίο της οικονομίας υποστηρίζει σαφώς, όπως και όλοι οι φιλελεύθεροι, ότι τα επιμέρους συμφέροντα εναρμονίζονται με τρόπο φυσικό και όχι τεχνητό. 

Επομένως, ο δεσμός μεταξύ ωφελιμισμού και φιλελευθερισμού είναι στενός –και το μαρτυρά πάρα πολύ εύγλωττα η πορεία που ακολούθησαν ο Τζέιμς Μιλλ και ο γυιός του, ο Τζων Στούαρτ Μιλλ. Χωρίς να είναι καθόλου μονοσήμαντος (ένα ισχυρό ωφελιμιστικό υπόστρωμα συναντάμε και στο σοσιαλισμό), ο δεσμός αυτός εξηγείται αρκετά λογικά από το πρώτο αξίωμα του ωφελιμισμού, σύμφωνα με το οποίο κάθε κοινωνική πράξη ανάγεται σε υπολογισμούς ατομικών συμφερόντων, τα οποία, ακόμα κι αν δεν τα θεωρήσουμε καθαρώς ‘‘εγωϊστικά’’, είναι πάντως εκφράσεις φιλαυτίας. Ε, λοιπόν, στην ίδια ακριβώς αρχή στηρίζεται ο υπερφιλελευθερισμός: κατ' αυτόν, τα μόνα κίνητρα που μετρούν και είναι πραγματικά, είναι τα κίνητρα που εδράζονται στον υπολογισμό των αυστηρώς ατομικών συμφερόντων –επομένως, συμπεραίνει, κάθε ηθική ή ρύθμιση που εμπνέεται από άλλου είδους κίνητρα, είναι ονειροφαντασία καταδικασμένη στην αποτυχία. […]

Βεβαίως, είναι σαφές ότι υπάρχει και ένας τύπος φιλελευθερισμού που δεν στηρίζει την επιχειρηματολογία του στον ωφελιμισμό τύπου Μπένθαμ, αλλά σε ένα πολύ διαφορετικό ύφος επιχειρημάτων. Αυτός μάλιστα είναι εκείνος που κατά βάση εννοούμε όταν μιλάμε σήμερα για φιλελευθερισμό. Πρόκειται για μια επιχειρηματολογία συμβολαιοκρατικού τύπου, ο δεσμός της οποίας με το φιλελευθερισμό είναι ολοφάνερος στα επιχειρήματα του Λοκ παλιότερα και σήμερα του Ρωλς. Όμως είναι ωφελιμιστική αυτή η συμβολαιοκρατία;

Ασφαλώς όχι, εάν ταυτίζουμε τον ωφελιμισμό με τον μπενθαμισμό, διότι ο Μπένθαμ δεν έπαυε να ειρωνεύεται όσους στήριζαν τους συλλογισμούς τους σε κάποια ανύπαρκτη ‘‘φυσική κατάσταση’’, ή σε εξωπραγματικά ‘‘ανθρώπινα δικαιώματα’’. Παρ’ όλα αυτά, οι αξιωματικές αρχές της φιλελεύθερης συμβολαιοκρατίας και του ωφελιμισμού είναι ίδιες: και οι δυο δίνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα διαχωρισμένα μεταξύ τους, ρασιοναλιστικά και υπολογιστικά άτομα. Κι αν βάλουμε στη άκρη μια σειρά από διαφωνίες τους πάνω στον ορισμό και το μέτρο αυτού του ‘‘μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων’’, στα οποία ‘‘πρέπει να εξασφαλίζεται η ευδαιμονία’’ –διαφωνίες που δεν είναι και τόσο σίγουρο κατά πόσον είναι ουσιαστικές ή απλώς τεχνικές–, τόσο οι ωφελιμιστές όσο και οι συμβολαιοκράτες συμφωνούν ευρύτατα πάνω στον κανονιστικό στόχο της ‘‘μέγιστης ευδαιμονίας’’. Αυτή ορίζει, σύμφωνα με αυτούς, το τι εστί δίκαιο. Γι’ αυτό δεν είναι και τόσο παράξενο που ο σημερινός ‘‘πάπας’’ της ωφελιμιστικής παράδοσης, Τζων Χάρσανι, διακηρύσσει ότι η επιχειρηματολογία του Ρωλς και η δική του είναι σε τελική ανάλυση ταυτόσημες και πως κατά κάποιον τρόπο ανακάλυψε τον ρωλσισμό (και κυρίως τον κεντρικό θεωρητικό μύθο περί ‘‘πέπλου άγνοιας’’) πριν απ’ τον Ρωλς. […]

Όλες αυτές οι ρασιοναλιστικές κατασκευές ξεκινούν πάντοτε κραυγάζοντας με στεντόρεια φωνή, ότι εδράζονται ‘‘στο απτό δεδομένο της πανταχού παρουσίας του υπολογιστικού συμφέροντος’’ και ότι, επομένως, ο τρόπος με τον οποίον προσδιορίζουν στη συνέχεια τους κανόνες της ηθικής και της δικαιοσύνης είναι εντελώς ορθολογικός, αντικειμενικός κι επιστημονικός … για να μπάσουν στο τέλος, μάλλον σύντομα, από την πίσω πόρτα την εικόνα των ατομικών υποκειμένων, τα οποία υποτίθεται πώς είναι a priori ηθικά, ή που τελοσπάντων στους υπολογισμούς τους θα πάρουν υπόψη μόνο τις δεδομένα εξαρχής ηθικές ‘‘προτιμήσεις’’ τους. Με άλλα λόγια, ενώ ισχυρίζονται ότι οι θεωρίες τους υπερβαίνουν χάρη στον ορθό λόγο αυτό που ο Ρώλς ονομάζει περφεξιονισμό [προώθηση ιδανικών προτύπων ‘‘καλής ζωής’’], ξαναπέφτουν αδιάκοπα στο φαύλο κύκλο επιμένοντας να ορίζουν ως ηθικούς και δίκαιους τους κανόνες που θα επέλεγαν τα ηθικά και δίκαια άτομα. […]

Όσο για τη σχέση μεταξύ ωφελιμισμού και οικονομισμού, η απάντησή μου είναι: ναι, ασφαλώς συνδέονται! Αυτό προκύπτει από το πρώτο αξίωμα του ωφελιμισμού, που δεν είναι άλλο από την πράξη γέννησης του homo oeconomicus. 

Υπάρχει το ερώτημα: η κριτική του οικονομιστικού αξιώματος («ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αριθμομηχανή») καταγγέλλει επίσης το κανονιστικό αξίωμα που ταυτίζει τη δικαιοσύνη με τη γενική ευδαιμονία; Τι μπορεί να προσάψει κανείς σ’ αυτό το αξίωμα; Πρώτα-πρώτα, το ότι συνδέεται άρρηκτα, αν και με τρόπο παράδοξο και αντιφατικό, με το οικονομιστικό αξίωμα. Διότι υπάρχει πράγματι  παραδοξότητα και αντινομία εδώ. Εάν θέσουμε ως δίκαιο την επιδίωξη σε κάθε περίπτωση και για το καθετί της ευδαιμονίας του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων, λέγοντας ότι είναι λογική προέκταση της υπόθεσης ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν να ικανοποιούν αποκλειστικά το ιδιοτελές συμφέρον τους και ότι αποκλείεται να δεχτούν οποιοδήποτε άλλο ιδεώδες, τότε οδηγούμαστε σε μια ανυπέρβλητη αντίφαση: πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε ταυτόχρονα τον ‘‘εγωϊσμό’’ και τον ‘‘αλτρουϊσμό’’;  Και αν πούμε ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στο είναι και το δέον, ανάμεσα στην περιγραφική και την κανονιστική πρόταση, τότε καταδικαζόμαστε σε σχιζοφρένεια ή σε μόνιμη άρνηση της πραγματικότητας («Ναι, ξέρουμε ότι οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε άλλο παρά εγωϊστές και υπολογιστές, ευαίσθητοι μόνο σε όσα οι ίδιοι ‘‘προτιμούν’’, αλλά δεν θα τους προτείνουμε να θυσιάσουν το ιδιοτελές συμφέρον τους για χάρη του συμφέροντος όλων»).

Όμως αυτή η σχιζοφρένεια είναι τυπική της νεωτερικότητας, η οποία, στο όνομα της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας, από τη μια μεριά ευλογεί τον κυνισμό και την πιο ακραία συνεπειοκρατία [η πεποίθηση ότι ο επιλογές θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις συνέπειές τους], κι από την άλλη παρουσιάζεται μονίμως διψασμένη για μια ολοένα και πιο καθαρή κι εξαϋλωμένη ηθικότητα. […]

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ιδέα της επιδίωξης της ευδαιμονίας. Θα ήταν τρελό να προτείνει κανείς για στόχο την επιδίωξη της μεγαλύτερης δυστυχίας του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ανθρώπων, έστω κι αν αυτό τελικά ήταν το αποτέλεσμα ορισμένων πολιτικών του 20ού αιώνα. Το πρόβλημα βρίσκεται στην υποστασιοποίηση της ευδαιμονίας, στην αφαίρεσή της, τον ευδαιμονισμό, ο οποίος τείνει να συντρίβει τα πάντα στο πέρασμά του, και πρώτα-πρώτα τις συγκεκριμένες και πραγματικές χαρές της ζωής. […] 

Σε ό,τι αφορά το πολιτικό πεδίο λοιπόν, το κύριο πρόβλημα που βάζει το ωφελιμιστικό ιδεώδες βρίσκεται στο ότι θεμελιώνεται στο φάντασμα της απόλυτης γνώσης και μιας επιθυμητής ορθολογικής καθυπόταξης του συνόλου των παραγόντων που καθορίζουν τη δράση, έτσι ώστε να μπορεί να διαιτητεύει more geometrico, ως μέγας γεωμέτρης του σύμπαντος, το παιχνίδι ανάμεσα στις καλές και τις κακές προτιμήσεις. Παρουσιαζόμενος είτε σαν βασιλέας-φιλόσοφος, ορθολογικός και καλοπροαίρετος νομοθέτης, κομισάριος του πενταετούς πλάνου, ή αντίστροφα με τη μορφή του δίδυμου αδερφού του, σαν ο επόπτης-δημοπράτης της βαλρασιανής αγοράς που λύνει όλες τις εξισώσεις, ο ωφελιμισμός σφραγίζεται βαθύτατα από τη φιλοδοξία του να καταργήσει τη σύγκρουση και την κοινωνική διαίρεση αντικαθιστώντας τις με τον υπολογισμό. 

Συνοψίζοντας την κριτική μου σε μια μόνο φράση, θα έλεγα πως όποια επιτήδευση ή πιο λεπτοδουλεμένη παραλλαγή κι αν εισάγει κανείς στην ωφελιμιστική σκέψη (κι είναι σχεδόν άπειρες οι τέτοιας λογής παραλλαγές της), αυτό που θα μένει πάντοτε ως κοινός παρονομαστής θα είναι μια απλουστευτική ανθρωπολογία, η οποία ανάγει το ανθρώπινο υποκείμενο σ’ ένα περισσότερο ή λιγότερο καθορισμένο άθροισμα ιδιοτελών εργαλειακών συμφερόντων κατοχής και ιδιοποίησης. […]»

Αλαίν Καγιέ, Τι θα πει να είσαι αντι-ωφελιμιστής; (2002)


Σημ. HS. Ασφαλώς, η φιλοδοξία του ωφελιμισμού και των συν αυτώ "να καταργήσουν την κοινωνική σύγκρουση και διαίρεση αντικαθιστώντας τις με τον υπολογισμό" έχει ήδη λάβει σάρκα και οστά (αν και δεν πρόκειται ούτε για σάρκα, ούτε για οστά) στην εγκατάσταση του τεχνικού συστήματος μέσα στη σύγχρονη κοινωνία και την παράλληλη εγκατάσταση της σχετικής θρησκείας, δηλαδή του τεχνολογικού μεσσιανισμού μέσα στα μυαλά. Και πάμε "χαρούμενοι" στο Μεγάλο Πουθενά: δείτε μεταξύ άλλων την απαράμιλλη βλακεία εκείνων που εγκατέστησαν πυρηνικά εργοστάσια π.χ. στην πυκνοκατοικημένη Ευρώπη, νομίζοντας, σε πείσμα όλων των απτών δεδομένων της Ιστορίας, ότι δεν πρόκειται να ξαναπληγούν οι χώρες τους από τον πόλεμο -πράγμα που μάλλον θα μετατρέψει τα εργοστάσια αυτά σε "βόμβες" μεγατόνων εντός της επικράτειάς τους... Το ξέρουμε πια: ο εφιάλτης έρχεται πάντοτε σφυρίζοντας γλυκά.





06 Απριλίου 2016

Εκπομπή #28 | Τέχνη, κοινωνία, πολιτική




Τέχνη, κοινωνία, πολιτική.Τι κάνει ο καλλιτέχνης μέσα σ' ένα κόσμο που καίγεται.Ποια είναι η απόσταση ανάμεσα στην ερώτηση και την απάντηση; Για την πολυτιμότητα του παρόντος και γιατί αυτή δεν έχει καμμιά σχέση με την επιταγή "ζήσε το παρόν". Τέχνη και Τεχνική. Πώς να μη σκεφτόμαστε μηχανικά, πώς να μην είμαστε μηχανές, πώς να μη ζούμε σαν γρανάζια μηχανής: τρεις προσεγγίσεις -φιλοσοφία, τέχνη, πολιτική.

Three Thoughts/ Einsturzente Neubauden



Τετάρτη, 6 Απριλίου 
ώρα 16.00 με 18.00
σταθερά από την όσο-υπάρχεις-θα υπάρχω  
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1789 1864 190cm 1917 1929 1940 1955 1957 1965 1968 2008 2013 2014 3/45 Ά. Γιάπε/A.Jappe Α. Καγιέ/A. Caillé Α. Καμύ/A. Camus Α. Κοζέβ/A. Kojève Α. Σοπενχάουερ/A. Schopenhauer Ά. Σπέερ/A. Speer Ά. Τιούρινγκ/A. Turing αγάπη Αισχύλος Άκης Πάνου Αλ. Μπέρκμαν/Al. Berkman Αλ. Σμέμαν/Al. Schmeman Αλέκα Παπαρήγα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Τομπάζης Αλεξάντερ Τρόκκι/Alexander Trocchi Αλέξης Ασλάνογλου αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Άλμπερτ Φίνεϊ/Albert Finney Αλταμίρα αμνησία Αναξίμανδρος αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κρούγκερ/Ann Krueger Ανρί Λεφέβρ/Henri Lefebre Ανρί Μισώ/Henry Michaux Ανρί Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Άνταμ Κέρτις/A. Curtis Άνταμ Σμιθ/Adam Smith Αντίνοος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ Αντρέ Κερτέζ/André Kertész Αντρέ Ορλεάν/André Orléan Άντυ Γουώρχολ.Andy Warhol Άντυ Γουώρχολ/Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής Αποκάλυψη Ιωάννου Απόστολος Παύλος Άρβο Περτ/Arvo Pärt Αργυριάδης Άρης Κωνσταντινίδης Άρθουρ Λένινγκ/Arthur Lehning Άρθουρ Τζένσεν/Arthur Jensen Αριστερά Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Ασφαλιστικό Άυν Ραντ/Ayn Rand Β. Γκ. Ζέμπαλντ/W.G. Sebald Βαβυλώνα Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίν Βολόσινοφ/Valentin Voloshinov Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Ηλιακόπουλος Βασίλης Καραποστόλης Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βέρνερ Χέρτσογκ/Werner Herzog Βερολίνο βία Βιετνάμ Βίκτορ Μπούλλα/Victor Bulla Βικτόρ Σερζ/Victor Serge Βίκτορ Σκλόφκσι/Victor Chklovski Βίκτορ Φρανκλ/Victor Frankl Βίκτωρ Ουγκώ/Vicror Hugo Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνσεντ Μπράουν/Vincent Browne βιοτεχνολογία βοηθήματα μνήμης Βολταίρος Βομβάη Βόρειοι Γ. Γκ. Φίχτε/ J. G. Fichte Γ. Τζέης/W. James Γαλαρίες Γένεσις Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος Γιεβγκένι Ζαμιάτιν/Yevgeny Zamyatin Γιόζεφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen γιορτή Γιούργκεν Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιόχαν Γκριμονπρέ/Johan Grimonprez Γιόχαν Χάιζινχα/Johan Huizinga Γιώργος Γαϊτάνος Γιώργος Δάβος Γιώργος Μακρής Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton Γκ. Λούκατς/G. Lukacs Γκέοργκ Βύχνερ/Georg Büchner Γκεοργκ Ζίμελ/Georg Simmel Γκεόρκι Λούκατς/Georgy LuKacs Γκετζ Άλυ/Gotz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκιόργκι Λίγκετι/György Ligeti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουίλιαμ Ήγγλετον/William Eggleton Γουίλιαμ Μπάροους/William Burroughs Γουίλιαμ Σαίξπηρ/William Shakespear Γούντι Άλλεν/Woody Allen Γρηγόρης Βαλτινός Δανία του Βορρά Δανία του Νότου δάσκαλοι Δελφοί Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα δικαιοσύνη ΔΝΤΟΟΣΑΤΡΟϊΚΑΘΕΣΜΟΙ δόγμα Τρούμαν δοκιμασίες Δουβλίνο Ε. Βιλ/E. Will Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Χ. Γονατάς εγωπαθείς διανοούμενοι εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκλογές εκπομπές Έλεν Κέλλερ/Helen Keller Ελένη Μπέλλου Ελευθερία Ελευθεριακός Ελίας Κανέττι/Elias Canetti Ελίζαμπεθ Άνσκομπ/E. Anscombe Εμίλ Ντυρκέμ/Emile Durkheim Εμίλ Σιοράν/Emil Cioran Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier Έντγκαρ Λη Μάστερς / Edgar Lee Masters εξατομίκευση εξέγερση εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός Επενδυτικό περιβάλλον επιβίωση επιστήμη Έρασμος εργασία ερείπια Έρικ Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbawm Έρνεστ Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνστ Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνστ Κασσίρερ/Ernst Cassirer Έρνστ Μπλοχ/Ernst Bloch Ερυθρογράφος Ετιέν ντε λα Μποεσί/E. de la Boetie Ευγένιος Αρανίτσης Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία Ζ. Νταβί/G. Davy Ζ.Π. Βερνάν/J.P. Vernant Ζακ Ελλύλ/Jacques Ellul Ζακ Λακάν/Jacques Lacan Ζακ Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ζακ Ντεριντά/Jacques Derrida Ζακ Πρεβέρ/Jacques Prévert Ζακ Σαπίρ/Jacques Sapir Ζαν Ιτάρ/Jean Itard Ζαν Λυκ Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ζαν Μορώ/Jeanne Moreau Ζαν-Ζακ Ρουσσό/Jean-Jacques Rousseau Ζαν-Πιερ Βουαγιέ/Jean-Pierre Voyer Ζάχα Χαντίντ/Zaha Hadid Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζίγκμουντ Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Ζιλ Ντελέζ/Gilles Deleuze Ζιλ Ντωβέ/Gilles Dauvé Ζορ Βον/Zohr Vaughan Ζορζ Μπατάιγ/Georges Bataille ζωή Η Διεθνής ηθική Θ. Ρόσζακ/Th. Roszak Θανάσης Σβώλος Θάτσερ/Ρήγκαν θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεός Θεοφάνης Μελάς Θίοντορ Αντόρνο/Theodor Adorno θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Ίαν Χάκινγκ/Ian Hacking Ιβάν Παβλόφ/Ivan Pavlov Ιβάν Τοθργκένιεφ/I. Tourgueniev Ίγγα Κρεστενσεν/Inger Christensen Ιγνάτιος Λογιόλα ιδεολογία ιδρύματα τέχνης ικέτες και ξένιοι Ιράν Ισαάκ Μπ. Σίνγκερ/Isaac B. Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιχάμπ Χασσάν/Ihab Hassan Ιωάννα Τσιβάκου Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Καβαλκάντι/Cavalcanti Κάθλην Ράιν/Kathleen Raine Καλκούτα καλλιτέχνες Καλοκαίρι Καλούμενος Καντ κάπο Καραμανλής Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik Καρλ Κορς/Karl Korsch Καρλ Κράους/Karl Kraus Καρλ Μαρξ/Karl Marx Καρλ Πολάνυι/Karl Polanyi Καρλ Χέκερ/Karl Hocker Καρλομάγνος Καρτέσιος/Descartes καταναλωτικοπαραγωγισμός καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό Κιουσόπουλος Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλοντ Λεβί Στρώς/Claude Levy Strauss κοινωνιοποίηση Κομμούνα κομμουνισμός Κονγκό Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κορέα Κορνήλιος Καστοριάδης Κορνήλιος/Corneille κορπορατισμός Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil Κουρτ Σβίττερς/Kurt Schwitters κράτος κρίσεις πανικού κρίση κρισολογία Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κριστίν Λαγκάρντ Κρίστοφερ Λας/Ch. Lash Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαϊωάννου Κωστής Βελόνης Κωστής Παπαγιώργης Λ. Βαλράς/L. Walras λαβύρινθος Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε Λένιν Λεόν Βαλράς/Léon Walras Λέον Τρότσκι Λέσχη της Ρώμης Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λέων Σεστώφ/Lev Shestov Λίντον Τζόνσον/Lyndon Johnson Λιούις Μάμφορντ/Lewis Mumford Λισιέν Μαλζόν/Lucien Malson λογική λογοκρισία Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Μπάϋρον/Lord Byron Λουί Αλτουσέρ/Louis Althusser Λουί Ντυμόν/Louis Dumont Λουίς Μπουνιουέλ/Louis Bunuel Λούντβιχ Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λουσίντα και Ντέιβις Μάτλοκ Λυγκέας Λωτρεαμόν Μ. Ντριούρι/M. Drury Μ. Μπένετ/M. Bennet Μαγιακόφκι/Mayakovski μαγιονέζα μαθητές Μάικ Κέλυ/Mike Kelley Μάικλ Χάρντ/Michael Hardt Μάιλς Ντέιβις/Miles Davis Μάλκολμ Λόουρι/Malcolm Lowry Μάλκολμ Χ μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μάπετς Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρί ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Marina Tsvetaeva μαρξιστές-λενινιστές Μαρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρσέλ Μαριέν/Marcel Mariën Μαρσέλ Μως/Marcel Mauss Μαρσέλ Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρτζορυ Πέρλοφ/Marjorie Perloff Μάρτιν Μπούμπερ/Martin Buber Μάρτιν Χάϊντεγγερ/Martin Heidegger μελαγχολία Μεσαίωνας μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μετανάστευση μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίκαελ Λέβι/Michael Loewy Μικελάντζελο Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni μικροαστισμός Μίλτον Φρίντμαν/Milton Friedmann Μίλτος Σαχτούρης Μιράντα Τερζοπούλου μισαλλοδοξία Μισέλ Αλιετά/Michel Aglietta Μισέλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μισέλ Σερ/Michel Serres Μισέλ Τουρνιέ/Michel Tournier Μισέλ Φουκώ/Michel Foucault μισθωτοί σκλάβοι Μιχαήλ Μπακούνιν/Michail Bakunin Μιχαήλ Μπαχτίν/Mikhael Bachtine ΜΜΕ Μόμπυ Ντικ Μουσείο Ακρόπολης μουσική Μπ. Μάντεβιλ/B. Mandeville Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπάτσης Μπέλα Ταρ/Bela Tarr Μπερνάρντο Σοάρες/Bernardo Soares Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιενάλε Μπίφο Μπεράρντι/Bifo Berardi Μπουκανιέρος Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μπρους Σπρίνγκστιν/Bruce Springsteen Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί νεοφιλελευθερισμός Νικ Κέιβ/Nick Cave Νικολό Μακιαβέλλι Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νόρμπερτ Ελίας/Norbert Elias Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Νταβός νταντά Ντέιβιντ Λυντς/David Lynch Ντέιβιντ Μπομ/David Bohm Ντέιβιντ Ρικάρντο/David Ricardo Ντέιβιντ Χιούμ/David Hume Ντιμίτρι Πρίγκοφ Ντιτρόιτ Ντον Ντελίλο/Don Delillo Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott Ντονέλα Μήντοους/Donella Meadows Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Ο κήπος Ο Μικρός Πρίγκηπας Οδύσσεια οικονομία Οκτάβιο Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ολοκληρωτισμός ομιλίες Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden Π. Κονδύλης Π.Μ.Σ. Χάκερ/P.M.S. Hacker παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης πανοπτικόν πανσέληνος Παπάγος παράδοση παραλήρημα παραπληροφόρηση Πασκάλ Ενγέλ/Pascal Engel Πάσχος Μανδραβέλης Πέδρο Ματέρο πένθος Πέπη Ρηγοπούλου Πέτρος Αρτάνης Πέτρος Παπαθανασίου Πήτερ Γκητς/P.T. Geach Πήτερ Μπρουκ/Peter Brook Πήτερ Ουότκινς/Peter Watkins Πιέρ Κλαστρ/Pierre Clastres Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν/P.J. Proudhon πίστη Πίτερ Κρήφτ/Peter Kreeft Πλαστήρας Πλάτωνας Πλεύσις πλουραλισμός ποίηση Πολ Ρικέρ/Paul Ricoeur πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική Ποτάμι προλεταριάτο Προμηθέας Δεσμώτης πρόοδος προπαγάνδα Πωλ Βαλερύ/Paul Valery Πωλ Βιριλιό/Paul Virilio Πωλ Ζοριόν/Paul Jorion Πωλ Ζωγραφάκης Πωλ Λαφάργκ/Paul Lafargue Ρ. Τζακομπι/R. Jacobi Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρίνγκο Σταρ/Ringo Star Ρίτα Γκαβέρα Ρίτσαρντ Κόμπντεν/Richard Cobden Ρίτσαρντ Ρόρτι/Richard Rorty Ροβεσπιέρος Ροβινσώνας Κρούσος Ροζα Λουξεμπουργκ Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg ρομαντισμός Ρομπέρ Αντέλμ/Robert Antelme Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ρομπερτ Οπενχάϊμερ/Robert Oppenheimer Ρόμπερτ Φρανκ/Robert Frank Ρόμπερτ Χας/Robert Hass Ρούντι Σαιν Ζυστ/Saint Juste Σαρλ Μπωντλερ/Charles Baudeilaire Σαρλ Πεγκι/Charles Péguy Σαρλ Φουριέ/Ch. Fourier Σελίν/Céline Σεμπάστιαν Χάφνερ Σέρεν Κίρκεγκωρ/Soren Kierkegaard σθένος Σίγκμουντ Φρόιντ/Sigmund Freud Σιμόν Βέιλ/Simone Weil Σιμόν Λέις/Simon Leys σινεμά ΣΙΣΒ/SICV Σίσυφος σκεπτικισμός Σκιπίων ο Αφρικανός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Zizek Σοκούροφ/Sokurov σολιψισμός Σομαλία Σόνια Σουδάν Σουν Τζου σουρεαλισμός σοφία σοφιστές Σπιναλόγκα Σπινόζα/Spinoza Σπύρος Κυριαζόπουλος Στάλιν σταλινισμός Στάνλεϊ Καβέλ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στέλιος Ράμφος Στεφάν Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανος Λουπάσκο/Stephan Lupasco Στέφανoς Ροζάνης Στήβεν Πίνκερ/Steven Pinker στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου συμβολικό πεδίο συμβολισμός Σύναψις συνείδηση Συνταγή για μαγιονέζα Σύνταγμα συνωμοσιολογία Σφαγεία σχέδιο Μάρσαλ σχετικισμός Σωκράτης σώμα Τ. Ρ. Μιλλς/C. W. Mills Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot τα κορδόνια σου! Τάκης Μίχας Τάσος Λάγγης τεστ τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα Τζ. Α. Γκόλντστοουν/J.A. Goldstone/Τζ. Τζ. Μ. Κούτσι/J.M..Coetzee Τζ. Ρ. Σάουλ/J.R. Saul Τζ.Μ. Κούτσι/J.M. Coetzee Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν/J.R.R. Tolkien Τζακάρτα Τζέημς Μπάλντουιν/James Baldwin Τζέιμς Φρέιζερ/James Frazer Τζέρεμι Μπένθαμ/Jeremy Bentham Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι/Gianfranco Sanguinetti Τζιόρτζιο Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Τζο Στράμερ/Joe Strummer Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ/J.K. Galbraith Τζον Ρωλς/John Rawls Τζον Σηρλ/John Searle Τζον Στάινμπεκ/John Steinbeck Τζον Χιούστον/John Houston Τζόρτζ Όργουελ/George Orwell Τζορτζ Στάινερ/George Steiner Τζούλια Κρίστεβα/Julia Cristeva Τζων Λοκ/John Locke Τζων Φόουλς/John Fowles Το καταραμένο απόθεμα Το Ξεπέρασμα της Τέχνης Τοκβίλ/Tocqueville Τόμας Μαν/Tomas Mann Τόμας Πίντσον/ Thomas Pynchon Τόμας Ράιντ/Thomas Reid Τόνι Νέγκρι/Toni Negri Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τραγωδία τριλεκτική Τσ. Σ. Περς/Ch. S. Peirce Τσαρλς Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Τσαρλς Ντέιβενπορτ/Charles Davenport Τσαρλς Τέιλορ/Charles Taylor Τσαρλς Φορτ/Charles Fort τυραννία τύψεις Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach υλισμός υπαρξισμός ύπνος υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Β. Μουρνάου/F.W. Murnau Φ. Γιάκομπι/F. Jacobi Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερνάντο Αρρραμπάλ/F. Arrabal Φερνάντο Πεσσόα/Fernando Pessoa Φίγκαρω Φιλανθρωπία φιλία Φίλιπ Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι/Fyodor Dostoevsky Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φρ. Έμπερτ/Fr. Ebert Φρ. Καραντέκ/F. Caradec Φρ. Φουρκέ/Fr. Fourquet Φρ. Χάγιεκ/Fr. Hayek Φρανκ Ζάπα/Frank Zappa Φράνσις Μπέικον/Francis Bacon Φρανσουά Λυοτάρ/François Lyotard Φρανσουά Σιμιάν/François Simiand Φραντς Κάφκα/Frantz Kafka Φρέντερικ Τέιλορ/Frederick Taylor Φρεντερικ Τζεϊμσον/Frederick Jameson Φρίντριχ Ένγκελς/Friedrich Engels Φρίντριχ Νίτσε/Friedrich Nietsche Φριτς Λάιστ/Fritz Leist φρμκ Φύση Φώτης Τερζάκης Χ. Τζ. Θορώ/H.J. Thoreau Χ.Λ. Μπόρχες/J.L. Borges Χ.Μ Ενζενσμπέργκερ χαρά Χάρι Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Χέγκελ/Hegel Χειρτ Μακ/Geert Mak Χέρμαν Μέλβιλ/Herman Melville Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse Χίλαρι Κλίντον χιούμορ χίπστερ Χιροσίμα Χλόη Κολλύρη Χομπς/Hobbes χοντρό δούλεμα Χουάν Βίβες/Juan Vives χρεοκοπία χρήμα Χρήμα και Μαγεία Χρήστος Βακαλόπουλος χριστιανισμός χρόνια πολλά χρόνος ψέμματα ψυχή Ψυχρή Ιδεολογία ωφελιμισμός AP auld lang syne beton7 Bob Dylan Bob Marley Bodies Christopher Cinemarian CoBrA D-503 dangerfew David Bowie DOCUMENTA Einsatzgruppe D European Media Art Festival F. C. Stanley Frank Zappa gosplan Grafton Happyfew Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Il Consigliere Internationale Lettriste/Λεττριστική Διεθνής Internationale Situationniste/Καταστασιακή Διεθνής intothepill izi Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer Johnny Cash Keith Moon Keith Richards Krzysztof Kieslowski/Κριστόφ Κισλόφσκι La Commune Les Levres Nues Les Lèvres Nues Malaguena Melanie Pain memento mori mofferism/μοφερισμός Monty Python Necrology Nosotros RadioBubble Raul Zurita/Ραούλ Σουρίτα Raymond Carver/ Ρέϋμοντ Κάρβερ remap 2 Renty Roberto Juarroz RSA Salon De Vortex sexbox Sunrise Tales from the Crypt The Adicts The Beatles The Crass The Great Society The Gun Club The Juniors The Meteors The Morlocks The Please The Rolling Stones The Ruts The Sonic Youth The Stooges The Stranglers The Three Johns The UK Subs The War TwixtLab Vince Taylor Wall Street Journal WIRED wobblies Zabriskie Point Zoviets