Σελίδες

23 Ιουνίου 2026

Αυτενέργεια, αυτονομία και ΤΝ

Παρουσιάζουμε εδώ, σε δική μας απόδοση, επιλεγμένα αποσπάσματα από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο των Αλεξάντερ Τζανγκ και Λαβ Βάρσνι, ερευνητών σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, που εξετάζει συγκεκριμένα και απτά τα προβλήματα της αλληλεπίδρασης ανθρώπου-ΤΝ. Βρίσκουμε εξαιρετικά εποικοδομητική την ανάλυσή τους της «αυτενέργειας» και ειδικά της «από κοινού αυτενεργής δράσης». Ένα-δυο τεχνικούς φιλοσοφικούς όρους που χρησιμοποιούν, τους επεξηγούμε με συντομία μέσα σε αγκύλες. Καλή μελέτη! ―σημ. HS

*


«Η έννοια του αυτενεργού υποκειμένου (agency) είναι θεμελιώδης τόσο για την αλληλεπίδραση ανθρώπου–υπολογιστή (ΑΑΥ) όσο και για την ηθική φιλοσοφία. Συνήθως ορίζεται ως η ικανότητα εμπρόθετης δράσης και βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Ωστόσο, οι επιμέρους διαστάσεις της παραμένουν ασαφείς, ιδιαίτερα καθώς ενσωματώνουμε στη ζωή μας προηγμένα συστήματα ΤΝ. Οι ερευνητές της ΑΑΥ επιδιώκουν να τη διαφυλάξουν εν μέσω των τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που προστατεύσουμε; Το ερώτημα αυτό καθίσταται ολοένα και πιο επείγον με την ανάπτυξη εργαλείων ΤΝ που εκτελούν εργασίες αυτόνομα, συχνά πέρα από την άμεση εποπτεία μας. Πώς θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια του αυτενεργού υποκειμένου σε αυτό το νέο τοπίο; Και με ποιους τρόπους αυτά τα εργαλεία την επηρεάζουν διαφορετικά απ’ ό,τι οι ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις;

(…) Τα παραδοσιακά θεωρητικά σχήματα για την κατανόηση της αυτενέργειας ενδέχεται να μην αποτυπώνουν πλήρως την πολυπλοκότητα της αλληλεπίδρασης ανθρώπου και ΤΝ. Παραδοσιακά, η ιδιότητα της αυτενέργειας προσδιορίστηκε ως η ικανότητα για δράση (…) Ωστόσο, αν και αυτή η θεώρηση είναι χρήσιμη, παραμένει περιορισμένη, καθώς επικεντρώνεται στα αποτελέσματα και όχι στους λόγους που τα υποκινούν. Η εναλλακτική πρόταση, η «βουλητική αυτενέργεια» (volitional agency), δίνει έμφαση στα εσωτερικά κίνητρα. Εμείς όμως προτείνουμε μια διαφορετική οπτική, εμπνευσμένη από το έργο της Ελίζαμπεθ Άνσκομπ για την πρόθεση [E. Anscombe, Πρόθεση, (1957) 2023, Π.Ε.Κ., μτφ. Ευγενία Μυλωνάκη & Κωνσταντίνος Σάνδης].

Η Άνσκομπ αναδεικνύει ως κεντρικό στοιχείο της εμπρόθετης δράσης την «πρακτική γνώση», εννοώντας με αυτό το να γνωρίζουμε, χωρίς-να-παρατηρούμε-τον-εαυτό-μας, το γιατί/για ποιο λόγο ενεργούμε. Η ιδιότητα του αυτενεργού υποκειμένου δεν συνίσταται απλώς στην εκτέλεση πράξεων. Περιλαμβάνει επίσης την κατανόηση των πράξεών μας με τρόπους που μπορούν να εξηγηθούν τόσο σε εμάς τους ίδιους όσο και στους άλλους. Υποστηρίζουμε ότι αυτή η διαδικασία παροχής εξηγήσεων είναι εγγενώς σχεσιακή και εδράζεται στις σχέσεις μας με όσους μοιράζονται ένα κοινό πλαίσιο ανταλλαγής λόγων και αιτιολογήσεων. Βασιζόμενοι στην Άνσκομπ, προτείνουμε λοιπόν ότι η εμπρόθετη αυτενέργεια δεν αναδύεται σε απομόνωση, αλλά μέσα από σχέσεις. (…)

Η έννοια της πρόθεσης στην Άνσκομπ

Ένας άνθρωπος σκιτσάρει με μολύβι ένα ρομπότ. Το χέρι του κινείται σκόπιμα, χαράσσοντας τις καμπύλες γραμμές του χαμογελαστού προσώπου του ρομπότ. Η κίνηση του σκιτσογράφου μας δεν είναι αντανακλαστική —όπως είναι η αναπνοή ή το ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων—, αλλά μια εμπρόθετη πράξη. Τι είναι αυτό που την καθιστά τέτοια; Και ποια είναι η πρόθεσή του;

(…) Η Άνσκομπ προσφέρει έναν τρόπο κατανόησης αυτού του ζητήματος μέσω μιας ακολουθίας ερωτήσεων του τύπου «γιατί;»: «Γιατί κινείς το μολύβι σου πάνω στη σελίδα;» — «Για να σχεδιάσω ένα ρομπότ». «Γιατί να σχεδιάσεις ένα ρομπότ;» — «Για να εκφράσω τον ενθουσιασμό μου για την αλληλεπίδραση ανθρώπου και ΤΝ». «Γιατί; … κ.ο.κ.» Οι ερωτήσεις συνεχίζονται, συνδέοντας τις πράξεις με τους βαθύτερους σκοπούς τους, έως ότου φτάσουμε στην πρόθεση με την οποία αυτός ο άνθρωπος ενεργεί —π.χ. ίσως για να εξυμνήσει οπτικά το δημιουργικό δυναμικό της αλληλεπίδρασης ανθρώπου και ΤΝ.

Μια εμπρόθετη πράξη λοιπόν, είναι μια πράξη στην οποία μπορεί να εφαρμοστεί η ερώτηση «Γιατί;/Για ποιο λόγο;».

(…) Καθοριστικής σημασίας για την Άνσκομπ είναι το γεγονός ότι η εμπρόθετη πράξη θεμελιώνεται σε αυτό που αποκαλεί «πρακτική γνώση»: τη γνώση του τι κάνουμε, και γιατί το κάνουμε, χωρίς να χρειάζεται να παρατηρούμε τον εαυτό μας όπως θα παρατηρούσαμε τη συμπεριφορά ενός ξένου, ενός άλλου. Ο J. Schwenkler, βασιζόμενος στην Άνσκομπ, συνοψίζει αυτή την ιδέα σε τρία κριτήρια:

  1. Ένα πρόσωπο ενεργεί εκ προθέσεως μόνο εφόσον γνωρίζει ότι το κάνει.  
  2. Αυτό το γνωρίζει χωρίς να παρατηρεί τις πράξεις του.
  3. Δεν χρειάζεται την παρατήρηση για να εξηγήσει γιατί/για ποιο λόγο ενεργεί.

Ο σκιτσογράφος μας γνωρίζει ότι μετακινεί το μολύβι του πάνω στο χαρτί για να σχεδιάσει ένα ρομπότ, και το γνωρίζει όχι επειδή παρατηρεί το χέρι του, αλλά επειδή έχει άμεση αντίληψη του σκοπού της πράξης του.

Η πρόκληση που θέτει η ΤΝ στην πρακτική γνώση

Ας φανταστούμε τώρα ότι ο σκιτσογράφος μας χρησιμοποιεί ένα εργαλείο ΤΝ για να δημιουργήσει ορισμένα τμήματα του σχεδίου —το χέρι του ρομπότ, ας πούμε. Δίνει μια εντολή στο σύστημα και αυτό παράγει ένα αποτέλεσμα. Αν τον ρωτήσουν: «Γιατί το σκίασες με αυτό τον τρόπο;», ίσως διστάσει: «Δεν ξέρω· απλά, έτσι το έκανε η ΤΝ». Σε αντίθεση με μια απρόβλεπτη διάχυση της νερομπογιάς, την οποία θα μπορούσε και πάλι να εξηγήσει μέσω της τεχνικής του, το αποτέλεσμα της ΤΝ φαίνεται αδιαφανές. Το σύστημα εκτελεί την εργασία αυτόνομα, αλλά η διαδικασία μέσω της οποίας το κάνει διαφεύγει της πρακτικής γνώσης του σκιτσογράφου μας. Εφόσον αυτός αδυνατεί να γνωρίζει τι ακριβώς κάνει και γιατί το κάνει χωρίς να καταφεύγει στην παρατήρηση, η χρήση της ΤΝ για την εκτέλεση μιας εργασίας συνεπάγεται μείωση της πρακτικής γνώσης του δρώντος ανθρώπου. Θα μπορούσαμε άραγε να σχεδιάσουμε συστήματα ΤΝ που να είναι περισσότερο προσβάσιμα στην πρακτική γνώση μας;

Οι Selbst και Barocas εντοπίζουν δύο εμπόδια προς αυτή την κατεύθυνση: την “αδιαπερατότητα” (inscrutability) και την “έμμεση αντίληψη  (non-intuitiveness). Η αδιαπερατότητα αναφέρεται στην τεχνική αδιαφάνεια της ΤΝ και στην πολυπλοκότητά της, η οποία αντιστέκεται στην ανθρώπινη κατανόηση. Για το πλαίσιο της Άνσκομπ ωστόσο, ακόμη πιο σημαντική είναι η έμμεση αντίληψη: ακόμη κι αν η λειτουργία του συστήματος ΤΝ ήταν απολύτως διαφανής, τα αποτελέσματά της ενδέχεται να μην ευθυγραμμίζονται με λόγους που οι άνθρωποι θεωρούν νοηματοδοτημένους και κατανοητούς. Μια ΤΝ μπορεί να σκιάσει ένα σχέδιο με έναν μαθηματικά βέλτιστο τρόπο. Αν όμως ο σχεδιαστής δεν μπορεί να συνδέσει αυτή την επιλογή με τη δική του πρόθεση, τότε το αποτέλεσμα δεν συμβάλλει στην απάντηση του ερωτήματος «γιατί;/για ποιο λόγο;».

Αυτή η διάκριση ανάμεσα στην τεχνική διαφάνεια και στους νοηματοδοτημένους για τον άνθρωπο λόγους αποκαλύπτει κάτι κρίσιμο για την εμπρόθετη δράση. Όταν θέτουμε ερωτήσεις του τύπου «γιατί;/για ποιο λόγο;» αναφορικά με ανθρώπινες πράξεις, αναμένουμε απαντήσεις που παραπέμπουν σε σκοπούς, κίνητρα και ευρύτερα συγκείμενα. Δεν αναμένουμε λεπτομερείς περιγραφές μιας νευρωνικής δραστηριότητας ή μυϊκών κινήσεων. Αντίστοιχα, ακόμη κι αν κατανοούμε με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο ένα μοντέλο ΤΝ επεξεργάζεται δεδομένα (αντιμετωπίζοντας έτσι το πρόβλημα της “αδιαπερατότητας”), αυτό διαφέρει από την κατανόηση, με όρους που συνδέονται με τις ανθρώπινες προθέσεις, τού γιατί αυτό το μοντέλο ΤΝ προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες (ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της “έμμεσης αντίληψης”).

Επιπλέον, η ικανότητά μας να λογοδοτούμε για τις πράξεις μας, είναι μια ικανότητα που αναπτύσσεται μέσα σε κοινωνικά πλαίσια, όπου τα νοήματα συγκροτούνται και επικυρώνονται συλλογικά μεταξύ συνειδητών όντων. Ο σκιτσογράφος μας μπορεί να εξηγήσει τη δική του τεχνική σκίασης επειδή έμαθε τη σημασία της μέσα σε μια κοινότητα καλλιτεχνών, οι οποίοι μοιράζονται μια κοινή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ορισμένες τεχνικές παράγουν συγκεκριμένα αισθητικά αποτελέσματα. Τα συστήματα ΤΝ αδυνατούν εκ θεμελίων να συμμετάσχουν σε τέτοια κοινωνικά πλαίσια παραγωγής νοήματος. Ακόμη και όταν παρέχουν πειστικές εξηγήσεις, αυτές παραμένουν προσομοιώσεις παροχής λόγων και αιτιολογήσεων, και δεν συνιστούν μια γνήσια συμμετοχή στον κοινό κόσμο των ανθρώπινων νοημάτων.

Αυτό αναδεικνύει ένα πρόβλημα που είναι βαθύτερο από την απλή τεχνική αδιαφάνεια. Στην παραδοσιακή χρήση εργαλείων, η πρόθεση απορρέει σαφέστατα από τον ανθρώπινο δρώντα: δεν θα ρωτούσαμε ποτέ ένα μολύβι «γιατί» κινήθηκε με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η ΤΝ, όμως, εισάγει μορφές αυτόνομης λήψης αποφάσεων που κατανέμουν την αυτενέργεια με τρόπους ικανούς να συσκοτίσουν τη δική μας πρακτική γνώση. Όταν η ΤΝ παράγει απροσδόκητες παραλλαγές ή προβαίνει σε αυτόνομες επιλογές, δεν υποβοηθά απλώς τη δράση μας· ενδέχεται επίσης να μας αποσυνδέει από την άμεση κατανόηση αυτού που κάνουμε. Σε αντίθεση με μια πινελιά που μπορούμε να εξηγήσουμε μέσω της δικής μας τεχνικής, ή με την επιλογή ενός συνεργάτη που μπορούμε να κατανοήσουμε μέσω μιας κοινής μας πρόθεσης, οι συνεισφορές της ΤΝ παραμένουν θεμελιωδώς αδιαφανείς ως προς τη διαδικασία παροχής λόγων και αιτιολογήσεων, η οποία χαρακτηρίζει την εμπρόθετη δράση.

Ο ρόλος του «Άλλου»

Αυτή η αδιαφάνεια υποδεικνύει κάτι θεμελιώδες για την ίδια την εμπρόθετη δράση: στην Άνσκομπ, τα ερωτήματα του τύπου «γιατί;/για ποιο λόγο;» δεν αφορούν σε μοναχικούς αναστοχασμούς· απεναντίας, προϋποθέτουν έναν «άλλο», ο οποίος μπορεί να ερμηνεύσει και να δεχτεί ή να αμφισβητήσει τους λόγους μας μέσα σε έναν κοινό κόσμο νοήματος. Η πρακτική γνώση αποκτά νόημα επειδή είναι δημόσια κατανοήσιμη, διαμορφωμένη μέσα σε ένα πλαίσιο όπου οι λόγοι παρέχονται και λαμβάνονται. Ο σκιτσογράφος μας δεν γνωρίζει απλώς και μόνο ότι κινεί το μολύβι του για να σκιτσάρει ένα ρομπότ. Μπορεί επίσης να εξηγήσει τις πράξεις του σε έναν δάσκαλο ή σε έναν φίλο που κατανοεί την τέχνη του σχεδίου.

Επομένως, η εμπρόθετη αυτενέργεια δεν είναι απλώς αυτοκατευθυνόμενη. Προϋποθέτει, επίσης, την ύπαρξη ενός «άλλου», ο οποίος αγκυρώνει τους λόγους μας μέσα σε ένα ανθρώπινο πλέγμα αμοιβαίας κατανόησης. Τα εργαλεία ΤΝ, όσο εξελιγμένα κι αν είναι, δεν μπορούν να αναλάβουν αυτόν το ρόλο. Παράγουν αποτελέσματα —μερικές φορές εντυπωσιακά—, αλλά στερούνται της συνείδησης που απαιτείται για μια αμοιβαία διαδικασία παροχής λόγων και αιτιολογήσεων. Όταν ο σκιτσογράφος μας παραδέχεται ότι «δεν ξέρω, απλώς έτσι το έκανε η ΤΝ», δεν υπάρχει κανένας «άλλος» για να ανταποκριθεί, να αναδιαμορφώσει ή να αμφισβητήσει την πρόθεσή του. Το εργαλείο ενισχύει το παραγόμενο αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα τον απομονώνει από τη σχεσιακή ανταλλαγή που συντηρεί την αυτενέργεια. Αυτή η απουσία δεν συσκοτίζει μονάχα την πρακτική γνώση· απειλεί το ίδιο το διϋποκειμενικό θεμέλιο της εμπρόθετης πράξης.

Πρακτική γνώση και από κοινού δράση

Μια θεατρική συγγραφέας και ένας ηθοποιός δημιουργούν μαζί ένα θεατρικό έργο. Δεν εκτελούν απλώς διαφορετικές και χωριστές πράξεις, οι οποίες περιγράφονται μέσω διαφορετικών προθέσεων· μοιράζονται, επίσης, την πρόθεση της «δημιουργίας ενός θεατρικού έργου». Πώς όμως μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή τη μετάβαση από τις ατομικές προθέσεις στις κοινές;

26 Μαΐου 2026

Το ασυνείδητο;

«Φανταστείτε», έγραψε ο Βίττγκενσταϊν, «μια γλώσσα στην οποία, αντί για “Δεν βρήκα κανέναν στο δωμάτιο”, κάποιος θα έλεγε: “Βρήκα τον Κανέναν στο δωμάτιο”. Φανταστείτε τα φιλοσοφικά προβλήματα που θα προέκυπταν από μια τέτοια σύμβαση». Ή, πάλι, φανταστείτε ότι, αντί να λέτε: «Είναι άγνωστο ποιος το έκανε αυτό», να λέγατε: «Ο Άγνωστος το έκανε αυτό».

Κατά την άποψη του Βίττγκενσταϊν, τα φιλοσοφικά προβλήματα που θα προέκυπταν από την υιοθέτηση μιας τέτοιας σύμβασης, θα ήταν αρκετά συγκρίσιμα με τα προβλήματα που προκύπτουν από την απόφαση να χρησιμοποιηθεί ο όρος ασυνείδητο ως ουσιαστικό: «το ασυνείδητο». Εν συντομία, αυτό που, στα μάτια ανθρώπων όπως ο Βίττγκενσταϊν, είναι πραγματικά μυθολογικό στην ιδέα αυτού του «ασυνειδήτου», είναι η εικόνα ενός κρυφού παράγοντα, ο οποίος έχει τις δικές του επιθυμίες, θέληση, προθέσεις, σκοπούς και στρατηγικές και που είναι ικανός να πετύχει τους στόχους του με μια ευφυΐα, δεινότητα και βεβαιότητα συχνά πολύ ανώτερες από του ατόμου του οποίου υποτίθεται πως είναι «το ασυνείδητο».

Όπως ακριβώς οι ψυχαναλυτές θα ήθελαν, σύμφωνα με τον Βιτγκενστάιν, να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι «είχαν κατά κάποιον τρόπο ανακαλύψει συνειδητές σκέψεις που δεν είναι συνειδητές», θα μπορούσε κανείς να υποψιαστεί ότι πίστευαν πως είχαν ανακαλύψει ένα είδος συνειδητού παράγοντα, «το ασυνείδητο», ο οποίος δεν είναι συνειδητός.

Jacques Bouveresse, «Βίττγκενσταϊν και Φρόιντ» (1988)

  

12 Μαΐου 2026

Οι ειδήσεις ως πρωινή τέρψη

 

Βενσάν Ντεκόμπ

Για τον ρεαλιστή, η ανάγνωση της πρωινής εφημερίδας είναι ένα είδος πρωινής προσευχής. ― Χέγκελ, Αποφθέγματα της περιόδου της Ιένα, αρ. 31


«Η φράση αυτή παρουσιάζεται συχνά ως μια εικόνα της μεταστροφής των ενδιαφερόντων κατά τους νεώτερους χρόνους. Το βλέμμα στρέφεται από το αόρατο υπερπέραν στην καθημερινή επικαιρότητα. Κανένας σώφρων άνθρωπος δεν θα ξεκινούσε, ούτε χτες ούτε και σήμερα, ν’ αντιμετωπίσει τις καθημερινές υποθέσεις του χωρίς να έχει επαρκώς προετοιμαστεί μέσα από μια πνευματική άσκηση. Για να ξεκινήσει καλά η μέρα, είναι σημαντικό ν’ αφιερώσει κανείς λίγη ώρα στο να σκεφτεί προσεκτικά τι έχει την πιο αποφασιστική σημασία. Ο μοντέρνος άνθρωπος το κάνει αυτό διαβάζοντας τον πρωινό Τύπο. (…)

Αυτό το απόφθεγμα του Χέγκελ θέλει να πει ότι, η πείνα των μεγάλων καταναλωτών του Τύπου μαρτυρά μια πνευματική στάση. Κάθε πρωί ο επιχειρηματίας, ο βουλευτής, ο ανώτερος υπάλληλος και πάνω απ’ όλους ο αρχισυντάκτης πρέπει να προετοιμαστούν για την ημέρα που ανέτειλε, να προσανατολιστούν σύμφωνα με το θέμα της ημέρας. Έτσι, ο δυναμικός, κατακτητικός και άπληστος για πληροφορίες άνθρωπος, ο πεπειραμένος αναλυτής της εκάστοτε πραγματικότητας, αυτός ο άνθρωπος του επιχειρείν, δεν διαφέρει όσο νομίζουμε από τον στοχαστή, τον κληρικό, τον φιλόσοφο άνθρωπο που καταπιάνεται με ανεπίκαιρες μελέτες. Και οι δυο έχουν κοινό το ότι ξεκινούν τη μέρα τους με μια πνευματική άσκηση. Αν αυτή η άσκηση είναι “ιδεαλιστική”, την ονομάζουμε πρωινή δέηση. Αν είναι “ρεαλιστική”, την λέμε ανάγνωση της εφημερίδας. Και στις δυο περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι να προετοιμαστεί κανείς για να ζήσει τις επόμενες ώρες με τη διάθεση που επιβάλλει αυτό που αποφασίζει σε τελική ανάλυση για τα πάντα, είτε αυτό είναι η Θεία Πρόνοια, είτε το Συμβάν.

Η ανάγνωση της πρωινής εφημερίδας ως πνευματική άσκηση δεν πρέπει να συγχέεται με την ανάγνωση που γίνεται για ψυχαγωγία. Αυτή η δεύτερη είναι ένας τρόπος να είναι κανείς πάντοτε ενήμερος, να τον ενδιαφέρει τι συμβαίνει, αλλά από απόσταση και προς στιγμήν, χωρίς καμιά συνέπεια πέρα από μια στιγμιαία έκλυση ανθρώπινων συναισθημάτων, συμπάθειας ή αποστροφής, ανάλογα με την περίπτωση. Έτσι η κυρία Βερντουρέν λέει “Ω! τι φρίκη!” διαβάζοντας την είδηση για το ναυάγιο του Λουζιτάνια. Όμως, μας λέει ο Προυστ, αυτό δεν την εμποδίζει να συνεχίσει να βουτά στον καφέ της το δυσεύρετο τότε κρουασάν της, η γεύση του οποίου υπερνικά τη φρίκη της επικαιρότητας σε τέτοιο βαθμό ώστε “το ύφος που απλώνεται στο πρόσωπό της είναι μάλλον το ύφος μιας γλυκιάς απόλαυσης”.

Ο άνθρωπος της ρεαλιστικής πρωινής προσευχής είναι ένα μοντέρνο άτομο διότι δεν στέκεται σαν απλός παρατηρητής καταμεσής των συμβάντων όπως τα βρίσκει γύρω του, αλλά τα έχει κατά πρώτο λόγο ταξινομήσει μέσα στη σκέψη του κάτω από το τίτλο “επικαιρότητα”. Η εφημερίδα φιλοδοξεί να αναφέρει ό,τι αξιοσημείωτο έχει συμβεί από χτες μέχρι σήμερα. Καταδεικνύει αρκετά καλά την ιδέα ότι υπάρχει, ανά πάσα στιγμή, μια συγκεκριμένη κατάσταση του κόσμου και ότι αυτή συνίσταται στην κατάσταση του χτεσινού κόσμου όπως αυτή τροποποιήθηκε από διάφορα γεγονότα και ενέργειες που συνέβησαν στο μεταξύ. Ο αναγνώστης της εφημερίδας, είτε είναι σοβαρός είτε επιδερμικός, ταυτίζει την επικαιρότητα με τα γεγονότα που ελκύουν την προσοχή του κοινού.

Όμως, για να αξιολογηθούν τα επίκαιρα συμβάντα κατ’ αυτό τον τρόπο, πρέπει να κρατηθούν σε απόσταση. Η βουή του κόσμου παρουσιάζεται καταρχάς ως κείμενο. Και για να διαβάσει κανείς ευχάριστα αυτό το κείμενο, χρειάζεται να είναι έστω και πρόσκαιρα προστατευμένος. Οπότε κάθε αναγνώστης, ακόμα και ο πιο φανατικά ρεαλιστής, διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει σαν την αναίσθητη κυρία Βερντουρέν. Διότι η ώρα που διαβάζει κανείς την εφημερίδα είναι, εξ ορισμού, μακριά από την παγκόσμια αναταραχή. Πρέπει, για την ώρα αυτή, οι κραυγές να σωπάσουν, εκείνοι που έχουν αιτήματα πρέπει να σταματήσουν να διεκδικούν, οι έκτακτες ανάγκες πρέπει να ανασταλούν, να μην κινείται τίποτα. Όλα αυτά που παρουσιάζει ως “νέα” η εφημερίδα, θα δυσχέραιναν σοβαρά την ανάγνωση αν συνέβαιναν πάρα πολύ κοντά μας.

Κατά  παράδοξο τρόπο, το να ενημερωθούμε για τα νέα προϋποθέτει να μην συμβαίνει τίποτα το νέο κοντά μας. Η προσοχή μας δεν μπορεί να εστιάσει στα νέα όπως εστιάζει σε μια καθημερινή ανάγνωση αν είμαστε εμείς οι ίδιοι κομμάτι των συμβάντων, που αύριο θα είναι στις ειδήσεις σε όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό το λόγο ο πίνακας με την κυρία Βερντουρέν να κρατάει με το ένα χέρι την εφημερίδα της, επειδή το άλλο πρέπει να είναι ελεύθερο για να βουτάει τα κρουασάν της στον καφέ, αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα προκειμένου να διορθωθεί το απόφθεγμα του Χέγκελ. (…)

Διότι ο ρεαλιστής αναγνώστης είναι ρεαλιστής επειδή τον απασχολεί να σταθεί στο ύψος της κλίσης του, που είναι η πραγμάτωση του εαυτού του μέσα στον κόσμο, δηλαδή εκεί όπου παίζονται όλα όσα μπορεί ποτέ να πάρει στα σοβαρά. Όμως για άλλους, εξίσου μοντέρνους αναγνώστες, η ανάγνωση της εφημερίδας είναι μάλλον μια “πρωινή τέρψη”, ένα διεγερτικό, που στόχο έχει να ξυπνάει μέσα τους την όρεξη για ζωή μέσα από την ανάκληση “της φρίκης σε ολόκληρο τον κόσμο” και “όλων των δεινών και των καταστροφών του σύμπαντος (…) μεταπλασμένων για προσωπική χρήση όλων εκείνων που δεν τους καίγεται καρφί για όλα αυτά”.»

Vincent Descombes, Philosophie par gros temps (1989) 
 
  

04 Μαΐου 2026

Σχόλιο πάνω στο μανιτάρι της ΑΙ, και ένας λόγος υπέρ του ποδόσφαιρου!


Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο, συνοψίζει με πολύ εύστοχο χιούμορ ένα μάλλον σοβαρό ζήτημα. Πάμε να το δούμε σιγά-σιγά.

Είναι γνωστό ότι τα LLMs (Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα) της ΑΙ δουλεύουν προβλέποντας στατιστικά την επόμενη λέξη και προχωρούν με μία λέξη τη φορά, χωρίς μεγάλη «αρχιτεκτονική». Διάβασα λοιπόν κάπου ότι, σύμφωνα με έναν σπουδαίο σύγχρονο μαθηματικό, έναν άνθρωπο με IQ πάνω από 200, με τον ίδιο τρόπο δουλεύει και η ανθρώπινη νόηση ―οπότε, λέει, εν πολλοίς δεν υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης.

Δεν ξέρω τι ακριβώς είπε ο εν λόγω μαθηματικός, οπότε θα σχολιάσω μόνο αυτό που μεταφέρθηκε ότι είπε, διότι συνοψίζει μια γενικευμένη πλάνη αναφορικά με την ανθρώπινη νοημοσύνη και, κατ’ επέκταση, τη διαφορά της με την τεχνητή.

Λέω λοιπόν ότι, αντίθετα με τους παραπάνω ισχυρισμούς, κύριο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης νοημοσύνης δεν είναι το να βάζει τη μια λέξη μετά την άλλη βάσει στατιστικών πιθανοτήτων (όπως κάνει η ΑΙ και τα LLMs), αλλά είναι το να συλλαμβάνει και να διαπλάθει έννοιες.

Όμως η σύλληψη και διάπλαση εννοιών δεν είναι απλώς ένας χειρισμός συμβόλων και λέξεων, ούτε μια απλή τακτοποίησή τους βάσει ενός «λεξικού» κι ενός «συντακτικού». Είναι μια πρακτική συνυφασμένη με τη σύλληψη και διάπλαση Νοήματος. Και η σύλληψη και διάπλαση Νοήματος προϋποθέτει εμπλοκή προσώπων σε μεταξύ τους σχέσεις υπόσχεσης, δέσμευσης, υποχρέωσης.

Αυτό η ΑΙ δεν μπορεί να το κάνει. Δεν δύναται, που λέμε. Γι' αυτό μπορεί να σου πει μια ανοησία και μετά, εντελώς χαλαρά και σαν να μη συνέβη τίποτα, να σου πει «συγγνώμη λάθος έκανα» (όπως σε αυτό το κόμικ με το δηλητηριώδες μανιτάρι). Διότι, με αυτό το «συγγνώμη» ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΣΑΝ η ΑΙ να μετέχει στο ανθρώπινο παιχνίδι της δέσμευσης απέναντι στον συνομιλητή, ΑΛΛΑ στην πραγματικότητα ουδόλως δεσμεύεται, όπως συμβαίνει με έναν άνθρωπο, που αν πει μια χοντράδα μετά π.χ. αισχύνεται (καθότι λέω κάτι σοβαρό και το εννοώ = αναλαμβάνω την ευθύνη του και δεσμεύομαι σε αυτήν) και προσπαθεί να κάνει στην πράξη διορθωτικές κινήσεις … δηλαδή όλα όσα σημαίνει πραγματικά το «εμπλέκομαι σε υποσχέσεις, δεσμεύσεις, υποχρεώσεις», ήτοι στην ανθρώπινη κοινωνία.

Κάτι ακόμα. Εμπλοκή προσώπων σε σχέσεις υπόσχεσης, δέσμευσης, υποχρέωσης κ.λπ. σημαίνει ταυτόχρονα μια κανονιστική δραστηριότητα ΘΕΣΜΙΣΗΣ (η οποία μάλιστα υφίσταται πριν από εμάς). Όπου κανονιστική δραστηριότητα και θέσμιση δεν σημαίνουν «πάγωμα» της ανθρώπινης ρευστότητας, όπως το θεωρεί ο Ρομαντισμός, αλλά αντίθετα σημαίνουν τη συνθήκη μέσω της οποίας αναδεικνύεται και εκλεπτύνεται αυτή η ρευστότητα.

Παράδειγμα, η σχέση ανάμεσα στο «βαράω μια μπάλα κι όπου πάει» και στο «παίζω ποδόσφαιρο». Η ρομαντική άποψη θα έλεγε ότι η ελευθερία βρίσκεται αποκλειστικά στην αδέσμευτη ρευστότητα, δηλαδή στο «βαράω μια μπάλα κι όπου πάει» ― και ότι το «παίζω ποδόσφαιρο» αναιρεί αυτή την ελευθερία, διότι «παγώνει» τη ρευστότητα της κίνησης επειδή την θεσμοθετεί, δηλαδή της βάζει κανόνες. Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική!

Το ποδόσφαιρο, με τους κανόνες του πάνω στο κλώτσημα της μπάλας, στην πραγματικότητα δεν το «παγώνει» αλλά το εξασκεί και το εκλεπτύνει: άλλο είναι να βαράς τη μπάλα κι όπου πάει και άλλο να προσπαθήσεις να την βαρέσεις έτσι ώστε να περάσει πάνω από το τείχος και να πάει στο γάμα του τέρματος. Προσοχή όμως, για να μην παρεξηγηθώ: είναι άλλο, όχι με την έννοια είναι ανοησία και χάσιμο χρόνο το να βαράς τη μπάλα κι όπου πάει, καθόλου! Είναι άλλο με την έννοια ότι το να βαρέσεις τη μπάλα ώστε να περάσει το τείχος και να πάει στο γάμα απαιτεί δεξιοτεχνία, συγκέντρωση, επιστράτευση ειδικότερων δεξιοτήτων, εξάσκηση, κ.λπ., συν ότι σε εντάσσει μέσα σε ένα ομαδικό παιχνίδι, που κάνει το πράγμα ακόμα πιο ενδιαφέρον.

Ναι, πιο ενδιαφέρον, όχι πιο καταπιεστικό! Γιατί;

Σκεφτείτε 11 ανθρώπους σε μια αλάνα να βαράει Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ μια μπάλα κι όπου πάει. Και σκεφτείτε τους να έρχονται σε ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ μεταξύ τους, να το κουβεντιάσουν, να σκεφτούν ο καθένας πάνω στο τι κάνει ο ίδιος και τι ο άλλος, και μέσα από όλον αυτόν τον τζερζτελέ να καταστρώνουν κάποιους τρόπους ώστε να παίξουν ΜΑΖΙ και ώστε να κάνουν το κοινό παιχνίδι ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ για τον καθένα και για όλους και για τους απέξω από αυτό. Μιλάμε για άλλη διάσταση κανονικά!

Λοιπόν, ΟΛΟ αυτό είναι η ανθρώπινη νοημοσύνη! ΟΛΗ αυτή η εμπλοκή και η πολυεπίπεδη δημιουργικότητα, που ασφαλώς δεν περιορίζεται, δεν αρκείται ούτε εξαντλείται στην παροχή και στο συνδυασμό πληροφοριών, ούτε καν στη σύνταξη φράσεων βάσει μια τυπικά ορθής παράθεσης στατιστικά προβλεπόμενων λέξεων και συμβόλων, όπως κάνει η ΑΙ.

Άρα η διαφορά μεταξύ της ανθρώπινης και της τεχνητής νοημοσύνης είναι ριζική στην ίδια τη δομή τους.