«Δυνατά δε οι προύχοντες πράσσουσι και οι ασθενείς ξυγχωρούσιν»
«Οι ισχυροί επιβάλλουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύνατοι υποχωρούν όσο τους το επιβάλλει η αδυναμία τους.»
Αυτό είναι ένα απόσπασμα του Θουκυδίδη, που συχνά το επικαλούνται για να διατυπώσουν ένα «ρεαλιστικό» επιχείρημα σχετικά με το πώς, στον κόσμο των διεθνών σχέσεων, το δίκαιο ταυτίζεται με την ισχύ. Ωστόσο, το νόημα του συγκεκριμένου αποσπάσματος δεν είναι καθόλου αυτό. Ο σκοπός του Θουκυδίδη ήταν να καταδείξει ότι, εκείνοι που εκστόμισαν αυτά τα λόγια, τελικά έπεσαν.
Η φράση προέρχεται από τον Διάλογο Αθηναίων και Μηλίων [5, 89] στις Ιστορίες του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου οι Αθηναίοι δικαιολογούν το τελεσίγραφό τους προς τη ουδέτερη Μήλο, υποστηρίζοντας ότι η ισχύς —και όχι η δικαιοσύνη— είναι εκείνη που καθορίζει την έκβαση των πραγμάτων. Αυτό συχνά εκλαμβάνεται ως μια ευθεία επιβεβαίωση του ρεαλισμού και της ιδέας ότι, στις διεθνείς σχέσεις, η δύναμη αποτελεί τον μοναδικό αληθινά καθοριστικό παράγοντα της δράσης.
Ωστόσο, ο Θουκυδίδης δεν παρουσιάζει αυτή τη θέση σαν μια διαχρονική αλήθεια. Αντίθετα, μας την παραδίδει ως έκφραση της ύβρεως των Αθηναίων στο απόγειο της ισχύος τους. Ο Διάλογος Αθηναίων και Μηλίων λειτουργεί ως λογοτεχνική κατασκευή που αναδεικνύει την ηθική και στρατηγική αποτυχία των Αθηναίων, οι οποίοι, παρά την αμείλικτη λογική τους, οδηγούνται τελικά σε μια καταστροφική ήττα στον πόλεμο. Η ίδια η δύναμη, που πίστευαν ότι τους εξασφαλίζει ατιμωρησία, τούς ωθεί σε υπέρβαση των ορίων — ιδίως με τη Σικελική Εκστρατεία — και έτσι επιταχύνει την πτώση τους.
Από το πολύ αξιόλογο άρθρο του Γουόργουικ Πάουελ, «Reclaiming Thucydides in the name of statecraft»
