Η κοινωνία είναι μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας κάθε ζωντανή, σχετικά συνεκτική ανθρώπινη ομάδα εναλλάσσεται ανάμεσα σε σταθερούς κόσμους και —για να δανειστούμε έναν όρο από τους Ιάπωνες φίλους μας— σε «κόσμους αιωρούμενους» (floating worlds). Μέσω λεκτικών και μη λεκτικών τρόπων ταξινόμησης επιβάλλουμε στον εαυτό μας αναρίθμητους περιορισμούς και όρια, προκειμένου να κρατήσουμε το χάος μακριά.
Συχνά, όμως, αυτό γίνεται με τίμημα να μην μπορούμε πια να πραγματοποιήσουμε ανακαλύψεις και να επινοήσουμε νέα πράγματα. Δεν είναι λοιπόν αποκλίνουσες ή εγκληματικές όλες οι περιπτώσεις ανατροπής του κανονιστικού πλαισίου. Προκειμένου να ζήσουν, να αναπνεύσουν και να δημιουργήσουν την καινοτομία, οι άνθρωποι χρειάστηκε να δημιουργήσουν —μέσω δομικών μηχανισμών—στο ημερολόγιο, ή στους πολιτισμικούς κύκλους των πιο αγαπημένων τους ομάδων, χώρους και χρόνους που δεν μπορούν να εγκλωβιστούν στα ταξινομικά πλέγματα των καθημερινών, τυποποιημένων σφαιρών δράσης τους.
Αυτές οι μεταιχμιακές (liminal) περιοχές του χρόνου και του χώρου —οι τελετουργίες, τα καρναβάλια, τα θεατρικά δρώμενα και, πιο πρόσφατα, οι κινηματογραφικές ταινίες— είναι ανοιχτές στο παιχνίδι της σκέψης, των συναισθημάτων και της βούλησης. Μέσα σε αυτές παράγονται νέα πρότυπα, συχνά φανταστικά, ορισμένα από τα οποία ενδέχεται να διαθέτουν αρκετή δύναμη και αληθοφάνεια ώστε, τελικά, να αντικαταστήσουν τα πολιτικά και νομικά πρότυπα που στηρίζονται στην ισχύ και ελέγχουν τα κέντρα της καθεστηκυίας κοινωνικής ζωής.
Η αντιδομική μεταιχμιακότητα (antistructural liminality) που ενυπάρχει στον πυρήνα των τελετουργικών και των αισθητικών μορφών, αντιπροσωπεύει την αναστοχαστικότητα της κοινωνικής διαδικασίας, μέσα από την οποία η κοινωνία καθίσταται ταυτόχρονα υποκείμενο και άμεσο αντικείμενο του εαυτού της. Αντιπροσωπεύει επίσης τη διάθεση που εκφράζεται με την υποτακτική έγκλιση [«θα μπορούσαμε να…»], στο πλαίσιο της οποίας οι εικασίες, οι επιθυμίες, οι υποθέσεις, οι δυνατότητες κ.ο.κ. καθίστανται όλα θεμιτά.
Έχουμε την τάση να θεωρούμε με υπερβολικά στατικούς όρους, ότι τα πολιτισμικά εποικοδομήματα είναι παθητικοί καθρέφτες, απλές αντανακλάσεις των υποκείμενων παραγωγικών τρόπων και σχέσεων ή των πολιτικών διαδικασιών που επιβάλλουν την κυριαρχία όσων κατέχουν προνομιακή θέση στην παραγωγή.
Αν όμως ήμασταν τόσο διαλεκτικοί όσο ισχυριζόμαστε, θα αντιλαμβανόμασταν ότι πρόκειται μάλλον για μια υπαρξιακή κίνηση αναδίπλωσης του εαυτού πάνω στον εαυτό του: το ίδιο συλλογικό, πληθυντικό υποκείμενο είναι το ενεργό εποικοδόμημα που αξιολογεί τους υποκείμενους και δομικούς τρόπους λειτουργίας, τους οποίους και το ίδιο ενσαρκώνει. Η ίδια η συγκεκριμένη και απτή υπόστασή μας είναι παρούσα και εκδηλώνεται μέσα στον αναστοχασμό μας, ακόμη και στο παιγνιώδες πεδίο ορισμένων από τις μεταιχμιακές στιγμές μας: το παιχνίδι είναι πολύ πιο σοβαρή υπόθεση απ' όσο εμείς, οι κληρονόμοι του δυτικού πουριτανισμού, έχουμε θεωρήσει.
Από το βιβλίο The Ritual Process. Structure and anti-structure (1969)
του κοινωνικού ανθρωπολόγου Victor Turner (1920-1983).
Η εικόνα είναι μέρος μιας ζωγραφιάς του Christophe Gol με τίτλο Carnavalesque.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου