Στις
αρχές του 19ου αιώνα συσσωρεύτηκε μια τεράστια συλλογή λεπτομερειακών
αριθμητικών πληροφοριών γύρω από τις αποκλίσεις, τους τρελούς, τις αυτοκτονίες,
τους εγκληματίες. Συχνά, όλα αυτά συλλέγονταν από τις διάφορες γραφειοκρατικές υπηρεσίες.
Για παράδειγμα, το υπουργείο Δικαιοσύνης στη Γαλλία άρχισε εκείνη την εποχή να εκπονεί πίνακες με τα διάφορα είδη εγκλημάτων, ποιοι τα διέπραξαν, πού συνέβησαν, με τις αυτοκτονίες,
την πορνεία, για διάφορα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία άρχισαν ξαφνικά να τα
μελετούν με στατιστική μεθοδολογία πιστεύοντας ότι μόνο αν κατορθώσουμε να
γνωρίσουμε με ποιο τρόπο συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σε μια κοινωνία, μόνο τότε
θα μπορέσουμε να τους βελτιώσουμε, ή να τους ελέγξουμε, ή να απαλλαγούμε από αυτούς,
ή να τους αλλάξουμε, ή να αλλάξουμε την κοινωνία.
Έτσι,
στο τέλος του Διαφωτισμού, δηλαδή την περίοδο ας πούμε ακριβώς πριν από τη
Γαλλική επανάσταση, είχε σχηματιστεί ένας ολόκληρος κλάδος, που αυτοονομάστηκε ‘‘ηθική
επιστήμη’’. Ήταν
μια αφηρημένη επιστήμη, η οποία ασχολούνταν με το θέμα ‘‘η λογική επιλογή των
ανθρώπων’’, δηλαδή με το πώς κάνουν επιλογές τα όντα που έχουν ανθρώπινη φύση. Μετά τους ναπολεόντειους
πολέμους, αυτή η ‘‘ηθική επιστήμη’’ έγινε μια επιστήμη που μελετούσε τις αποκλίσεις
των ανθρώπινων όντων, το πώς μεταβάλλονταν από άνθρωποι που ζούσαν μια ‘‘σωστή’’ ζωή,
πώς απομακρύνονταν από το ‘‘κανονικό’’. Κατ' αυτό τον τρόπο, εστία της ανθρώπινης φύσης έπαψε να
θεωρείται αυτό που είναι ουσιώδες στον άνθρωπο και έγινε, αντίθετα, το ‘‘κανονικό’’,
ο ‘‘μέσος όρος’’, αυτό που θα μπορούσε να είναι ένα στατιστικώς μέσον —κατά
κάποιο τρόπο μια παρωδία της αριστοτελικής μεσότητας, η οποία αναφερόταν στην ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών όψεων ενός ανθρώπινου όντος.
Αυτή η ιδέα αντικαταστάθηκε από την ιδέα μιας αριθμητικού τύπου ‘‘ισορροπίας’’, η οποία έφτασε να
συμπεριλάβει ακόμα και την άποψη για την ομορφιά: αν καθίσουμε και μετρήσουμε
τα ανθρώπινα άτομα, έλεγαν αυτοί οι ‘‘επιστήμονες της ηθικής’’, τα άτομα της
δικής μας φυλετικής ομάδας εννοείται, θα βρούμε τον μέσο όρο των διαστάσεων του ατόμου εδώ, εκεί, κ.λπ., και αυτό θα προσδιορίσει πραγματικά το πρότυπό μας για
την ομορφιά! Θα προσδιορίσει δηλαδή τον ‘‘κανονικό’’, τον μέσο άνθρωπο. Με παρόμοιους
τρόπους θα προσδιορίσουμε και την ιδέα μας για την κανονική ευφυΐα, κ.τ.τ.
Θεωρώ
ότι όλο αυτό σηματοδότησε μια ριζική τροποποίηση της αντίληψής μας για την
ανθρώπινη φύση, μια τροποποίηση που κυριαρχεί μέχρι τις μέρες μας παρ’ όλο που γίνεται
κάποια ακαδημαϊκή συζήτηση περί ανθρώπινης φύσης. Αν πάτε στο Εθνικό Ίδρυμα
Επιστημών και ζητήσετε χρήματα για μια έρευνα, δεν θα σας δώσουν δεκάρα έτσι
και πείτε ότι θέλετε να κάνετε έρευνα πάνω στην ανθρώπινη φύση. Αν όμως ενδιαφέρεστε
να ερευνήσετε τις ‘‘αποκλίνουσες συμπεριφορές’’ ή την ‘‘κανονικότητα’’ σε
οποιοδήποτε πεδίο, είτε πρόκειται για το έγκλημα, ή για την παιδική
υπερκινητικότητα, ή το ‘‘σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής’’, ποιο είναι εδώ το ‘‘κανονικό’’,
πού εντοπίζεται η ‘‘απόκλιση’’, ποια είναι η ‘‘κατανομή τους στο πληθυσμό’’,
ποιες οι ‘‘αιτιολογικές επιδράσεις’’, κ.ο.κ., τέτοια πράγματα ζητάει η
κοινωνική επιστήμη μας [και η έρευνά τους χρηματοδοτείται].
Νομίζω λοιπόν, πως
η ιδέα της ανθρώπινης φύσης ως ζήτημα για σοβαρή έρευνα έχει εξοβελιστεί από
την κουλτούρα μας και έχει αντικατασταθεί από την ιδέα της κανονικότητας (…)».