«Φανταστείτε»,
έγραψε ο Βίττγκενσταϊν, «μια γλώσσα στην οποία, αντί για “Δεν βρήκα
κανέναν στο δωμάτιο”, κάποιος θα έλεγε: “Βρήκα τον Κανέναν στο δωμάτιο”.
Φανταστείτε τα φιλοσοφικά προβλήματα που θα προέκυπταν από μια τέτοια
σύμβαση». Ή, πάλι, φανταστείτε ότι, αντί να λέτε: «Είναι άγνωστο ποιος
το έκανε αυτό», να λέγατε: «Ο Άγνωστος το έκανε αυτό».
Κατά την άποψη του Βίττγκενσταϊν, τα φιλοσοφικά προβλήματα που θα προέκυπταν από την υιοθέτηση μιας τέτοιας σύμβασης, θα ήταν αρκετά συγκρίσιμα με τα προβλήματα που προκύπτουν από την απόφαση να χρησιμοποιηθεί ο όρος ασυνείδητο ως ουσιαστικό: «το ασυνείδητο». Εν συντομία, αυτό που, στα μάτια ανθρώπων όπως ο Βίττγκενσταϊν, είναι πραγματικά μυθολογικό στην ιδέα αυτού του «ασυνειδήτου», είναι η εικόνα ενός κρυφού παράγοντα, ο οποίος έχει τις δικές του επιθυμίες, θέληση, προθέσεις, σκοπούς και στρατηγικές και που είναι ικανός να πετύχει τους στόχους του με μια ευφυΐα, δεινότητα και βεβαιότητα συχνά πολύ ανώτερες από του ατόμου του οποίου υποτίθεται πως είναι «το ασυνείδητο».
Όπως ακριβώς οι ψυχαναλυτές θα ήθελαν, σύμφωνα με τον Βιτγκενστάιν, να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι «είχαν κατά κάποιον τρόπο ανακαλύψει συνειδητές σκέψεις που δεν είναι συνειδητές», θα μπορούσε κανείς να υποψιαστεί ότι πίστευαν πως είχαν ανακαλύψει ένα είδος συνειδητού παράγοντα, «το ασυνείδητο», ο οποίος δεν είναι συνειδητός.
Jacques Bouveresse, «Βίττγκενσταϊν και Φρόιντ» (1988)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου