Ακριβώς σε αυτό το σημείο η
μεγαλομανία του φιλοναζιστή φιλοσόφου Χάιντεγγερ συνοψίζεται στην
σοφιστική ανοησία που βρίσκει να απαντήσει στον Μαρξ. Ο Μαρξ είναι σκέτο κρύσταλλο στις συγκεκριμένες θέσεις. Δεν έχει "ξεχαστεί". Ευκαιρία λοιπόν να ξαναρίξουμε μια ματιά στις περίφημες θέσεις (που με κάποιο τρόπο σχετίζονται και με την τελευταία μας εκπομπήπερί συμβολικού και πραγματικού κόσμου).
Θέσεις για τον Φόιερμπαχ
(1844)
του Καρλ Μαρξ
1
Η κυριότερη ατέλεια όλου του
προηγούμενου Υλισμού –συμπεριλαμβανομένου και του υλισμού του Φόιερμπαχ- είναι
ότι αντιλαμβάνεται το πράγμα (Gegenstand), την
πραγματικότητα, τον αισθητό κόσμο (Sinnlichkeit), μόνο
με τη μορφή του αντικειμένου (Objekt), ή με τη μορφή της εποπτείας (Anschauung),και
όχι ως συγκεκριμένη ανθρώπινη δράση, ως Πράξη, όχι υποκειμενικά. Έτσι ο Ιδεαλισμός, σε αντίθεση με τον Υλισμό,
ανέπτυξε μεν τη δρώσα πλευρά, αλλά μονάχα
αφηρημένα, διότιί ο Ιδεαλισμός δεν γνωρίζει φυσικά την πραγματική συγκεκριμένη
δράση σαν τέτοια. Ο Φόιερμπαχ θέλει να βλέπει αισθητά αντικείμενα, τα οποία διαφέρουν πραγματικά από τα νοητά αντικείμενα, αλλά την ίδια την ανθρώπινη
δράση δεν τη βλέπει ως αντικειμενική
(gegenständliche) δράση. Γι΄ αυτό το λόγο στην Ουσία του Χριστιανισμού θεωρεί σαν
γνήσια ανθρώπινη δράση μονάχα τη θεωρησιακή στάση, ενώ την πράξη την
αντιλαμβάνεται και την προσδιορίζει μονάχα με τη βρώμικη-ιουδαϊκή μορφή (schmutzig-jüdischen) εκδήλωσής της*. Γι΄ αυτό και δεν καταλαβαίνει τη σημασία της «επαναστατικής» δράσης,
της πρακτικής-κριτικής δράσης.
2
Το ζήτημα εάν η ανθρώπινη
νόηση μπορεί να κατακτήσει την αντικειμενική (gegenständliche) αλήθεια δεν είναι ζήτημα θεωρίας. Είναι πρακτικό ζήτημα. Ο
άνθρωπος πρέπει ν΄ αποδείξει μέσα στην Πράξη την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα και τη δύναμη, το
εντεύθεν (Diesseitigkeit) της
νόησής του. Η διαμάχη για την πραγματικότητα ή τη μη-πραγματικότητα της
απομονωμένης από την πράξη νόησης είναι καθαρά σχολαστικό ζήτημα.
3
Η υλιστική διδασκαλία ότι οι
άνθρωποι είναι προϊόντα των συνθηκών και της διαπαιδαγώγησης και ότι, κατά συνέπεια,
οι άνθρωποι που έχουν αλλάξει είναι προϊόντα άλλων συνθηκών και αλλαγμένης
διαπαιδαγώγησης, ξεχνάει ότι τις συνθήκες τις αλλάζουν ακριβώς οι άνθρωποι και
ότι πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί κι ο ίδιος ο παιδαγωγός. Έτσι, η διδασκαλία αυτή οδηγείται αναγκαστικά να χωρίζει την κοινωνία σε δυο μέρη, όπου το ένα απ΄
αυτά υψώνεται πάνω από την κοινωνία (για παράδειγμα, αυτό κάνει ο Ρόμπερτ
Όουεν). Η σύμπτωση της αλλαγής των
συνθηκών με την αλλαγή της ανθρώπινης δράσης μπορεί να θεωρηθεί και να
κατανοηθεί σωστά μονάχα σαν ανατρεπτική Πράξη.
4
Ο Φόιερμπαχ ξεκινάει από το
γεγονός της θρησκευτικής αυτοαποξένωσης, του διπλασιασμού του κόσμου σε ένα
θρησκευτικό, φανταστικό κόσμο και σε ένα κόσμο πραγματικό. Αυτό που κάνει είναι να ανάγει το θρησκευτικό κόσμο στην εγκόσμια βάση του. Παραβλέπει όμως
το γεγονός ότι, όταν ολοκληρώσει αυτό το έργο, απομένει ακόμα να γίνει το
κυριότερο. Συγκεκριμένα: το γεγονός ότι η εγκόσμια βάση αποσπάται από τον εαυτό
της και εγκαθίσταται στα σύννεφα σαν ένα ανεξάρτητο βασίλειο, μπορεί να εξηγηθεί
μονάχα με την αυτοδιάσπαση και με την αυτοαντιφατικότητα αυτής της
εγκόσμιας βάσης. Η ίδια λοιπόν, η βάση πρέπει πρώτα να κατανοηθεί στην αντίφασή
της και έπειτα να επαναστατικοποιηθεί στην πράξη με την άρση αυτής της
αντίφασης. Επομένως, για παράδειγμα, αφού αποκαλύφθηκε ότι η γήινη οικογένεια
αποτελεί το μυστικό της αγίας οικογένειας, πρέπει τώρα η ίδια η γήινη
οικογένεια να υποβληθεί στη θεωρητική κριτική και επαναστατικοποιηθεί στην
πράξη.
5
Επειδή τον Φόιερμπαχ τον ικανοποιεί η αφηρημένη νόηση,
επικαλείται τη συγκεκριμένη εποπτεία.
Όμως δεν αντιλαμβάνεται τον αισθητό κόσμο σαν πρακτική ανθρώπινη συγκεκριμένη δράση.
6
Ο Φόιερμπαχ ανάγει τη
θρησκευτική ουσία στην ανθρώπινη
ουσία. Όμως, η ουσία του ανθρώπου δεν είναι μια αφαίρεση που ενυπάρχει στο
μεμονωμένο άτομο. Στην πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών
σχέσεων. Γι΄ αυτό ο Φόιερμπαχ, ο οποίος
δεν ασχολείται με την κριτική αυτής της πραγματικής ουσίας, είναι υποχρεωμένος:
1) να κάνει αφαίρεση από την
πορεία της ιστορίας, να προσδιορίζει τη θρησκευτική διάθεση (Gemüt)
σαν κάτι το ξεχωριστό και να προϋποθέτει ένα αφηρημένο –απομονωμένο- ανθρώπινο άτομο.
2) να αντιλαμβάνεται
επομένως την ανθρώπινη ουσία μονάχα σαν «γένος» («Gattung»), σαν εσωτερική βουβή γενικότητα που
συνδέει τα πολλά άτομα μονάχα με φυσικούς
δεσμούς.
7
Για το λόγο αυτό ο Φόιερμπαχ δεν
βλέπει, ότι και η ίδια η «θρησκευτική διάθεση» είναι κοινωνικό προϊόν, και ότι το αφηρημένο άτομο που αναλύει, ανήκει
στην πραγματικότητα σε μια καθορισμένη κοινωνική μορφή.
8
Η κοινωνική ζωή είναι στην
ουσία της πρακτική. Όλα τα μυστήρια,
που παρασέρνουν τη θεωρία προς το μυστικισμό, βρίσκουν τη λογική λύση τους μέσα στην
ανθρώπινη πράξη και στην κατανόηση αυτής της πράξης.
9
Το ανώτατο σημείο που φτάνει
ο εποπτικός (anschauende) Υλισμός, δηλαδή ο Υλισμός
που δεν αντιλαμβάνεται τον αισθητό κόσμο ως πρακτική δράση, είναι η εποπτεία
των ξεχωριστών ατόμων μέσα στην «κοινωνία των πολιτών».
10
Η άποψη του παλιού Υλισμού
είναι η κοινωνία «των πολιτών». Η άποψη του καινούργιου Υλισμού είναι η ανθρώπινη κοινωνία ή κοινωνικοποιημένη
ανθρωπότητα.
11
Οι φιλόσοφοι μονάχα ερμήνευαν με διάφορους τρόπους τον
κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε.
Σημειώσεις Izi * "βρώμικη-ιουδαϊκή" (schmutzig-jüdischen) - Για να καταλάβει κανείς τι εννοεί μ' αυτό το παράξενο ο Μαρξ, βλ. το δοκίμιό τουΓια το Εβραϊκό Ζήτημα, που είχε γράψει την προηγούμενη χρονιά (1844). Για μια βαθύτερη ανάλυση της φιλοσοφικής σχέσης του Μαρξ με τον Φόυερμπαχ, βλ. Κώστας Παπαϊωάννου, Οντολογία και Αλλοτρίωση (μετάφραση Βασίλης Τομανάς, Εναλλακτικές εκδόσεις, 2009) Για μια πιο σύγχρονη και πιο πετυχημένη προσέγγιση στο ζήτημα θεωρία-πράξη, βλ.εδώ.
Η βάρκα της αφήγησης και τα βράχια της πραγματικότητας. Προλετάριοι κι αφεντικά. Διαψεύσεις και δυσφορίες. Μικρές και μεγάλες προδοσίες. Τελικά, αν είναι αλήθεια πως υφαίνουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας μέσα από αφηγήσεις, μπορούμε να το κάνουμε εντελώς ανεξάρτητα από την πραγματικότητα, ανεξάρτητα από ό,τι δεν είναι αφήγηση, ιστορία, μυθοπλασία; Εισαγωγή με ένα μικρό φόρο τιμής στη σιωπή. Για όσες και όσους αντέχουν!
Εξετάσαμε στο προηγούμενο μια βασική όψη της τεχνομονολιθικής επικράτησης του άυλου χρήματος. Ας δούμε τώρα με ποιον τρόπο έχουμε βρεθεί, έκοντες άκοντες, να συμμετέχουμε στο όλο παιχνίδι. Την παραμονή του
21ου αιώνα, διακεκριμένοι Γάλλοι
νομομαθείς της Τράπεζας της Γαλλίας επισήμαιναν κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον:
«[Ε]νώ αρκετοί προβλέπουν
τη μελλοντική κατάργηση του νομίσματος χάρη στις νέες τεχνολογίες, οι νομικοί
διαπιστώνουν σταθερά ότι το χρήμα παραμένει ο άγνωστος Χ του Δικαίου: ‘‘Το χρήμα βρίσκεται παντού μέσα στις
κοινωνικές σχέσεις, αλλά πουθενά μέσα στη νομική σκέψη’’ (Remy Libehaber, Recherche sur la monnaie en droit privé). Οι σπάνιοι νομικοί
ορισμοί του νομίσματος το προσδιορίζουν κυρίως ως λογιστική μονάδα ή σαν μέσον
πληρωμής, χωρίς να διακρίνουν τις διαφορετικές λειτουργίες του» (Η νομική φύση του ηλεκτρονικού
χρήματος, Δελτίο της Τράπεζας της Γαλλίας , τχ 70, Οκτώβριος
1999).
Εδώ θα προσεγγίσουμε έμμεσα αυτή την επισήμανση, δίνοντας το λόγο στον επίσης Γάλλο ειδήμονα
του τραπεζικού δικαίου François Grua (1949-2005), και
συγκεκριμένα στη μελέτη του Le dépôt de monnaie en banque(«Η χρηματική τραπεζική κατάθεση», 1998), στον οποίο παραπέμπουν οι παραπάνω νομομαθείς. Το ιδιαίτερο
ενδιαφέρον της μελέτης του βρίσκεται στο πώς προσδιορίζει το χρήμα και από εκεί
τη φύση της τραπεζικής κατάθεσης, με όρους μάλιστα πολύ οικείους τώρα πια μέσα
στο «ψηφιακό» περιβάλλον.
Νομίζω
πως οι επισημάνσεις του Γκρουά είναι πολύ πιο κατανοητές σήμερα, από ό,τι ήταν πριν από
είκοσι χρόνια. Διότι, με την πρόοδο του «ψηφιακού περιβάλλοντος», έχει πια
φύγει από το προσκήνιο η ιδέα της τραπεζικής κατάθεσης ως «αποταμίευση» και έχει
αντικατασταθεί από ένα πλήθοςτραπεζικών
«προϊόντων» (ασφαλιστικά, επενδυτικά, κ.λπ.), που εθίζουν τον καταθέτη στην
ιδέα της «κίνησης» παρά της «φύλαξης».
Από κοντά, η παράλληλη διαδρομή ολοένα
μεγαλύτερης «ψηφιοποίησης» του χρήματος με τελικό πυλώνα της την αυτόματη
κατάθεση της μισθοδοσίας στις
τράπεζες, ρίχνει ένα δραματικό φως στην τελευταία πρόταση της παραπάνω
σύνοψης:«η τραπεζική κατάθεση δεν είναι
παρά μια ορισμένη φάση στη συνολικότερη
παραγωγή αποτελεσμάτων, που συνδέονται μεν με αυτήν αλλά δεν παράγονται από τον
καταθέτη».
Θα πρέπει, νομίζω, να συγκρατήσουμε
ιδιαίτερα αυτές τις τρεις διαπιστώσεις του Γκρουά: (1) το χρήμα το θέλουμε
επειδή μας παρέχει μια γενική
δυνατότητα, μια γενική δύναμη· (2)το χρήμα είναι
το μοναδικό πράγμα που επινοήθηκε ώστε να το χρωστάμε· και (3) η πληρωμή με
χρήμα δεν γίνεται στη βάση μιας ισότητας,
δεν είναι μια ανταλλαγή μεταξύ δυο πραγμάτων, όπου το ένα υποτίθεται ότι
«εμπεριέχει μια αξία ίση προς την αξία» που εμπεριέχει το άλλο.
Διευκρινίζω
αμέσως ότι αυτό που ακολουθεί δεν είναι ακριβώς μετάφραση της μελέτης του
Γκρουά, αλλά μια προσωπική σύνοψη των
σημείων της που μας ενδιαφέρουν. Θυμίζω τέλος, ότι το σύνολο των μέχρι στιγμής σχετικών αναρτήσεών μας βρίσκεται εδώ—Σημ. HS.
*
Η αποταμίευση δεν ήταν ποτέ το ουσιώδες στην τραπεζική κατάθεση
Ο λόγος που επικράτησε
η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζες, παρατηρεί ο Φρανσουά Γκρουά, δεν έχει τόσο πολύ να κάνει με
την προστασία τους π.χ. από τους κλέφτες ή τη φωτιά. Έχει να κάνει με ένα
συγκεκριμένο φυσικό όριο των νομισμάτων: δεν βολεύουν καθόλου όταν έχεις να
κάνεις πληρωμές μεγάλων ποσών και σε μακρινές αποστάσεις. Τα δίνεις λοιπόν σ’
ένα τραπεζίτη, ο οποίος αναλαμβάνει τη μεταφορά τους και τα στέλνει εκεί που
θέλεις να πάνε. Επομένως, βασικό κίνητρο του καταθέτη είναι το πώς θα
χρησιμοποιήσει βολικότερα το χρήμα του —πράγμα που γίνεται μέσω «εντολών», τις οποίες δίνει στην
τράπεζά του (τσεκ, μεταφορά σε λογαριασμούς, κ.λπ.).
Η πρωτοτυπία του
«συμβολαίου» που λέγεται τραπεζική κατάθεση, βρίσκεται λοιπόν καταρχήν στο ότι
είναι ένας τρόπος να παραδώσεις ένα πράγμα σε κάποιον άλλον προκειμένου να το
κάνεις πιο εύχρηστο, ώστε να μπορείς πιο εύκολα να το κινείς. Με άλλα λόγια, στερείται νοήματος η έννοια της κατάθεσης ως
«φύλαξη χρημάτων» (π.χ. αποταμίευση), η οποία δεν σημαίνει κίνηση αλλά αντίθεση
«ύπνωση» του χρήματος.
Η τραπεζική κατάθεση δεν μεταβιβάζει κανένα δικαίωμα
ιδιοκτησίας
Ωστόσο, η πρωτοτυπία
του συμβολαίου «τραπεζική κατάθεση» δεν εξαντλείται σε αυτό. Η τραπεζική
κατάθεση διαφέρει πλήρως από όλα τα άλλα συμβόλαια. Δεδομένου ότι πρόκειται για ανταλλαγή χρήματος με χρήμα, η διαφορά αυτή βρίσκεται σε
αυτό που είναι το ίδιο το χρήμα και
επομένως, για να την κατανοήσουμε πρέπει να καταλάβουμε τι είναι το χρήμα. Χωρίς αυτή την
κατανόηση, ακόμα κι αν ξεπεράσουμε την ιδέα της τραπεζικής κατάθεσης ως «φύλαξη
χρημάτων», θα παραμείνουμε δέσμιοι μιας βαθύτερης πλάνης για τη φύση της.
Υπάρχει πράγματι η εντύπωση —μια ιδέα οποία ασπάζεται
ακόμα και το Ακυρωτικό Δικαστήριο, όπως επισημαίνει ο Γκρουά—
ότι με την κατάθεση μεταβιβάζουμε την ιδιοκτησία των χρημάτων μας στον
τραπεζίτη. Αυτό δεν είναι ακριβές, διότι το
χρήμα δεν είναι από τα πράγματα, των οποίων μπορεί κανείς να είναι ιδιοκτήτης.
Το χρήμα δεν είναι αυτό που λέμε «αγαθό». Είναι το μέσο με το οποίο μπορεί
κανείς να αποκτήσει ένα αγαθό, είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να γίνεις ιδιοκτήτης ενός αγαθού.
Κατά συνέπεια, η κατάθεση χρημάτων σε μια
τράπεζα δεν μπορεί να αναλυθεί ως μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ενός αγαθού, αλλά μάλλον
ως μεταβίβαση «επιμελητείας».
Γιατί
φανταζόμαστε το χρήμα σαν «αγαθό»
Ο λόγος που νομίζουμε ότι μπορεί κανείς να
είναι ιδιοκτήτης του χρήματος όπως είναι ιδιοκτήτης ενός οποιουδήποτε αγαθού,
βρίσκεται στο ότι τείνουμε να θεωρούμε ότι το χρήμα έχει μια ορισμένη αξία. Και
το νομίζουμε αυτό επειδή με το χρήμα μπορούμε να αποκτήσουμε πράγματα που έχουν
αξία. Φανταζόμαστε λοιπόν ότι ένα χαρτονόμισμα είναι κάτι σαν μια μικρή
ζωγραφιά, ας πούμε, ή σαν μια «ρεπροντιξιόν», στην οποία έχει δοθεί συμβατικά
μια ορισμένη αξία [το αναγραφόμενο ποσόν, π.χ. 50 ευρώ] ώστε να μπορεί κανείς
να την ανταλλάξει με ό,τι θέλει.
Πρόκειται ασφαλώς για πλάνη, όπως εξηγεί ο Γκρουά! Η δύναμη που
έχει το χρήμα, και τα πάθη που ξεσηκώνει, δεν έχουν τίποτα να κάνουν με αυτά
που πιστεύει αυτή η απατηλή ιδέα.
Νόημα ζωής, Αφήγηση,
Περιπέτεια, Θλίψη. Τραγικά και δυσοίωνα γεγονότα. Το βάρος της φτώχειας, το βάρος της αδικίας και το βάρος της αποδόμησης κάθε απόπειρας για μια από κοινού αφήγηση της ζωής που ζούμε. Ερωτήσεις. Το γεγονός ότι ένα συμβάν, ή μια ζωή,
μπορεί να περιγραφτεί απόπολλές διαφορετικές
οπτικές γωνίες, συνεπάγεται άραγε ότι είναι αδύνατο να συμφωνήσουμε σε ΕΝΑ συμπέρασμα,
να οδηγηθούμε σε ΜΙΑ κοινή αφήγηση; Η υπόγεια σχέση ανάμεσα στο ψυχικό βάρος
και την αποδόμηση των κοινών αφηγήσεων με το πρόσχημα μιας μη-μονολιθικής
ματιάς στα πράγματα. Ιδιωτικά νοήματα, αυστηρά προσωπικές αλήθειες και απόσυρση.
Μια εκπομπή με λιακάδα και βροντές! Και απαντήσεις!
«Μ’ αρέσει πολύ να τον
βλέπω με ανασηκωμένα τα μανίκια του πουκαμίσου του, χωρίς παπούτσια και
καθισμένο άνετα στον καναπέ, με μια μπίρα και λίγο σαλάμι, την ώρα που
παρακολουθεί τον αγώνα αναφωνώντας: ‘‘Ορίστε, δείτε το άλλο μου πρόσωπο’’.
Προφανώς δεν του περνάει καν από το μυαλό ότι ένα στερεότυπο (ο πολύ σοβαρός
κύριος υπουργός) συν ένα άλλο στερεότυπο (ένας συμπαθητικός τύπος, λάτρης της παγωμένης
μπύρας) μας κάνει στερεότυπο στο τετράγωνο.»
Μιριέλ Μπαρμπερί, «Η κομψότητα
του σκαντζόχοιρου» (Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2010)
Μάζεψα τις κατά τη γνώμη μου βασικές
αναφορές του Νίτσε στο «μηδενισμό», πιστεύοντας ότι αυτό θα βοηθήσει όποιον/α θέλει
να πάρει μια καλή ιδέα του θέματος. Είμαι σίγουρος ότι θα δείτε αμέσως πόσο
αγγίζουν τη σημερινή, τη δική μας εποχή! Τα αποσπάσματα είναι από τις μεταφράσεις
των βιβλίων του Νίτσε από τον Ζήση Σαρίκα (εκδόσεις Πανοπτικόν), εκτός από το Η θέληση για δύναμη, που είναι δική μου
μετάφραση από τα γαλλικά. —ΗS
Α.
Η ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ (1882)
§ 346
Το ερωτηματικό μας. (…) Προφυλαγόμαστε βέβαια να πούμε ότι ο κόσμος έχει λιγότερη αξία απ’ όση νομίζαμε: πράγματι,
σήμερα θα βάζαμε τα γέλια αν βλέπαμε τον άνθρωπο να έχει την αξίωση να
επινοήσει αξίες που θα ξεπερνούσαν
τον πραγματικό κόσμο. Σ’ αυτό το πράγμα γυρίσαμε την πλάτη μας θεωρώντας
το υπερβολική παρεκτροπή της ανθρώπινης κενοδοξίας και του ανθρώπινου α-λόγου,
η οποία για πολύ καιρό δεν αναγνωριζόταν ως τέτοια. (…)
Ολόκληρη η στάση «άνθρωπος εναντίον του κόσμου», ο άνθρωπος ως αρχή
που «αρνείται τον κόσμο», ο άνθρωπος ως μέτρο της αξίας των πραγμάτων, ως
κριτής του κόσμου, που στο τέλος βάζει την ίδια του την ενθαδική ύπαρξη στη
ζυγαριά του και τη βρίσκει πολύ ελαφριά —η απίστευτη ανοστιά αυτής της στάσης
έγινε τελικά αντιληπτή απ’ τη συνείδησή μας και μας αηδίασε. Γελάμε όταν
βλέπουμε τοποθετημένους δίπλα-δίπλα τον «άνθρωπο και τον κόσμο», που χωρίζονται από την υπέροχη προπέτεια της λεξούλας
«και»! Πώς όμως; Όταν γελάμε έτσι, δεν προχωράμε άλλο ένα βήμα στην περιφρόνηση του ανθρώπου; Και κατά
συνέπεια στον πεσιμισμό, στην άρνηση της ύπαρξης που μπορούμε εμείς να γνωρίσουμε;
Δεν βουλιάξαμε στην υποψία ότι υπάρχει μια αντίθεση ανάμεσα στον
κόσμο στον οποίο μέχρι τώρα αισθανόμαστε άνετα με τους σεβασμούς μας (και μας
επέτρεπαν ίσως ν’ αντέχουμε τη ζωή)
κι έναν άλλο κόσμο που είμαστε εμείς οι
ίδιοι;
Πρόκειται για μια αμείλικτη,
θεμελιώδη και βαθύτατη υποψία για τον εαυτό μας, για εμάς τους ίδιους, μια
υποψία που κατατρώει ολοένα και περισσότερο, ολοένα και χειρότερα εμάς τους Ευρωπαίους,
και που εύκολα μπορεί να θέσει τις επόμενες γενιές μπροστά στο φρικτό δίλημμα:
«Είτε γκρεμίστε όσα όσα σέβεστε, είτε γκρεμίστε τον εαυτό σας». Το δεύτερο
είναι οπωσδήποτε μηδενισμός. Μα μήπως
και το πρώτο μηδενισμός δεν είναι;
Αυτό είναι το ερωτηματικό μας.
§ 347
Οι πιστοί και η ανάγκη τους για πίστη. (…) Όπου λείπει περισσότερο η θέληση, είναι πιο ποθητή η
πίστη. Γιατί η θέληση, ως αίσθημα του να διοικείς,
είναι το διακριτικό σημάδι της αυτοκυριαρχίας και της δύναμης. Με άλλα λόγια, όσο
λιγότερο ξέρει κανείς να διοικεί, τόσο περισσότερο επιθυμεί κάποιον που να
διοικεί, και μάλιστα αυστηρά —ένα θεό, ένα ηγεμόνα, μια κοινωνική τάξη, ένα γιατρό,
ένα εξομολόγο, ένα δόγμα, μια κομματική συνείδηση. (…)
Η ορμητικότητα με την οποία οι πιο
έξυπνοι συγκαιρινοί μας χάνονται σε αξιοθρήνητα αδιέξοδα, όπως για παράδειγμα η
πατριδολατρία (εννοώ αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν σωβινισμό, και οι Γερμανοί deutsch), ή σε δόγματα απόμερων εστετίστικων κύκλων, όπως η
Παριζιάνικη φυσιοκρατία (…), ή 0 μηδενισμός
α λά Αγία Πετρούπολη, αυτή η πίστη στην
απιστία (…), όλη αυτή η ορμητικότητα
φανερώνει πάντα και πριν απ’ όλα την ανάγκη για πίστη, για στήριγμα, για ραχοκοκαλιά,
για αποκούμπι. (…)
Β.
ΠΕΡΑ
ΑΠ’ ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ (1886)
Ι, § 10. Ο ζήλος και η επιδεξιότητα, για να
μην πω η πανουργία, με τον οποίο σήμερα τίθεται παντού στη Ευρώπη το πρόβλημα «του πραγματικού και του φαινομενικού κόσμου», πρέπει να μας κάνει ν’ ακούσουμε
και να σκεφτούμε. Κι όποιος ακούει εδώ στο πίσω μέρος μόνο μια «θέληση για
αλήθεια» και τίποτα περισσότερο, ασφαλώς δεν διαθέτει και τα καλύτερα αυτιά. Σε
μεμονωμένες κι εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, μια τέτοια θέληση για αλήθεια,
κάποιο ακραίο και ριψοκίνδυνο θάρρος, η φιλοδοξία ενός μεταφυσικού να
βαστήξει μια χαμένη θέση, μπορεί πράγματι να παίζουν ρόλο και τελικά να
προτιμούν μια χούφτα «βεβαιότητες» από ένα ολόκληρο αμάξι φορτωμένο με ωραίες
δυνατότητες. Μπορεί επίσης να υπάρχουν φανατικοί πουριτανοί της συνείδησης, που
προτιμούν να ξαπλώσουν και να πεθάνουν πάνω σε ένα σίγουρο Μηδέν παρά σ’ ένα
αβέβαιο Κάτι. Όμως αυτό είναι μηδενισμόςκαι σημάδι μιας κουρασμένης και
θανάσιμα απελπισμένης ψυχής.
... βλέποντάς τον τινάχτηκα και ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα, με μια
αίσθηση παγωνιάς, σαν να αρρώσταινα, σαν να με είχε αγγίξει κάτι
άρρωστο... Ευτυχώς, δεν ήταν παρά ένα όνειρο, το όνειρο κάποιων άλλων, ο δικός μου εφάλτης...
«Μην είστε διφορούμενοι, μην είστε πολύφλύαροι,
να είστε σύντομοι, να είστε μεθοδικοί
και ν’ αποφεύγετε τις ασάφειες: αυτά είναι τα τέσσερα Αποφθέγματα
για τον Τρόπο [φιλοσοφείν] και νομίζω ότι πολύ συχνά παραβιάζονται. Υπάρχουν
μάλιστα ορισμένες σχολές φιλοσοφίας, όχι από αυτές που συμπαθώ, που τα
παραβιάζουν συστηματικά.
Δεν ξέρω αν σας έχω πει αυτή
την ιστορία, αλλά είχα κάποτε μια κουβέντα με το διάσημο Γάλλο φιλόσοφο [τον
Φουκώ], που είναι φίλος μου, και του είπα: ‘‘γιατί διάολε γράφεις τόσο χάλια, pourquoi tu écris si mal’’, και μου λέει: ‘‘κοίτα, αν
έγραφα με τόση σαφήνεια όση εσείς εδώ, ο κόσμος στο Παρίσι δεν θα μ’ έπαιρνε στα
σοβαρά· ξέρεις,
θεωρούν ότι το να γράφεις με σαφήνεια είναι κάτι παιδιάστικο, αφελές’’.
Αυτό μου είπε ο Φουκώ και ξέρετε
ήταν πανέξυπνος άνθρωπος κι έγραψε ένα σωρό πολύ καλά πράγματα, αλλά γενικά
έγραφε χάλια. Όταν τον άκουγες να δίνει μια ομιλία στο Μπέρκλεϊ, ήταν
ξεκάθαρος, μιλούσε με σαφήνεια όπως εγώ. Οπότε τον ρώτησα: ‘‘γιατί δεν γράφεις με
τέτοια σαφήνεια;’’, και μου είπε: ‘‘ε, να, στη Γαλλία θεωρούν κάπως παιδιάστικο
και αφελές να γράφεις με σαφήνεια’’ — και του λέω, ‘‘έλα τώρα, tu te moques un peu de moi,πλάκα
μου κάνεις,πες μου στ’ αλήθεια
γιατί γράφεις τόσο χάλια, διότι στις συζητήσεις είσαι σαφέστατος όπως κι εγώ’’,
οπότε μου απαντάει: ‘‘En
France tu dois être au moins dix pour cent incomprehensible, στη
Γαλλία πρέπει να ‘σαι τουλάχιστον 10%δυσνόητος,
ειδάλλως δεν θα θεωρήσουν ότι λες κάτι βαθύ, δεν θα σε θεωρήσουν βαθύ στοχαστή’’.
Έδωσα μια σειρά διαλέξεων
στη Γαλλία, στο Collège de France,μαζί
μ’ έναν άλλο εξίσου διάσημο με τον Φουκώ φιλόσοφο, τον Πιέρ Μπουρντιέ, και του
είπα την ιστορία αυτή: ‘’Πιέρ, τι λες εσύ γι’ αυτό;’’, και μου απάντησε: ‘’Είναι
πολύ χειρότερα τα πράγματα, το ποσοστό είναι πάνω από 10%, είναι μάλλον 20%’’ —και
πρέπει να πω ότι, αν διαβάζεις τον Μπουρντιέ μιλάμε για τουλάχιστον 20%
δυσνόητος.
Τον Μπουρντιέ τον θαυμάζω,
είναι τρομερός τύπος και στη συζήτηση σαφής και ξεκάθαρος, αλλά είχα κάποτε
συστήσει ένα από τα βιβλία του στους φοιτητές ενός μαθήματός μου στο Μπέρκλεϊ,
το Le Sens Pratique, κι
οι φοιτητές τα έπαιξαν κι η αλήθεια είναι, ότι κι εγώ είδα κι έπαθα να καταλάβω
τι θέλει να πει. Στα αγγλικά το έχουν μεταφράσει The Logic of Practice, είναι για το υπόβαθρο,
γι’ αυτό που ονομάζω υπόβαθρο, ίσως το έχει πει και κάποιος άλλος.
Λοιπόν ο Φουκώ κι ο Μπουρντιέ
έγραψαν κάτι σαν γαλλογερμανική φιλοσοφία, ήταν κάτι πολύ σκοτεινό, ασαφές. Ο
Φουκώ, εντάξει, αργότερα έγινε πιο σαφής και μάλιστα είπε σ’ ένα φίλο μου, ότι προτιμούσε
να ζει στην Αμερική γιατί εκεί θα μπορούσε να γράφει ακόμα πιο ξεκάθαρα, αλλά
τα αγγλικά του δεν ήταν τόσο καλά, οπότε… Είπε λοιπόν στον, πώς τον λένε, α
ναι, Υβ Μισώ, του είπε λοιπόν, ‘'Υβ, αν μιλούσα καλά αγγλικά, μάλλον θα
μετακόμιζα μόνιμα στις ΗΠΑ’’.
Τελοσπάντων, υπάρχουν
περιπτώσεις όπου τα Αποφθέγματα για την σαφήνεια, μην είστε σκοτεινοί, μην
είστε διφορούμενοι, παραβιάζονται συστηματικά και νομίζω πως η γερμανική
φιλοσοφία ευθύνεται γι’ αυτό. Κοιτάξτε, ήταν μια εποχή, τότε που
μάθαινα γαλλικά, που το σλόγκαν ήταν: Ce qui n’ est pas clair, n’ est
pas français, ό,τι
δεν είναι ξεκάθαρο, δεν είναι γαλλικό… Όμως αυτό το εγκατέλειψαν στη
γαλλική φιλοσοφία και πολλά από αυτήν είναι πάρα πολύ σκοτεινά.
Εντάξει. Τώρα, η σχέση είναι
[… συνεχίζει το μάθημα]»