22 Οκτωβρίου 2006

Δεύτερη και τελευταία επιστολή στα «Παιδιά της Γαλαρίας» | Περί ταξικής και πολιτισμικής οπτικής, και επιτέλους περί εντιμότητας


Αθήνα, 10/11/2005

Πληροφορήθηκα πριν λίγες μέρες, και στη συνέχεια το διαπίστωσα με τα μάτια μου, πως μου κάνατε την τιμή να με περιλάβετε, δια χειρός Λασεναίρ ετούτη τη φορά, και στο καινούργιο τεύχος του περιοδικού σας (τχ. 11, Σεπτέμβρης 2005). Μάλιστα και πάλι, όπως πριν δυο χρόνια (τχ. 10, Ιούνιος 2003), μέσω μιάς … υποσημείωσης.

Για να μην παρεξηγηθούμε χωρίς λόγο, διευκρινίζω ευθύς εξαρχής πως δεν απαιτώ καθόλου, ούτε καν ζητάω, ν’ απαντάτε στις κριτικές μου ή και γενικότερα σε ό,τι λέω και γράφω. Ούτε είστε υποχρεωμένοι να μου απαντάτε με κάποιο κείμενο, έστω κι αν εγώ σάς απεύθυνα ώς τώρα δύο κείμενα και μάλιστα πολυσέλιδα. Έχετε μάλιστα κάθε δικαίωμα να μου απαντάτε με απλές υποσημειωσούλες, όσο γελοίο κι αν είναι αυτό, αλλά και το δικαίωμα να μην μου απαντήσετε ποτέ τίποτα. Στο κάτω κάτω, ποιός είμαι εγώ;

Φαίνεται όμως πως τα κριτικά επιχειρήματα, που σάς απεύθυνα πριν 3 χρόνια με αφορμή το βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ Έκλειψη κι επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος [1], αλλά και η Επιστολή μου με θέμα «δημοκρατία και κομμουνισμός» (που σάς έστειλα τον Ιούνιο του 2003, απαντώντας στην πρώτη υποσημειωσούλα σας), κάτι σάς «είπανε»× και μάλιστα κάτι το αρκετά δυσάρεστο κι ενοχλητικό μεν αλλά καθόλου ασήμαντο, μηδαμινό ή αδιάφορο, ώστε να το αφήσετε εντελώς αναπάντητο. Μπήκατε λοιπόν δυό φορές στον κόπο να με περιλάβετε, έστω και με υποσημειωσούλες, και κατά κάποιον τρόπο σάς ευχαριστώ γι’ αυτό.

Αν όμως δεν είστε διόλου υποχρεωμένοι να μου απαντάτε, ούτε καν να μου απαντάτε μ’ ένα τρόπο (και κόπο) ανάλογο του δικού μου, ωστόσο είστε απόλυτα υποχρεωμένοι, από τη στιγμή που αποφασίζετε να μου απαντήσετε, να το κάνετε τουλάχιστον με εντιμότητα.

Στην προηγούμενη υποσημειωσούλα σας (τχ. 10) «απαντήσατε» πλαγίως με δυο γραμμούλες – παραθέτοντας κι ένα τεχνηέντως ξεκομμένο κομματάκι τριών γραμμών απ’ όσα έγραφα – στην εκτενή και διεξοδική κριτική που είχα κάνει πολύ καιρό νωρίτερα στο παραπάνω βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ. Τουλάχιστον όμως τότε, πριν δυόμιση χρόνια, είχατε τη στοιχειώδη εντιμότητα να παραπέμψετε τους αναγνώστες σας στην ιστοσελίδα happyfew.gr, από την οποία θα μπορούσαν να προμηθευτούν ολόκληρο το κείμενο των Σχολίων μου και να σχηματίσουν την όποια άποψή τους από μόνοι τους. Αυτό μείωνε κάπως το γεγονός οτι εκείνη η υποσημειωσούλα σας ήταν σκέτη … ταμπελοκόλληση, αφού με είχατε τσουβαλιάσει αυθαίρετα και βέβαια χωρίς κανένα επιχείρημα.

Για το τσουβάλιασμα εκείνο και το πόσο αυθαίρετο ήτανε, σάς είχα απαντήσει παρευθύς με επιστολή μου 17 σελίδων (14 Ιουνίου 2003), γεμάτη από ντοκουμέντα κι  επιχειρήματα, και χωρίς να σάς τσουβαλιάζω σε καμμιά στιγμή. Ουδέποτε μου απαντήσατε σ’ εκείνη την επιστολή, όπως άλλωστε ουδέποτε απαντήσατε στα κριτικά σχόλιά μου πάνω στο βιβλίο του Ντωβέ. Αλλά έστω× ίσως να μην έχετε χρόνο ν’ ασχολείστε σοβαρότερα με τις κριτικές μου, παρ’ όλο που η όποια έλλειψη χρόνου δεν δικιολογεί το τσουβάλιασμα κι ακόμα λιγότερο την έλλειψη ευθύτητας κι εντιμότητας.

Σ’ αυτήν εδώ όμως, τη νέα υποσημειωσούλα σας το προηγούμενο τσουβάλιασμα μοιάζει παρανυχίδα μπροστά στις χοντράδες, με τις οποίες με χαρακτηρίζετε … χωρίς βέβαια κανένα επιχείρημα και πάλι. Κι εδώ διαπρέψατε στην ταμπελοκόλληση, μόνο που τώρα το παραχέσατε.

Αναρωτιέμαι ειλικρινά γιατί τόσο τυφλό κι ανόητο μένος εναντίον μου! Είναι δυνατόν να σπαστήκατε τόσο πολύ ή να αισθανθήκατε τόσο μεγάλη … πολιτική απειλή από την κριτική μου στο βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ; Μυστήρια πράγματα. Ακατανόητα! Όμως ούτε αρμόδιος είμαι, ούτε έχω κανένα λόγο ή όρεξη να τα διερευνήσω. Θ’ αρκεστώ ν’ απαντήσω, πάντοτε με επιχειρήματα, στην νέα αυτή επίθεσή σας από το πουθενά, πριν σας αποχαιρετήσω οριστικά.

Γράφετε λοιπόν τώρα για την αφεντιά μου:

«Εδώ και τρία χρόνια τα περισσότερα μέλη των Παιδιών της Γαλαρίας και του Κόκκινου Νήματος έκριναν οτι δεν είχε κανένα πολιτικό ενδιαφέρον να μπουν σ’ ένα διάλογο με το δημοκράτη και λάτρη του ελληνικού εθνικού πολιτισμού (βλ. άρθρο του στο εθνικιστικό περιοδικό Άρδην, τχ. 46, 2004) Γ.Δ. Ιωαννίδη. Αν κάναμε κάτι τέτοιο θα ήταν σα να θεωρούσαμε συζητήσιμη τη λασπολογία του εναντίον του Ντωβέ (τον οποίον αποκάλεσε πατερναλιστή, «πεφωτισμένο μπαμπά», εξουσιαστή ντετερμινιστή ο οποίος συλλαμβάνει τον κομμουνισμό «στη βάση ενός μικροαστικού πνεύματος αποταμίευσης» και άλλα τέτοια ευτράπελα). Ούτε αναγνωρίζουμε φυσικά σε κανένα το ρόλο του τιμητή του επαναστατικού κινήματος (πόσο μάλλον όταν πρόκειται για έναν εξωτερικό τιμητή, ο οποίος συμπλέει με το κυρίαρχο δημοκρατικό ρεύμα). Το μόνο που αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι οτι το 2002 που εκφράστηκαν, από διαφορετική φυσικά οπτική, τόσο η δική μας όσο και η (εκτενής) ιωαννίδειος κριτική στον ντετερμινισμό του Ντωβέ, και οι δυό πλευρές αγνοούσαμε τη μεταστροφή του στο συγκεκριμένο θέμα. Το Προλεταριάτο και Εργασία κυκλοφόρησε βέβαια μέσα στο 2002 αλλά έφτασε καθυστερημένα στα χέρια μας.» (Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τχ. 11, υποσημ. 14, σελ. 108).

Θαυμάσια! Να σημειώσω μόνο, πριν μπω στο ζουμί, δυό λεπτομερειούλες που έχουν το ενδιαφέρον τους.

Για να μη συγχέουμε λοιπόν παραπλανητικά, όπως κάνετε εδώ, εντελώς διαφορετικά μεγέθη και κατ’ επέκταση ποιότητες, επειδή γράφετε οτι «το 2002 που εκφράστηκαν, από διαφορετική φυσικά οπτική, τόσο η δική μας όσο και η (εκτενής) ιωαννίδειος κριτική στον ντετερμινισμό του Ντωβέ, [κ.λπ.]», σας υπενθυμίζω πως εκείνο το μοιραίο έτος η δική μου κριτική … περιορίστηκε σε 93 σελίδες ενώ η δική σας … απλώθηκε σε 3 γραμμούλες [2]. Κι ενώ στη δική μου, την «ιωαννίδειο» κριτική, η οπτική μου δηλώθηκε ξεκάθαρα κι αναπτύχθηκε διεξοδικά, στην δική σας, τη «γαλάρειο» κριτική των 3 γραμμών, μόνο με καλπασμούς φαντασίας μπορεί να διακρίνει κανείς την οπτική γωνία της. Ίσως όμως είστε οπαδοί ενός γνωστού αποφθέγματος του … ελληνικού εθνικού πολιτισμού, κατά το οποίο «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν». Ποιός ξέρει;

Από την άλλη, δεν μπορώ πράγματι να μη νιώσω κάποια μικρή ικανοποίηση διαβάζοντας το Προλεταριάτο και Εργασία τών Ντωβέ-Νέζικ και το Επίμετρό σας, που δημοσιεύετε σ’ αυτό το τεύχος 11. Επιτέλους λοιπόν κι ο ίδιος ο Ντωβέ κατάλαβε πως ο ντετερμινισμός του ήταν απλά αποτέλεσμα μιας ληξιπρόθεσμης κι άνευ σοβαρού νοήματος αντίδρασης σε μια ορισμένη τάση μετά το Μάη του 1968, κι οτι είχε «κατά κάποιον τρόπο παρατραβήξει το σκοινί» – όπως ακριβώς δηλαδή το είχα επισημάνει στην εισαγωγή των Σχολίων μου.

Να τι έλεγα επ’ αυτού:

«Ο Ντωβέ δεν θεωρεί πως η απόπειρά του να εστιάσει αποκλειστικά στο περιεχόμενο τού κομμουνισμού, προέκυψε μέσα από κάποιες παροδικές ιστορικές συνθήκες, δηλαδή από την παρακμή τού κινήματος τού ’68 και την "υποκειμενιστική" παρεκτροπή που την ακολούθησε. Δεν βλέπει πως η έμφαση στον "αντικειμενισμό" και η κάθετη ρήξη με τον "υποκειμενισμό" εξυπηρετούσε μια πρόσκαιρη αντίθεση με ημερομηνία λήξης× και οτι, εάν αναχθεί σε απόλυτη αλήθεια και σε απόλυτη αντίθεση, επανεισάγει και συντηρεί αλώβητη την αδιέξοδη αντίθεση αντικειμενισμού-υποκειμενισμού. Αντίθετα, υποστηρίζει οτι αποκλειστικά και μόνο μ’ αυτό τον "αντικειμενιστικό" τρόπο μπορεί να συλληφθεί έγκυρα ο κομμουνισμός γενικά, τόσο ως υπαρκτό κίνημα όσο και ως μέλλον.» (Σχόλια στον Ντωβέ, σελ. 4) [3]

Ας μπούμε όμως στην ουσία. Επαναλαμβάνω οτι δεν απαιτώ το διάλογο μαζί σας –απλώς είχα ελπίσει οτι μπορεί να σάς ενδιέφερε ο διάλογος με κάποιον που, όπως φάνηκε σε τελική ανάλυση, είχε δίκιο να κριτικάρει συγκεκριμένα, διεξοδικά κι όχι αόριστα το ντετερμινισμό του Ντωβέ–, απαιτώ όμως, από τη στιγμή που με πιάνετε στο πληκτρολόγιό σας ή στο στόμα σας, να είστε έντιμοι απέναντί μου.

Η παραπάνω «απάντησή» σας, όχι μόνο δεν είναι έντιμη, όχι μόνο δεν είναι ούτε στο ελάχιστο πολιτική, αλλά είναι πολιτικάντικη πέρα ώς πέρα!

Α.

Η δραματοποίηση των διαφωνιών – στην οποία έχετε επιδοθεί, από το κακό στο χειρότερο, δι’ υποσημειώσεων σε βάρος μου – αποτελεί μια παραδοσιακή πατέντα όλων των πολιτικάντηδων του κερατά.

Η μέθοδος είναι απλή και γνωστή. Απέναντι στα επιχειρήματα κάποιου, από τα οποία νιώθουμε (βάσιμα ή όχι) κάποιου είδους «απειλή» ή έστω ξεβόλεμα, δεν απαντάμε μ’ επιχειρήματα αλλά του κολλάμε ξύλινες δραματικές ταμπέλες, που ξέρουμε οτι μειώνουν κι απαξιώνουν αυτόματα και αυτόν και – κυρίως! – τα (κατά φαντασία ή όχι) ενοχλητικά επιχειρήματά του απέναντι στο ακροατήριό «μας», προκειμένου αυτό να μην μπει καν στον κόπο να τα μελετήσει, ούτε να τ’ ακούσει, αλλά να τα προσπεράσει βιαστικά από πάνω με τη βοήθεια της … θαυματουργού ταμπέλας.

Εννοείται βέβαια πως, όπως όλα τα καλά δράματα, κι αυτή εδώ η πολιτικάντικη πατέντα ξεκινάει από απλές ταμπελοκολλήσεις και προχωράει σε δραματικές κορυφώσεις, στο βαθμό βέβαια που ο «ενοχλητικός» κάνει το λάθος να επιμένει και να επανέρχεται με επιχειρήματα, ο μπαγάσας. Με κατακλείδα της δραματικής κορύφωσης τον εξοβελισμό του στο πυρ το … εξωτερικότερον («εξωτερικός»), έτσι ώστε να προλάβουμε και την πιθανή μομφή οτι αρνούμαστε το διάλογο μαζί του, δηλαδή με τα ενοχλητικά επιχειρήματά του.

Φυσικά αυτή η πολιτικάντικη μέθοδος δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επέκταση τής θεωρίας του Παβλόφ, περί «εξαρτημένων αντανακλαστικών», στα πολιτικά πράγματα και είναι μάλλον περιττό να πω πόσο πολύ αυτό δείχνει πως υποτιμάτε και μειώνετε, όχι τόσο εμένα όσο το ίδιο το αναγνωστικό κοινό σας.

Αν δεν γνώριζα οτι είναι άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, και κυρίως αν δεν είχα διαπιστώσει από την προηγούμενη υποσημειωσούλα σας το πώς είχατε επιλέξει ν’ «απαντήσετε» στα επιχειρήματά μου, τότε θα είχα εκπλαγεί για το πόσο ξεφτιλισμένες πολιτικάντικες μεθόδους μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον μου άνθρωποι που δηλώνουν … ενάντιοι στην πολιτική, όπως εσείς. Λυπάμαι για λογαριασμό σας αλλά δεν εκπλήσσομαι καθόλου πιά× ειδικά εφόσον σύμπτωση επαναλαμβανόμενη, και μάλιστα προς το χειρότερο, παύει να είναι σύμπτωση.

Β.

Ας πάρω όμως ένα προς ένα τα τωρινά σας καμώματα σε βάρος μου.




1.

Για την ταμπέλα του «δημοκράτη, που συμπλέει με το κυρίαρχο δημοκρατικό ρεύμα», με την οποία επαναλαμβάνετε μονότονα την προηγούμενη ταμπελοκόλλησή σας εναντίον μου, σάς είχα απαντήσει διεξοδικά και με ντοκουμέντα στις 17 σελίδες της επιστολής μου πάνω στην υποσημειωσούλα σας του τεύχους 10. Δε χρειάζεται να επανέλθω εδώ. Εκείνη την επιστολή μου την είχατε λάβει πρώτοι απ’ όλους, ταχυδρομικά, κι από τότε υπάρχει δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα happyfew.gr, στην οποία μπορείτε ν’ ανατρέξετε αν τυχόν έχετε χάσει τ’ αντίγραφα που σάς είχα στείλει.

Το μόνο που αξίζει να σημειώσω εδώ, είναι οτι δεν αναφερόσαστε πουθενά σ’ εκείνη την εκτενή απαντητική επιστολή μου. Φαίνεται πως για κάποιους δικούς σας λόγους δεν θα θέλατε να πληροφορηθεί την ύπαρξή της το αναγνωστικό κοινό σας. Αλλά ξέρω, αρκεί τ’ οτι με βαφτίσατε … «εξωτερικό» για να μην έχω το δικαίωμα ν’ απολαμβάνω, εκ μέρους σας, ούτε της στοιχειωδέστερης έντιμης αντιμετώπισης.

2.

Για το αν λασπολογώ ή όχι τον Ζιλ Ντωβέ, το πρώτο που έχω να πω είναι οτι αδικείτε κατάφωρα τη νοημοσύνη όλων όσων έτυχε να διαβάσουν την κριτική μου σ’ εκείνο το βιβλίο του – εκτός κι αν δεν απευθύνεστε σ’ αυτούς αλλά μάλλον σε όσους δεν τη διάβασαν, προκαταβάλλοντάς τους εναντίον της.

Εάν από ένα κείμενό μου 93 πυκνογραμμένων σελίδων, στο οποίο έκανα διεξοδική κριτική σ’ ένα βιβλίο του Ντωβέ παραθέτοντας ολόκληρα αποσπάσματα από αυτό, το μόνο που κρατάτε και διαδίδετε σαν συμπέρασμα είναι οτι λασπολογώ σε βάρος του, τότε λυπάμαι αλλά δεν ξέρετε ούτε τι λέτε ούτε πώς το λέτε!

Προξενεί άλλωστε τουλάχιστον εντύπωση, και μάλιστα αλγεινή, τ’ οτι ξάφνου τώρα ανακαλύψατε οτι … λασπολογώ τον Ντωβέ. Ουδεμία έστω νύξη περί λασπολογίας κάνατε στην προηγούμενη υποσημειωσούλα σας πριν απο 2 χρόνια, παρ’ όλο που και πάλι είχε θέμα την κριτική μου στο βιβλίο του Ντωβέ! Εκεί, ισχυριζόσασταν απλώς πως στα Σχόλιά μου «επέκρινα την κομμουνιστική θεωρία», όχι τον Ντωβέ× εκτός κι αν κομμουνιστική θεωρία και Ντωβέ είναι ένα και το αυτό για εσάς … κάπως παρόμοια όπως, σ’ εκείνη την υποσημειωσούλα σας, εξισώνατε το «κρίνω» με το «επικρίνω». Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι οτι, μετά από τις παραπάνω γλιστερές πολιτικάντικες συνταυτίσεις, έχετε καταντήσει πλέον να συνταυτίζετε και το «κρίνω» με το «λασπολογώ»! Συγχαρητήρια για την πρόοδο!

Για να μην πολυλογούμε όμως επ’ αυτού, είναι σαφές οτι εάν ήθελα να ρίξω λάσπες στον Ντωβέ, θα το έκανα πολύ απλά κι εύκολα με μια-δυό υποσημειωσούλες στα μουλωχτά (ξέρετε εσείς!), και δεν θα καθόμουνα να γράψω σχεδόν ένα βιβλίο πάνω στο βιβλίο του.

Να εξετάσω όμως μία προς μία τις υποτιθέμενες λασπολογίες μου σε βάρος του Ντωβέ.




α.

Κατ’ εσάς λοιπόν, στην κριτική μου εκείνη τον αποκάλεσα λασπολογικά «πατερναλιστή». Έτσι είναι; Ας δούμε τι έγραφα:

«Είναι αρκετά σαφές οτι ο Ντωβέ έχει σε μεγάλο βαθμό εγκολπωθεί το αντεξουσιαστικό πνεύμα τής δεκαετίας τού ’60 και δεν θέλει οι σχέσεις αυτές [μεταξύ κομμουνιστών και απλού κοσμάκη] να είναι οι συνήθεις εξουσιαστικές-γραφειοκρατικές σχέσεις μεταξύ μιάς αυτοαποκαλούμενης πρωτοπορείας και τών συνειδησιακά "καθυστερημένων" προλεταρίων. Ωστόσο, μόλις πάει να γίνει πιο συγκεκριμένος, καταλήγει κι αυτός να προσδιορίζει αυτές τις σχέσεις μ’ ένα σαφώς πατερναλιστικό-δασκαλίστικο τρόπο. Λέει: «Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι συνθήματα αλλά μια ερμηνεία τού υπόβαθρου και τού μηχανισμού αυτών τών αγώνων. Αυτό που πρέπει να δείξει κανείς είναι μόνο το τι θα αναγκαστούν να κάνουν» (σελ. 51, η υπογράμμιση τού  Ντ.). Αυτό ακριβώς λέει βεβαίως και ο Μαρξ, π.χ. στο Μανιφέστο τού κομμουνιστικού κόμματος. Ποιοί όμως είναι οι κάτοχοι αυτής τής «γνώσης»; Ποιοί είναι αυτοί που γνωρίζουν ήδη αυτό που είναι αναγκασμένοι να κάνουν όλοι οι άνθρωποι και δεν χρειάζονται παρά να τούς το δείξουν;» (Σχόλια, σ. 57)[4].

Τις φράσεις μου αυτές ακολουθούν κι άλλα παραθέματα απ’ το βιβλίο του και βεβαίως διεξοδικά δικά μου αντεπιχειρήματα, που δεν χρειάζεται να παραθέσω εδώ. Αρκούν τα παραπάνω για ν’ αποδείξουν οτι οι λασπολόγοι είστε εσείς!

β.

Πού τον αποκάλεσα «πεφωτισμένο μπαμπά». Ουπς! Πουθενά! «Πεφωτισμένους άρχοντες του προλεταριάτου» αποκάλεσα τους σοσιαλδημοκράτες (κλασική και λενινιστική βερσιόν), επισημαίνοντας οτι ο Ντωβέ τους αντιστρατεύεται μεν αλλά τα επιχειρήματά του, στο βαθμό που παρέμενε δέσμιος του ντετερμινισμού, δεν είναι καθόλου επαρκή και μπάζουνε. Ιδού:

«Ο υλιστικός ντετερμινισμός είναι επιστημονισμός, είναι επιστημονιστική παρέκλιση τής κοινωνικής θεωρίας, όπου οι ελπίδες, οι προσδοκίες, η θέληση κι ένα σωρό άλλοι υποκειμενισμοί ντύνονται τη χλαμύδα τού «αντικειμενισμού» και τής «αντικειμενικής γνώσης». Αυτή η επιστημονιστική παρέκλιση τής κοινωνικής θεωρίας, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια της δεν εξαρτάται από το ίδιο το κίνημα, τούς αγώνες, τις συζητήσεις, τη δημόσια διαμάχη, αλλά από μια «αντικειμενική γνώση» διαφόρων «επιπέδων» και «μηχανισμών», μπορεί να ήταν κατανοητή πριν από διακόσια χρόνια, όταν ακόμα τα γρανάζια τών εν λόγω μηχανισμών δεν έτριζαν εκκωφαντικά όπως σήμερα.  Μπορεί ακόμα να ήταν κατανοητή, πριν δυό αιώνες, η επίσης επιστημονιστική παρέκλιση τού Ντωβέ σχετικά με τη μετάδοση τής γνώσης, σύμφωνα με την οποία «αυτό που πρέπει να δείξει κανείς είναι μόνο το τι θα αναγκαστούν να κάνουν [οι αγώνες]» (σελ. 51, η υπογράμμιση τού  Ντ.).

Έστω, αν και έχω μια ερώτηση εδώ: από πού θα τούς το δείξει αυτός ο «κανείς»; Δεν είναι και ο ίδιος ένας από εκείνους που "θα αναγκαστούν να κάνουν" αυτό το κάτι; Είναι. Τότε πώς αυτός το ξέρει και οι υπόλοιποι δεν το ξέρουν ώστε να τούς το δείξει; Έλαβε καμμία επιφώτιση; Έχει περισσότερο χρόνο από τούς υπόλοιπους για μελέτη τών μηχανισμών τού κινήματος; Τα παίρνει πιο εύκολα τα γράμματα; Είναι μήπως πιο αγωνιστής από τούς υπόλοιπους; Ποιός είσαι ρε μεγάλε;

Σοβαρά. Αυτά ήταν κατανοητά πριν από δύο αιώνες που, μαζί με τη λεγόμενη βιομηχανική επανάσταση, κυριαρχούσε το αστικό μηχανιστικό επιστημονικό μοντέλο γοητεύοντας ακόμα και τούς εχθρούς τής αστικής τάξης. Σήμερα όμως, έπειτα από δύο αιώνες που έφεραν την εργατική τάξη να αντιπροσωπεύεται μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να αγνοώ τις επιπτώσεις έχει  που ο κοινωνικός επιστημονισμός πέρα από τις όποιες καλές προθέσεις. Δεν μπορώ να αγνοώ το γεγονός οτι, μέσ’ από αυτή τη σύλληψη, επιβάλλοντάς την δεσποτικά και αποφεύγοντας ακόμα και τις … «αστικοδημοκρατικές» ψηφοφορίες-τζιζ (είπαμε: δημοκρατία=φτου κακά), αυτοαναδείχτηκαν όλοι οι πεφωτισμένοι άρχοντες τού προλεταριάτου. Διότι, από τον Κάουτσκυ και τον Λένιν ώς τον Μάο και τον Πολ Ποτ, όλοι οι καλοί υλιστές ντετερμινιστές ισχυρίστηκαν πως τα λεγόμενα και τα γραπτά τους δεν ήταν «υποκειμενισμοί», αλλά αντιπροσώπευαν το «επίπεδο ανάπτυξης τών παραγωγικών δυνάμεων», τούς «μηχανισμούς τών αγώνων» και συνεπώς το «προλεταριάτο».

Με άλλα λόγια, σήμερα δεν είναι πλέον δυνατόν ν’ ακούω χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις ένα λόγο που, όπως ο υλιστικός ντετερμινιστικός,  ισχυρίζεται – χωρίς μάλιστα να διαθέτει καμμιά πραγματική εξουσιοδότηση από το κοινωνικό κίνημα – οτι γνωρίζει κι ερμηνεύει αντικειμενικά και πιστά τα «κοινωνικά σύνολα», τούς «μηχανισμούς τών αγώνων» και τα «επίπεδα παραγωγικών δυνάμεων». Δεν μπορώ να μην είμαι εξαιρετικά καχύποπτος απέναντι στους υλιστές ειδήμονες τής «επιστήμης τής ιστορίας» και τών εξελικτικών «νόμων» της, που ισχυρίζονται πως ξέρουν τι θα γίνει ανεξαρτήτως τού τι σκεφτόμαστε εμείς οι υποδέλοιποι.» (Σχόλια, σ. 14).

Για παρέκλιση μίλησα λοιπόν, που υπήρχε στη σκέψη του Ντωβέ και την οποία αποδείχτηκε πως κατάλαβε κι ο ίδιος. Μια παρέκλιση της κοινωνικής θεωρίας βεβαίως, που τις ιστορικές συνέπειές της τόλμησα να υπενθυμίσω, χωρίς να συνταυτίζω τον Ντωβέ με τους πεφωτισμένους άρχοντες του προλεταριάτου.

γ.

«Εξουσιαστή ντετερμινιστή» πού τον είπα; Ιδού τι έγραφα στο πλαίσιο μιάς εκτεταμμένης ανάδειξης του εξουσιαστικού χαρακτήρα του ντετερμινισμού:

«Μέσα σ’ αυτή την (πολύ συνηθισμένη κατά τη δεκαετία τού ’60 κι έπειτα) «αναρχομαρξιστική» σύλληψή του [του Ντωβέ] δεν υπάρχει πλέον ούτε ένα καθαρός αναρχισμός, ούτε ένας καθαρός μαρξισμός, αλλά ούτε και μια γόνιμη αντιμετώπιση τής αντίθεσής τους. Αντίθετα, η εξουσιαστική-γραφειοκρατική όψη τού ντετερμινισμού φανερώνεται κι εδώ, μέσ’ από τα γραπτά κάποιου κομμουνιστή που, αλοίμονο, δεν έχει τέτοιες προθέσεις μιάς και τουλάχιστον αντιτίθεται στο λενινισμό. Θα προσπαθήσω να το δείξω μέσ’ από δύο πολύ ενδεικτικά παραδείγματα.» (Σχόλια, σ. 58).

Νομίζω πως απ’ αυτά που έγραφα εδώ, κι από την όλη επιχειρηματολογία με τα οποία τα υποστήριξα, θέλει πολλή φαντασία ή μάλλον πολλή κακή πρόθεση για να συμπεράνει κανείς οτι λασπολογώ τον Ντωβέ σαν «εξουσιαστή ντετερμινιστή».

Οτι ο ιστορικοκοινωνικός ντετερμινισμός είναι εξουσιαστικός, αυτό βέβαια είναι αλήθεια, τελεία και παύλα! Χαίρομαι λοιπόν που ο Ντωβέ φαίνεται να τον εγκατέλειψε, έστω κι αν δεν έβαλε το μαχαίρι στο κόκκαλο. Χαίρομαι επίσης που κι ο ίδιος, κάπως άτολμα μεν αλλά σαφώς, επισημαίνει αυτή την εξουσιαστική όψη τού ντετερμινισμού και μάλιστα με όρους πολύ ανάλογους με τους δικούς μου: «Το μεθοδολογικό λάθος [του ντετερμινισμού] είναι να πιστεύει κανείς οτι υπάρχει μια πλεονεκτική θέση που του επιτρέπει να συλλάβει την ολότητα (και το πλήρες νόημα) του παρελθόντος, του παρόντος και του άμεσου μέλλοντος της ανθρώπινης ιστορίας» (Ντωβέ-Νέζικ, Προλεταριάτο κι Εργασία, «Τα Παιδιά της Γαλαρίας», τχ. 11, σ. 95).

Το μόνο που αρκεί να υπογραμμίσω εδώ, είναι πως από το να εντοπίζεις συγκεκριμένα το ντετερμινισμό σε μια σειρά συλλογισμών κάποιου, τονίζοντας μάλιστα οτι δεν έχει την πρόθεση να είναι εξουσιαστής – όπως δηλαδή έκανα εγώ στα Σχόλιά μου –, έως τού να τον αποκαλείς εξουσιαστή (όπως ισχυρίζεστε ψευδέστατα εναντίον μου), έχει τεράστια διαφορά κι απόσταση, που μόνον οι πολιτικάντηδες μπορούν να εκμηδενίζουν. Και πάλι συγχαρητήρια που το καταφέρατε!

δ.

Τέλος, περί «μικροαστικού πνεύματος αποταμίευσης», να τι έγραφα:

«Κάτω από το «αποταμιευτικό» πνεύμα τού υλιστικού ντετερμινισμού, κάτω από το πνεύμα που θεωρεί οτι πρέπει πρώτα «να συσσωρεύσουμε επαρκή παρελθοντική εργασία» κι έπειτα θα επιλυθούν τα κοινωνικά προβλήματα, η ανθρώπινη δημιουργικότητα κι ελευθερία, το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, ο κοινωνικός χαρακτήρας τής ανθρώπινης δραστηριότητας και ο ίδιος ο κομμουνισμός γίνονται, στη χειρότερη περίπτωση, απλό διακοσμητικό εξάρτημα ενός «μηχανισμού» ικανοποίησης τών αναγκών× και, στην καλύτερη, μια ιδέα «ιστορικής παιδικής χαράς», την οποία θ’ απολαμβάνουν οι άνθρωποι έχοντας εξασφαλίσει τούς μηχανισμούς που θα εγγυώνται κάπως αυτόματα την αδιατάρακτη «ικανοποίηση τών πραγματικών αναγκών» μέσω τής «επαρκούς συσσώρευσης παρελθοντικής εργασίας»! Μπορεί ο Ντωβέ να μην αποδέχεται την ιδέα τής παιδικής χαράς, ωστόσο η όλη ντετερμινιστική του σύλληψη εκεί οδηγεί, εφόσον συλλαμβάνει τον κομμουνισμό σαν ένα απλό μηχανικό αποτέλεσμα ενός ορισμένου (ή μάλλον ακαθόριστου!) «επιπέδου ανάπτυξης» ενός «παραγωγικού μηχανισμού». (Σχόλια, σ. 67). 

Νομίζω οτι είναι λόγια ξεκάθαρα και απολύτως σαφή – με τα οποία βλέπω άλλωστε πως έχει αρχίσει να συμφωνεί κι ο ίδιος ο Ντωβέ στην αυτοκριτική του –, χωρίς τίποτε το … λασπολογικό, από κάποιον που έχει τολμήσει να βάλει το μαχαίρι στο κόκκαλο του ντετερμινισμού.

Δια ταύτα,

αγαπητέ Λασεναίρ και λοιποί «γαλαρίες», το ποιός τα λέει «ευτράπελα» και ποιός λασπολογεί, είναι κατόπιν τούτων ολοφάνερο … δυστυχώς για σας.

3.

Δεν μου αναγνωρίζετε, λέτε, το «ρόλο του τιμητή του επαναστατικού κινήματος». Μπράβο! Ωστόσο, επειδή «τιμητής» σημαίνει «επικριτής, αυτός που κατακρίνει», θα ήθελα να μου υποδείξετε έστω ένα σημείο σε όσα έχω γράψει, όπου να επικρίνω-κατακρίνω το επαναστατικό κίνημα. Έστω ένα σημείο!

Δυστυχώς για εσάς, δεν το έχω επικρίνει-κατακρίνει πουθενά! Αντίθετα, λ.χ. στο τσουβάλιασμα του Ντωβέ κατά των συμβουλιακών κομμουνιστών και της ιστορικής «υπεραριστεράς» έδωσα την απάντηση που τού έπρεπε, χωρίς να τον επικρίνω αλλά κρίνοντας τις ανιστόρητες εκείνες θέσεις του πάντοτε με επιχειρήματα και ντοκουμέντα. Εκτός κι αν θεωρείτε «επίκριση» τ’ οτι επισημαίνω – εδώ και πάρα πολλά χρόνια βέβαια –, μαζί π.χ. με τους καταστασιακούς αλλά και τον Ντωβέ [5] την ιστορική αποτυχία του επαναστατικού κινήματος και τ’ οτι προσπαθώ να βγάλω μερικά κριτικά συμπεράσματα προκειμένου να μην την προσπεράσω χαζοχαρούμενα αλλά δώσω κι εγώ κάποιες απαντήσεις σ’ αυτό το πρόβλημα. Προφανώς δεν εννοείτε κάτι τέτοιο. Συνεπώς και εδώ ψεύδεστε!

4.

Πάμε λοιπόν τώρα στην κορύφωση της πολιτικάντικης δραματοποίησής σας, πριν από την κατακλείδα του … ξωπετάγματός μου στο πυρ το εξωτερικότερον. Εννοώ βέβαια την ταμπέλα του «λάτρη του ελληνικού εθνικού πολιτισμού», που σπεύσατε να μου κολλήσετε ώστε να δέσει η μαγιονέζα του «εξοστρακισμού» μου ως, όχι απλά «δημοκράτη» πλέον, ούτε απλού «λασπολόγου» και «τιμητή», αλλά κι … εθνικιστή!!!

 

Επιχειρήματα, είπαμε, δεν περίμενα. Ούτε περίμενα να παραπέμψετε τους αναγνώστες σας όχι μόνο στην παρουσίασή μου του βιβλίου του Θ. Ζιάκα Πέρα από το άτομο (η οποία κατ’ εσάς στοιχειοθετεί το «ολίσθημά» μου σαν δήθεν «λάτρη του ελληνικού εθνικού πολιτισμού»), αλλά έστω και στην, απολύτως συναφή με αυτήν, εισαγωγή και  γενική παρουσίασή μου του βιβλίου του Άσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, το οποίο μετάφρασα και  δημοσίευσα από τις εκδόσεις «Αλήστου Μνήμης», όπως γνωρίζετε [6].

 

Θα βοηθούσατε ίσως έτσι τους αναγνώστες σας να καταλάβουν από μόνοι τους οτι είμαι τόσο «λάτρης του εθνικού ελληνικού πολιτισμού» όσο κι ο Γιόρν ήταν λάτρης του … εθνικού σκανδιναβικού πολιτισμού – δηλαδή καθόλου λάτρης! –, αλλά δεν πειράζει. Γνωρίζω πλέον οτι μέλημά σας δεν είναι να σχηματίσουν οι αναγνώστες σας δική τους άποψη πάνω στα γραφόμενά μου, αλλά να παρασυρθούν από τις ταμπελοκολλήσεις σας.


Παρ’ όλα αυτά, επειδή η προσπάθειά σας να με βγάλετε, πλην των άλλων, και εθνικιστή, είναι αδίστακτη κι επαίσχυντη, οφείλω ν’ απαντήσω – και θα το κάνω εδώ σύντομα μεν αλλά με επιχειρήματα, όπως πάντα.

α.
Εάν είχατε μπει στον κόπο να μελετήσετε τη συνολική οπτική γωνία μου με βάση έστω τις δύο παραπάνω παρουσιάσεις που προανέφερα, θα είχατε ίσως καταλάβει πως αυτό που βιαστικά και τσουβαλιαστά θελήσατε να παρουσιάσετε σαν  εθνικιστική παρεκτροπή μου, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια προσπάθεια συστηματικής ανάλυσης των κοινωνικών φαινομένων από την πολιτισμική σκοπιά.

Αυτή, η πολιτισμική σκοπιά, αποτελεί μια δεύτερη οπτική γωνία ανάλυσης, που διαφέρει από την ταξική σκοπιά, χωρίς ωστόσο αυτές οι δύο προσπελάσεις να είναι μεταξύ τους ολότελα ασυμβίβαστες. Ασυμβίβαστες τις έχουν βαστήξει μόνον κάποιες εμμονές από τη μία ή από την άλλη πλευρά. Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη κοινωνία σε κάθε ιστορική στιγμή της εμπεριέχει τόσο μια ταξική όσο και μια πολιτισμική πραγματικότητα, και κατ’ επέκταση συγκρούσεις και στα δύο αυτά διαφορετικά επίπεδα. Κι αν η ταξική σκοπιά μπορεί να κατρακυλάει π.χ. προς τον «ταξισμό» και τον εργατισμό, άλλο τόσο και η πολιτισμική σκοπιά μπορεί να κατρακυλάει προς τον «κουλτουραλισμό» και τον εθνικισμό – χωρίς όμως αυτά τα κατρακυλήματα να είναι αναπόφευκτα, ώστε να δικιολογούν τσουβαλιάσματα σαν κι αυτό το τελευταίο που κάνετε εναντίον μου.

Ούτε οι πολιτισμικές διαφορές μπορούν ν’ αναχθούν ολότελα στις ταξικές, ούτε οι ταξικές στις πολιτισμικές× κι αν υπάρχει ζήτημα σύγκρουσης μεταξύ καταδυνάστευσης και χειραφέτησης στο ένα επίπεδο, άλλο τόσο υπάρχει και στο άλλο!

Για να σας δώσω όμως ένα πολύ ζωντανό κι άμεσο παράδειγμα αυτού που λέω εδώ, ο πολιτικάντικος τρόπος με τον οποίον επιλέξατε να μου απαντάτε, δεν είναι θέμα ταξικής αλλά πολιτισμικής φύσης γιατί δεν φαντάζομαι να υποστηρίζετε πως τέτοιοι γελοίοι τρόποι αποτελούν φυσιολογική ή αναγκαία έκφραση μιας επαναστατικής προλεταριακής κομμουνιστικής συνείδησης εναντίον ενός … παλιοδημοκράτη σαν και του λόγου μου!

Η προσπάθεια αναγωγής του πολιτισμικού επίπεδου στο ταξικό –προσπάθεια που ελπίζει στην διατύπωση μιάς «συνεκτικής θεωρίας των πάντων»–, έχει εκφραστεί με την απόπειρα, ήδη από τον Μαρξ, το πολιτισμικό επίπεδο, το επίπεδο της κουλτούρας, να θεωρηθεί «εποικοδόμημα» του ταξικού. Η αποτυχία αυτής της προσπάθειας, που αναγάγει το πολιτισμικό στο ταξικό, είναι πλέον δεδομένη. Οι εθνικιστικές παρεκτροπές του παλιού εργατικού κινήματος, και η αδυναμία ακόμα και των πλέον επαναστατικών διεθνιστικών θεωριών του να τις παρεμποδίσουν έστω και στο θεωρητικό επίπεδο, το έχουν αποδείξει.

Γνωρίζετε ασφαλώς οτι αυτές οι παρεκτροπές απασχόλησαν έντονα τους θεωρητικούς εκείνου του κινήματος από τις αρχές κιόλας του 20ού αιώνα. Το 1907, η μπροσούρα του Ότο Μπάουερ, Το εθνικό ζήτημα και η σοσιαλδημοκρατία, ήταν μια πρώτη απόπειρα απάντησης, από τη σκοπιά της σοσιαλδημοκρατίας, σ’ αυτό το διογκούμενο πρόβλημα. Οι ανταπαντήσεις των «συνεπών διεθνιστών», όπως τους αποκάλεσαν, μεταξύ των οποίων ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ κι ο Άντον Πάνεκουκ, ήταν τόσο άμεσες όσο και διαφοροποιημένες μεταξύ τους. Το πρόβλημα όμως δεν λύθηκε, ούτε καν σ’ αυτό το θεωρητικό επίπεδο, γιατί οι ανταπαντήσεις αυτές περιορίζονταν δραματικά από την υλιστική-ντετερμινιστική σκοπιά αυτών των διεθνιστών, που θεωρούσε τις κουλτούρες σαν απλά «εποικοδομήματα» τής οικονομικοταξικής «βάσης».

Η πιο επεξεργασμένη όσο και νηφάλια άποψη του Πάνεκουκ[7], υποστήριζε πολύ σωστά οτι τα σύγχρονα έθνη-κράτη είναι δημιουργήματα της αστικής τάξης καθώς και οτι, σωστά επίσης, οι ιστορικές εθνότητες αποτελούν «κοινότητες πεπρωμένου» θεμελιωμένες σε «σύνολα παραδόσεων». Υποστήριζε επίσης οτι το προλεταριάτο, στον αγώνα του κατά του καπιταλισμού, συγκροτεί και αυτό μια «κοινότητα πεπρωμένου», που «θα ενώσει όλη την ανθρωπότητα σε μια κοινότητα αντιλήψης και κουλτούρας». Το σφάλμα του ήταν οτι θεώρησε πως οι παραδόσεις είναι «υλικά ριζωμένες στο παρελθόν και δεν μπορούν να τραφούν από το βίωμα του προλεταριάτου». Ορθώνοντας έτσι μια κάθετη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο παρελθόν-παράδοση και το προλεταριακό παρόν-μέλλον, δεν μπόρεσε να δει το δυναμισμό των παραδόσεων, το γεγονός οτι δεν αντλούν την έμπνευσή τους αποκλειστικά και μόνον από ένα νεκρό παρελθόν, το γεγονός οτι εμπεριέχουν κι εκφράζουν στο εσωτερικό τους τη διαρκή σύγκρουση μεταξύ καταδυνάστευσης και χειραφέτησης, και οτι γι’ αυτό το λόγο (και όχι αποκλειστικά λόγω κάποιας συνειδησιακής «καθυστέρησης») δεν είναι σκέτα «απολιθώματα» αλλά αποτελούν μόνιμη πηγή αναφοράς και για το παρόν «βίωμα του προλεταριάτου».

Το παρόν βίωμα, ακόμα και του προλεταριάτου, δεν συγκροτείται μόνον από το παρόν ούτε συντίθεται μόνον από ένα συνδυασμό παρόντος-μέλλοντος. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για τη νοηματοδότηση του βιώματος, διότι βίωμα χωρίς νόημα δεν σημαίνει τίποτε απολύτως τουλάχιστον για τον άνθρωπο. Ούτε το παρελθόν είναι σκέτη «ανάμνηση», «συντήρηση» κι «απολίθωση». Κάθε νοηματοδότηση εμπεριέχει το παιχνίδι παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος. Ο Άσγκερ Γιόρν τα έχει πει πολύ καλύτερα απ’ όσο μπορώ να τα πω εγώ και σάς παραπέμπω στα δυό βιβλία του που έχω μεταφράσει και κυκλοφορούν.

Αναγάγοντας το πολιτισμικό στο ταξικό κι υποβιβάζοντας σε «απολίθωμα» το πολιτισμικό παρελθόν, ο θεωρητικός διεθνισμός δεν κατόρθωσε να φτιάξει μια αντι-παραδοσιολατρική θεωρία των παραδόσεων. Έτσι, τις εγκατέλειψε ουσιαστικά στα χέρια των σοσιαλδημοκρατών και δεν μπόρεσε ν’ αντιμετωπίσει τις εθνικιστικές παρεκτροπές του εργατικού κινήματος.  Κι εδώ εντοπίζεται σίγουρα μια από τις αιτίες της αποτυχίας του επαναστατικού κινήματος, που δεν ξορκίζεται με μια μονότονη επανάληψη των παλιών διεθνιστικών θεωριών και συνθημάτων.

Από την άλλη, εάν σήμερα εκείνη η υλιστική-ντετερμινιστική σκοπιά έχει πια καταρριφθεί κι έχει αναδειχτεί η σχετική αυτονομία της κουλτούρας ως προς την ταξική σκοπιά, αυτό έχει γίνει συνήθως προς όφελος ενός «κουλτουραλισμού», που διαγράφει εντελώς την ταξική σκοπιά συμπλέοντας έτσι με τον κυρίαρχο δημοκρατισμό στην καλύτερη περίπτωση, και στη χειρότερη μ’ ένα περισσότερο ή λιγότερο υπόρρητο εθνικισμό και ρατσισμό [8].

Είναι λοιπόν σαφές οτι το πρόβλημα υπάρχει, οτι χρειάζεται σοβαρές και νέες απαντήσεις κι οτι η χειρότερη από αυτές είναι να κολλάμε την ταμπέλα του εθνικιστή σε όποιον επιχειρεί να εξετάσει το πολιτισμικό πεδίο από μια άλλη οπτική γωνία, που δεν το αναγάγει στο ταξικό. Τέτοια τσουβαλιάσματα μόνον ανόητους πολιτικάντικους στόχους και συμφέροντα υπηρετούν, τίποτε περισσότερο, τη στιγμή μάλιστα  που τα πραγματικά προβλήματα, και στο πεδίο της θεωρίας, είναι γνωστά, ανεπίλυτα, ανοιχτά και καίνε.

Σε τελική ανάλυση, η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας είναι θέμα πολιτισμικό εφόσον μια νέα κοινωνία σημαίνει κι ένα νέο πολιτισμό. Και σίγουρα μου έκανε θετική εντύπωση που οι Ντωβέ-Νέζικ χρησιμοποιούν τον όρο «καπιταλιστικός πολιτισμός» (τχ. 11, σ. 93). Δεν ξέρω βέβαια εάν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα τι μπορεί να σημαίνει ένας τέτοιος όρος για τη θεωρία. Τι είναι πολιτισμός; Τι είναι κουλτούρα; Αρκεί να λέμε πως όλοι οι μέχρι σήμερα πολιτισμοί και κουλτούρες ήταν «ταξικοί κι εξουσιαστικοί», για να θεωρούμε πως έχουμε απαντήσει στο πρόβλημα; Για μένα, είναι σαφές οτι όχι, δεν αρκεί. Αν όχι για τίποτε άλλο, απλά και μόνον επειδή είναι λάθος.

β.

Στο Προλεταριάτο κι εργασία, που δημοσιεύετε, ο ίδιος ο αγαπητός σας Ντωβέ μαζί με τον Νέζικ κάνουν σε μια στιγμή μια νύξη αυτού του ζητήματος, της ιδιαιτερότητας του πολιτισμικού, κλείνοντας την κριτική τους στον ταξισμό:

«Βιώνουμε μια μετατόπιση του ταξικού αγώνα. Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 οι ανειδίκευτοι εργάτες βρίσκονταν στο κέντρο της αναπαραγωγής ολόκληρου του συστήματος, ενώ και άλλες κατηγορίες εργατών αναγνώριζαν τον εαυτό τους στον "εργάτη-μάζα". Καμμιά κοινωνική συμβολική φιγούρα δεν παίζει σήμερα τέτοιο θεμελιώδη ρόλοακόμα» (τχ. 11, σ. 99, οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Δεν ξέρω αν ο Ντωβέ, απομακρυνόμενος απ’ το ντετερμινισμό, συνειδητοποιεί – ακόμα – πλήρως τι θα πει «κοινωνική συμβολική φιγούρα» και μάλιστα που να παίζει «θεμελιώδη ρόλο». Δεν ξέρω αν έχει μελετήσει τις θέσεις π.χ. του Άσγκερ Γιόρν για το «φαντασιακό» [9], ή το δανεισμό τους και την παραπέρα επεξεργασία τους από τον Καστοριάδη. Το θέμα είναι οτι έτσι, αναγνωρίζει ήδη τον ιδιαίτερο ρόλο του πολιτισμικού στην ιστορικοκοινωνική εξέλιξη, ακόμα και σ’ αυτήν προς τον κομμουνισμό.

Αντίθετα και από τον «ταξισμό» κι από τον «κουλτουραλισμό», υποστηρίζω πως είναι γεγονός οτι, παρά την «σχετική αυτονομία» τους αλλά κι εξαιτίας της, το ταξικό και το πολιτισμικό επίπεδο της κοινωνικής πραγματικότητας δεν ανάγονται το ένα στο άλλο, αλλά διεισδύουν το ένα στο άλλοκαι οτι, κατά συνέπεια, πρέπει να εξερευνήσουμε και τα δύο αυτά επίπεδα, τόσο στη σχετική αυτονομία τους όσο και στις αλληλοδιεισδύσεις τους, εάν βέβαια μας απασχολεί ο πραγματικός κόσμος κι όχι ο κόσμος των ιδεών μας και μόνο, κι αν δεν θέλουμε να εγκαταλείπουμε διαρκώς αυτά τα ζητήματα στα χέρια άλλων με το βολικό αλλά ατελέσφορο επιχείρημα οτι είναι «ταξικοί εχθροί».

Το πώς η πολιτισμική σκοπιά διεισδύει στην ταξική, είναι μάλλον γνωστό κι από την ιστορία του παλιού επαναστατικού κινήματος μέσ’ από την εμφάνιση π.χ. διαφορετικών τρόπων θεσμικής οργάνωσης της επαναστατικής εργατικής τάξης σε διαφορετικές πολιτισμικές περιοχές: ο αγγλικός τρεϊντ-γιουνιονισμός, ο γαλλικός φεντεραλισμός και ο γερμανικός συγκεντρωτισμός αποτελούσαν τρεις γενικές διαφορετικές πολιτισμικές τάσεις απάντησης στα ζητήματα των ταξικών συγκρούσεων – και λέω «γενικές τάσεις», επειδή βεβαίως εμφανίζονταν και οι κατά περιοχές εξαιρέσεις τους.

Πολιτισμικής, και όχι σκέτα ταξικής, φύσης ήταν και η εμφάνιση των σοβιέτ στην επαναστατική Ρωσία. Αυτό το «δημιουργικό θαύμα του λαού», όπως το αποκαλούσε ο Λένιν, δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά μια πολιτισμικής τάξης ανάδυση και διείσδυση των γενικών κοινωνικών σημασιών της πανάρχαιας σλάβικης αγροτικής κοινότητας στο νέο ιστορικό ταξικό προσκήνιο – θέμα που ως γνωστόν είχε απασχολήσει και τον γέροντα Μαρξ στο μικρό διάλογό του με την Βέρα Ζασούλιτς και όχι μόνο.

γ.

Αλλά μιάς και μίλησα εδώ για σλάβικη κοινότητα, ας αναφερθώ, πριν συνεχίσω, σε μια εντελώς απρόσμενη αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διείσδυση της πολιτισμικής οπτικής μέσα στο νου και τα λόγια τριών ένθερμων υποστηρικτών της επαναστατικής ταξικής σκοπιάς, που ασφαλώς με τίποτε δεν θα μπορούσε να τους κατηγορήσει κανείς για εθνικισμό.

Το Δεκέμβρη του 1871, ο Μιχαήλ Μπακούνιν αναφέρεται στις απαρχές της σύγκρουσής του με το Μαρξ ως εξής:

«Το 1848 [ο Μαρξ κι εγώ] διαφωνήσαμε. Και πρέπει να πω οτι η αιτία ήταν περισσότερο αυτός παρά εγώ. Είχε μόλις φτιάξει ένα παράρτημα γερμανών κομμουνιστών στο Παρίσι και τις Βρυξέλλες και μαζί με τους γάλλους και μερικούς άγγλους κομμουνιστές έφτιαξε στο Λονδίνο, με την υποστήριξη του φίλου κι αχώριστου συντρόφου του Ένγκελς, μια πρώτη διεθνή ένωση κομμουνιστών από διαφορετικές χώρες. Εκεί έγραψε, μαζί με τον Ένγκελς και στ’ όνομα εκείνης της ένωσης, ένα πάρα πολύ αξιοσημείωτο κείμενο, που είναι γνωστό με τίτλο το Μανιφέστο των κομμουνιστών. Εγώ, παρασυρμένος από τη μέθη του επαναστατικού κινήματος στην Ευρώπη, ασχολιόμουν πολύ περισσότερο με την αρνητική απ’ ό,τι με τη θετική πλευρά αυτού του κινήματος, δηλαδή πολύ περισσότερο με την ανατροπή του υπάρχοντος παρά με την οικοδόμηση και την οργάνωση αυτού που έπρεπε να υπάρξει. Ωστόσο, σ’ ένα σημείο είχα δίκιο εγώ κι όχι ο Μαρξ. Σαν Σλάβος, ήθελα τη χειραφέτηση της σλάβικης φυλής από το ζυγό των Γερμανών μέσω της επανάστασης, δηλαδή μέσω της καταστροφής της ρώσικης, της πρωσικής, της αυστριακής και της τούρκικης αυτοκρατορίας, και μέσω της αναδιοργάνωσης των λαών, από τα κάτω προς τα πάνω, χάρη στη δική τους ελευθερία, πάνω στη βάση μιας πλήρους οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, κι όχι με τη βία μιας εξουσίας, όσο επαναστατική κι αν ήθελε να λέγεται κι όσο ευφυής κι αν ήταν στην πραγματικότητα. Από τότε κιόλας είχε σκιαγραφηθεί η διαφορά των συστημάτων που μας χωρίζει σήμερα, με τρόπο εντελώς συνειδητό πλέον από την πλευρά μου. Οι ιδέες μου και οι βλέψεις μου δεν άρεσαν διόλου στον Μαρξ, πρώτα πρώτα επειδή δεν ήταν δικές του× έπειτα, επειδή ήταν αντίθετες προς τις αντιλήψεις του που υποστηρίζουν έναν εξουσιαστικό κομμουνισμό× και τέλος, επειδή, σαν γερμανός πατριώτης, δεν αποδεχόταν τότε, όπως δεν αποδέχεται ούτε και σήμερα, το δικαίωμα των Σλάβων να χειραφετηθούν από το ζυγό των Γερμανών, μιάς και σκέφτεται, σήμερα όπως και τότε, πως οι Γερμανοί έχουν το καθήκον να εκπολιτίσουν τους Σλάβους, δηλαδή να τους εκγερμανίσουν με το καλό ή με το κακό.» (από το βιβλίο Bakounin et les autres,  του διεθυντή του Ινστιτούτου Κοινωνικής Ιστορίας του Άμστερνταμ, αναρχικού Arthur Lehning, εκδ. 10/18, σειρά “Μαύρο και Κόκκινο”, Παρίσι, 1976).


Ώστε ο Μπακούνιν αυτοχαρακτηρίζεται, το 1871, σαν Σλάβος; Και χαρακτηρίζει τον Μαρξ σαν γερμανό πατριώτη; Μιλάει για δικαίωμα των Σλάβων να χειραφετηθούν από το γερμανικό ζυγό και κατηγορεί τον Μαρξ για γερμανό πατριώτη που θέλει να εκγερμανίσει τους Σλάβους;

Όλ’ αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν «εθνικιστικά παραληρήματα» του μεγάλου διεθνιστή αναρχικού, ειπωμένα ίσως από απλό θυμό κατά την εποχή που ο Μαρξ τον διέγραφε από την Α´ Διεθνή. Ωστόσο, το πράγμα γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον αν δούμε οτι απαντούσαν σε κάποιες ανάλογες, και μάλιστα πολύ χειρότερες, τοποθετήσεις του Μαρξ και του Ένγκελς, όχι μόνο κατά το 1848 αλλά και πολύ αργότερα.

Να μερικές από αυτές:

«Οι Σλάβοι της Αυστρίας (Τσέχοι, Σλοβάκοι, Κροάτες, Σλοβένοι, κ.λπ.) είναι λαοί-λείψανα μιας πολυχιλιετούς εξέλιξης× γι’ αυτό αναζητούν τη σωτηρία τους μέσ’ από την άρνηση κάθε ευρωπαϊκής εξέλιξης, επειδή απαιτούν η εξέλιξη να μην προχωράει από τη Δύση προς την Ανατολή αλλά από την Ανατολή προς τη Δύση […] Οι Ούγγροι και οι Γερμανοί πρέπει να εκδικηθούν τρομερά τη σλάβικη βαρβαρότητα. […] Ο παγκόσμιος πόλεμος, που πλησιάζει [εννοεί ένα πανευρωπαϊκό πόλεμο κατά της ρωσικής αυτοκρατορίας, σημ. δική μου], θα προκαλέσει την εξαφάνιση όχι μόνο των δυναστειών και των αντιδραστικών τάξεων, αλλά και όλων των αντιδραστικών λαών. Κι αυτό θα είναι μια πρόοδος.» (Ένγκελς, Η μάχη των Ούγγρων, «Νέα Εφημερίδα του Ρήνου», Γενάρης 1849).

Αμείλικτος πόλεμος, πόλεμος έως θανάτου εναντίον των Σλάβων προδοτών της επανάστασης, εξολόθρευσή τους, αδίστακτη τρομοκρατία εναντίον τους, όχι για το συμφέρον της Γερμανίας αλλά για το συμφέρον της επανάστασης. (Ένγκελς, Ο δημοκρατικός πανσλαβισμός, «Ν.Ε.τ.Ρ.», Φλεβάρης, 1849).

Σε ό,τι αφορά τις κυβερνήσεις, είναι ολοφάνερο από κάθε άποψη πως, έστω για χάρη της ύπαρξης της Γερμανίας, πρέπει ν’ απαιτήσουμε από αυτές να μην μείνουν ουδέτερες [στον πόλεμο της Ιταλίας, σημ. δική μου] αλλά να δειχτούν πατριωτικές […] Οι χυδαίοι δημοκράτες φαντάζονται πως μια ήττα της Αυστρίας, εάν ολοκληρωθεί με μια επανάσταση στην Ουγγαρία και τη Γαλικία, θα προκαλέσει επανάσταση στη Γερμανία. Αυτοί οι ηλίθιοι ξεχνούν πως αυτή τη στιγμή η επανάσταση, δηλαδή η διάλυση του γερμανικού στρατού, δεν θα χρησίμευε στους επαναστάτες αλλά στη Ρωσία και στο Βοναπάρτη […] Το μέλλον της Γερμανίας διακυβεύεται. (Μαρξ, επιστολή στον Ένγκελς, 18 Μαϊου 1859).

«Το γερμανικό προλεταριάτο θ’ αναγκαστεί από τη γεωγραφική του θέση να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της ανατολικής βαρβαρότητας, γιατί από εκεί, από την Ασία, ξεκινάει όλη η αντίδραση κατά της Δύσης.» (Μαρξ, Ομιλία στην Πολιτιστική Ένωση των γερμανών εργατών, 28 Φλεβάρη 1867).

Δυό μόνον επιλογές έχει πλέον η Ευρώπη. Είτε η ασιατική βαρβαρότητα θα τη χτυπήσει σαν χιονοστιβάδα υπο τη μοσχοβίτικη ηγεσία, είτε η Ευρώπη θα ξαναστήσει την Πολωνία, τοποθετώντας μ’ αυτό τον τρόπο 20 εκατομμύρια ήρωες ανάμεσα σε αυτήν και την Ασία, και κερδίζοντας έτσι το περιθώριο χρόνου ώστε να ολοκληρώσει την κοινωνική αναγέννησή της. (Μαρξ, Η επέτειος της πολωνέζικης εξέγερσης του 1863-64, 22 Ιανουαρίου 1867).

Ο τσάρος Αλέξανδρος περηφανεύεται που ο πόλεμος του 1870 θα τον κάνει υπέρτατο προστάτη των δυτικοευρωπαίων, επειδή οδήγησε στην αμοιβαία εξάντληση της Γερμανίας και της Γαλλίας […] Οι τεύτονες πατριώτες πιστεύουν στ’ αλήθεια πως η ειρήνη κι η ελευθερία θα εξασφαλιστούν για τη Γερμανία εάν αυτή ρίξει τη Γαλλία στις αγκαλιές της Ρωσίας; (Μαρξ, Δεύτερη Ανακοίνωση της Διεθνούς, Σεπτέμβρης 1870).

Μια ειλικρινής συνεργασία των ευρωπαϊκών εθνών είναι δυνατή μόνον εάν το καθένα από αυτά παρεμείνει αυτόνομο στον τόπο του. (Ένγκελς, Πρόλογος στην πολωνέζικη μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, 1892).

Αν δεν αποκατασταθεί η αυτονομία και η ενότητα κάθε έθνους, θα είναι αδύνατον να ολοκληρωθεί η διεθνής ένωση του προλεταριάτου ή η ειρηνική και νοήμων συνεργασία αυτών των εθνών για κοινούς σκοπούς. (Ένγκελς, Πρόλογος στην ιταλική μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, 1893).

Ώστε λοιπόν οι διεθνιστές Μαρξ-Ένγκελς μιλούσαν για «αντιδραστικούς λαούς», για «σλαβική βαρβαρότητα»[10], για «20 εκατομμύρια Πολωνούς ήρωες», για «τεύτονες πατριώτες» και γι’ «αυτόνομα έθνη»;  Απίστευτο κι όμως αληθινό! Τι είχε συμβεί σ’ αυτούς τους μεγάλους πατέρες του επαναστατικού διεθνισμού;

Η ιδέα οτι έφταιγε π.χ. τ’ οτι ζούσαν σε συνθήκες τυπικής κι όχι ακόμα πραγματικής κυριαρχίας του κεφαλαίου είναι τουλάχιστον ανεπαρκής. Σε τελική ανάλυση, μια τέτοια ιδέα αναγάγει και πάλι το πολιτισμικό στο οικονομικοταξικό και σίγουρα δεν εξηγεί το πώς είναι δυνατόν ο Μαρξ να μιλάει επί δεκαετίες για «ασιατική» και «σλαβική βαρβαρότητα» και όχι, παρ’ ό,τι ήταν ο πατέρας της επαναστατικής ταξικής-κομμουνιστικής σκέψης, απλώς π.χ. για τσαρική βάρβαρη ηγεμονία.

δ.

Αν παρέθεσα όλες αυτές τις σαφείς φράσεις των Μπακούνιν, Μαρξ και Ένγκελς, δεν το έκανα για να τους βγάλω δήθεν … εθνικιστές, όπως υποθέτω οτι θα σπεύσετε να θριαμβολογήσετε. Τις παρέθεσα για να καταδείξω την απρόσμενη αλλά σαφή εισβολή της πολιτισμικής οπτικής στην ταξική, που γίνεται τόσο πιο απρόσμενη και οδηγεί σε ανοησίες, σαν και τις παραπάνω, όσο αγνοείται ή παραμελείται η ύπαρξή της. Έτσι λ.χ. ο Μαρξ, δέσμιος της δυτικοευρωπαϊκής κουλτούρας του παρ’ ό,τι επαναστάτης, δεν κατανόησε το ιδιαίτερο εκείνο δυναμικό τής «Ανατολής», αντίθετα βεβαίως από τον Μπακούνιν και την ιστορική πραγματικότητα που οδήγησε στο 1917, η οποία σίγουρα έδωσε δίκιο στον μεγάλο εκείνο αναρχικό μάλλον παρά σ’ αυτόν.

Ο ίδιος ο Μαρξ έγραψε σε μια στιγμή ένα προβληματισμό του, που έχει άμεση σχέση με το πρόβλημα αυτό και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων:

«Η αληθινή αποστολή της αστικής κοινωνίας, είναι να δημιουργήσει την παγκόσμια αγορά, τουλάχιστον στις γενικές γραμμές της, καθώς και μια παραγωγή προσδιορισμένη από την παγκόσμια αγορά. Μιάς κι ο κόσμος είναι στρογγυλός, αυτή η αποστολή μοιάζει να έχει ολοκληρωθεί από τότε που αποικιοποίησαν την Καλιφόρνια και την Αυστραλια κι άνοιξαν η Ιαπωνία και η Κίνα. Για μάς, το δύσκολο ζήτημα είναι το εξής: στην [ευρωπαϊκή] ήπειρο η επανάσταση μοιάζει άμεση και θα πάρει ευθύς αμέσως ένα σοσιαλιστικό χαρακτήρα× όμως δεν θα καταπνιγεί οπωσδήποτε σ’ αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου εφόσον, σ’ ένα πολύ πιο μεγάλο γεωγραφικό χώρο, η κίνηση της αστικής κοινωνίας είναι ακόμα στη φάση της ανόδου της;» (Επιστολή στον Ένγκελς, 2 Οκτώβρη 1858).

Σ’ αυτό το δύσκολο ζήτημα, η ντετερμινιστική απάντηση, που ταλαιπώρησε όλο το παλιό εργατικό κίνημα, είναι γνωστή: εφόσον, λέει, για να προχωρήσει μια κοινωνία στον κομμουνισμό πρέπει αναγκαστικά κι απαρέγκλιτα να έχει περάσει προηγουμένως από την καπιταλιστική ολοκλήρωση, τότε η συνδρομή σ’ αυτή την ολοκλήρωση στον αναπτυσσόμενο και τον τρίτο κόσμο είναι … επαναστατική και επιβάλλεται! [11]

Από τη στιγμή όμως που εγκαταλείπουμε το ντετερμινισμό, το δύσκολο αυτό ζήτημα παίρνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση σε ό,τι αφορά τις πιθανές απαντήσεις του. Εάν δεν θεωρούμε πλέον «αναγκαία» την καπιταλιστική ολοκλήρωση σαν μόνη προϋπόθεση για ένα ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό στην κατεύθυνση μιάς αταξικής κοινωνίας, τότε η αντίσταση στην καπιταλιστική ολοκλήρωση είναι πιθανόν να είναι επαναστατική και όχι δείγμα «καθυστέρησης» όπως το ήθελε ο ντετερμινιστικός προοδευτισμός.

Έτσι λ.χ. στη Ρωσία καθ’ οδόν προς το 1917, αντίσταση στην καπιταλιστική ολοκλήρωση δεν είχαμε μόνον από την πλευρά της αυτοκρατορικής δουλοπαροικίας αλλά και από μιαν άλλη πλευρά, αυτή της σλάβικης αγροτικής κοινότητας. Πράγμα που σημαίνει οτι, οι εχθρικές προς αυτή την κοινότητα αντιλήψεις των τότε ρώσων μαρξιζόντων και μαρξιστών –οι οποίοι έβλεπαν στη ρώσικη αγροτική κοινότητα μια «καθυστερημένη παράδοση», που έπρεπε να σβύσει χάριν του κομμουνισμού– δεν ήταν μόνο λαθεμένη αλλά κι αντεπαναστατική. Τη στιγμή ακριβώς που αυτή η πολιτισμική παράδοση θα μπορούσε να φωτίσει – ακριβώς: να φωτίσει! – το ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό της Ρωσίας, εκείνοι, συνεπαρμένοι από τον υλιστικό ντετερμινισμό – ναι: από τον υλιστικό ντετερμινισμό! –, έρριξαν κουρτίνα. 

Η ιδέα οτι οι πολιτισμικές παραδόσεις ή κουλτούρες των διαφόρων λαών αποτελούν απλά και μόνον «νεκρό παρελθόν», που «βαραίνει τα μυαλά των ζωντανών» και πρέπει να διαγραφτεί οριστικά, αυτή η ιδέα μπορεί να υποστηριχτεί σοβαρά και με λογική συνέπεια μόνον από τη ντετερμινιστική ταξιστική σκοπιά. Εγκαταλείποντας τον υλιστικό ντετερμινισμό και τον ταξισμό, και γνωρίζοντας τη δυναμική του πολιτισμικού, αντιλαμβανόμαστε πλέον πόσο λάθος – πόσο αντιδιαλεκτική ακόμα, θα έλεγα – είναι μια τέτοια σύλληψη.

Σήμερα γνωρίζουμε πως οι κουλτούρες των διαφόρων λαών δεν είναι απλά «παρελθόν» και «συντήρηση», που πρέπει να εκλείψουν και που εμποδίζουν ένα ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά έχουν ένα δημιουργικό δυναμισμό, καταγράφουν στο εσωτερικό τους, με τους δικούς τους ιδιαίτερους τρόπους, τη σύγκρουση μεταξύ καταδυνάστευσης και χειραφέτησης, κι έτσι μπορούν να διευκολύνουν το ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό εμπνέοντάς τον και φωτίζοντάς τον με αναδημιουργούμενες «συμβολικές κοινωνικές φιγούρες» χειραφέτησης που εμπεριέχουν, εάν κανείς θέλει να τις εντοπίσει και να τις αναδείξει.

Όπως είπα, ακριβώς αυτό το … θεματάκι παίχτηκε σχετικά με τη ρώσικη αγροτική κοινότητα πριν το 1917 και είναι γνωστό οτι δεν λύθηκε από την πλευρά των επαναστατών, ειδικά των μαρξιζόντων και μαρξιστών. Οι απόπειρες του γέροντα Μαρξ να το απαντήσει ανατρέχοντας στον Μόργκαν, παρέμειναν στο επίπεδο των ιδιωτικών σημειώσεων κι εργασιών και δεν επηρέασαν καθόλου την κομμουνιστική σκέψη, που μόλις τις τελευταίες δεκαετίες τις ανακαλύπτει και προσπαθεί να τις διαχειριστεί – έχοντας από δίπλα και την επεξεργασία τους από τον γέροντα Ένγκελς, με όλα τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί σε ορισμένα «τικ».

Στο μεταξύ, κι επειδή η ιστορία τρέχει, μπορούμε να βεβαιώσουμε μερικά πράγματα. Από τη μια μεριά, ακόμα και στο σύγχρονο καπιταλισμό, που τείνει να ομοιογενοποιήσει και ταξικά και πολιτισμικά όλο τον πλανήτη, το πώς θα τον αντιμετωπίσουν και ίσως εξέλθουν από αυτόν στην π.χ. Ασία, διαφέρει και θα διαφέρει από το πώς θα τον αντιμετωπίσουν και ίσως εξέλθουν από αυτόν στις Η.Π.Α. Το κίνημα των Ζαπατίστας, με όλες τις αντιφάσεις του, προσέφερε πρόσφατα όχι μια απάντηση βέβαια αλλά ένα παράδειγμα αυτού του ζητήματος [12].

Από την άλλη, εάν υποθέσουμε οτι μια μετακαπιταλιστική κοινωνία θα είναι αταξική, αυτό δεν σημαίνει διόλου πως θα είναι ή, ακόμα χειρότερα, «θα πρέπει» να είναι πολιτισμικά ομοιογενοποιημένη. Οι κουλτούρες, και συνεπώς οι πολιτισμικές διαφοροποιήσεις, αποτελούν ένα πολυσύνθετο ανθρώπινο ιστορικό δημιούργημα, δεν προέρχονται μονόδρομα (σαν δήθεν «εποικοδομήματα») από την ταξική ή εκμεταλλευτική ή εξουσιαστική φύση των μέχρι σήμερα πολιτισμών, δεν είναι δηλαδή απλά, μονοδιάστατα κι αποκλειστικά «ταξικές κουλτούρες», και συνεπώς τίποτε δεν μάς υποχρεώνει να θεωρούμε οτι μια αταξική κοινωνία οφείλει να είναι «μονοπολιτισμική».

Το μόνο κοινό πολιτισμικό δεδομένο που μπορούμε να φανταστούμε οτι θα έχει μια τέτοια κοινωνία, εάν ποτέ δει το φως της πραγματικότητας, θα είναι το κοινό πολιτισμικό δεδομένο που (πρέπει να) έχει ήδη από τώρα το κίνημα που αρνείται την καταδυνάστευση: η γενική κοινωνική συναίνεση πάνω στη χειραφέτηση, την άρση της αλλοτρίωσης και της εκμετάλλευσης× πράγμα που ωστόσο δεν συνεπάγεται την εξάλειψη των διαφορών στις απαντήσεις, και στο πολιτισμικό επίπεδο. Όπως δεν συνεπάγεται, ήδη από τώρα, οτι οι διαφορές μέσα σ’ αυτό το κίνημα πρέπει να αρθούν και να εκμηδενιστούν διότι σημαίνουν, δήθεν, «προδοσίες» και τα τοιαύτα.

ε.
Δε χρειάζεται ν’ ανατρέχουμε όμως στο απώτερο μέλλον για να δούμε αυτό το πρόβλημα των πολιτισμικών διαφοροποιήσεων. Σε τελική ανάλυση, ακόμα και η χρήση ορισμένων «μεθοδολογικών-φιλοσοφικών» όρων, δεν είναι πολιτισμικά ουδέτερη. Προφέροντάς τους, γράφοντάς τους, δεν θέτουμε γενικά κι αφηρημένα «πανανθρώπινους» όρους αλλά τους όρους, με τους οποίους κάποια συγκεκριμένα ιστορικά πολιτισμικά πλαίσια δοκίμασαν ν’ απαντήσουν σε πανανθρώπινα προβλήματα

Γράφουν π.χ. οι Ντωβέ-Νεζικ:

Το ζεύγος υποκείμενο/αντικείμενο είναι μια από αυτές τις φιλοσοφικές εκφράσεις, που η ανθρώπινη κοινότητα πρέπει να ξεπεράσει: η διακηρυγμένη οριστική αντίθεση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, ψυχής και σώματος, πνεύματος και ύλης, θεωρίας και πράξης, τέχνης και οικονομίας, ιδεών και πραγματικότητας, ηθικής και πολιτικής … όλα αυτά σχετίζονται με τη διάλυση των κοινοτήτων και τη δημιουργία τάξεων από τη συνδυασμένη δράση της ιδιοκτησίας, του χρήματος και της κρατικής εξουσίας. (Γαλαρία, τχ. 11, σ. 103).

Θαυμάσια και ασφαλώς τα προσυπογράφω όλ’ αυτά! Μόνο που πρέπει να υπογραμμίσω πως «το ζεύγος υποκείμενο/αντικείμενο», με όλα τα παρεπόμενά του, αποτελούν πρόβλημα και έκφραση μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής πραγματικότητας, που συνδέεται ιστορικά με τη «διάλυση των κοινοτήτων, τη δημιουργία τάξεων, [κ.λπ.]». Δεν αποτελούν καθόλου, όπως λένε οι Ντωβέ-Νέζικ ουδέτερα, «φιλοσοφικές εκφράσεις» κάποιας αφηρημένης «ανθρωπότητας», κάποιας γενικής «ανθρώπινης κοινότητας»! Αποτελούν ιστορικό πρόβλημα και έκφραση του δυτικού νεωτερικού-ατομοκεντρικού πολιτισμού, από τον οποίον ξεπήδησε ο καπιταλισμός, και όχι πρόβλημα και έκφραση του πολιτισμού λ.χ. των Μαορί. Πράγμα που ασφαλώς λέει κάμποσα για τη διείσδυση του ταξικού στο πολιτισμικό, και μερικά άλλα ακόμα που δεν υπάρχει κανένας λόγος πλέον να εκθέσω σ’ εσάς.

Τολμώ μάλιστα να υπογραμμίσω οτι «το ζεύγος υποκείμενο/αντικείμενο» ήταν άγνωστο ακόμα και στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, παρά τις γνωστές (αλλά διαστρεβλωτικά διογκωμένες) συνάφειές του με το δυτικό νεωτερικό πολιτισμό. Εκεί ήταν μάλλον γνωστό το ζεύγος ελευθερία/νόμος, και μάλιστα σαν ζεύγος τραγικό και όχι απλά … φιλοσοφικό ή μεθοδολογικό, τοποθετημένο μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατικής Πόλης και του μεγάλου ερωτήματος που την ενέπνεε, δηλαδή του «πώς να συνυπάρχουμε ελεύθερα;» – ερώτημα που υποθέτω πως δεν αφήνει αδιάφορο τον κομμουνισμό.

Εάν λοιπόν τούτο το τραγικό «ζεύγος» νόμος/ελευθερία ήταν μια συγκεκριμένη πολιτισμική απόπειρα να φωτιστεί το ερώτημα «πώς να συνυπάρχουμε ελεύθερα;», κι αν αυτό το ερώτημα αφορά και το σημερινό «βίωμα» του καταπιεζόμενου, τότε θεωρώ σαν πολύ επιπόλαιο σφάλμα ν’ αγνοήσουμε εκείνη την πολιτισμική απόπειρα θεωρώντας την π.χ. σαν ένα απλό «απολίθωμα» κι απλή έκφραση μιάς «ταξικής κουλτούρας». Οτι η καταδυνάστευση αλώνιζε στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, είναι βέβαιο κι είμαι ο τελευταίος που θα το αρνιόταν! Έβραζε όμως εκεί – όπως παντού και πάντα – και η χειραφέτηση, υπό τους όρους εκείνων των καιρών βέβαια. Κι αν ο ίδιος ο Μαρξ αναρωτιόταν, μάλλον υπερβάλλοντας αλλά πάντως χωρίς να κατορθώσει ν’ απαντήσει ουσιαστικά, «πώς μπορούν ακόμα να μάς δίνουν αισθητικές απολαύσεις [τα έργα της αρχαίας ελληνικής τέχνης] και πώς μπορούμε να τα θεωρούμε από ορισμένες απόψεις σαν κανόνα κι άφταστο πρότυπο» (Εισαγωγή για μια κριτική της πολιτικής οικονομίας), δεν βλέπω γιατί είναι … σκανδαλώδες κι … εθνικιστικό να θεωρώ οτι μια σειρά από πολιτισμικά ζητήματα, που τέθηκαν τότε, μπορούν να μάς φωτίσουν και σήμερα σε ό,τι αφορά τη χειραφέτηση.

Κατόπιν όλων των παραπάνω είναι νομίζω καθαρό οτι, εκείνο που εντελώς αναίσχυντα θέλετε να ταμπελοκολλήσετε και να διαδόσετε σαν δήθεν … εθνικιστική παρεκτροπή μου, δεν είναι άλλο από την προσπάθειά μου να εξερευνήσω τη διαλεκτική της σύγκρουσης μεταξύ καταδυνάστευσης και χειραφέτησης στο πολιτισμικό επίπεδο, θεωρώντας πως όχι μόνο δεν τα ξέρω όλα αλλά κι έχω να διδαχτώ από απόπειρες άλλων, είτε ανθρώπων είτε λαών και παραδόσεων.

Το μόνο που πρέπει να συμπληρώσω εδώ, είναι πως το πεδίο ξεπεράσματος του «ζεύγους υποκείμενο/αντικείμενο» δεν χρειάζεται να το ψάξει κανείς σε τίποτε άγνωστες θεωρητικές σφαίρες, αφού υπάρχει ήδη πρακτικά και μάλιστα σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία και πολιτισμό! Πρόκειται βέβαια για το πεδίο των θεσμών, που αποτελούν τη γενική πρακτική έκφραση του ξεπεράσματος του παραπάνω «ζεύγους», αντικατοπτρίζοντας κάθε φορά εκείνο που πράγματι και ουσιαστικά ενδιαφέρει: το αν, πού, πώς, πότε, αυτό το ξεπέρασμα γίνεται προς την πλευρά της καταδυνάστευσης ή της χειραφέτησης.

Το θέμα αυτό το έχω άλλωστε πραγματευτεί κάμποσο και στα Σχόλια στο βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ, και στην προηγούμενη Επιστολή μου σε σάς αλλά και στην κριτική που έκανα στο βιβλίο Η κοινωνία του θεάματος του Γκυ Ντεμπόρ [13], και δε χρειάζεται να πω περισσότερα εδώ, πόσο μάλλον σε βουλωμένα αυτιά. Επειδή όμως συχνά αναφέρεστε στους όρους «κοινότητα», «ανθρώπινη κοινότητα» και «κομμουνιστοποίηση» χωρίς ωστόσο καμμιά αξιόλογη διευκρίνηση, θα πρέπει να σάς ξανατονίσω οτι είναι αδύνατον να κάνετε, έστω και μεθοδολογικά απλώς, την οποιαδήποτε αξιόλογη διευκρίνηση των παραπάνω προσφιλών σας όρων όσο επιμένετε ν’ αγνοείτε το θεσμικό ζήτημα.

Στο κάτω-κάτω, ακόμα και η παραγωγή ενός απλού περιοδικού όπως είναι λ.χ. Τα Παιδιά της Γαλαρίας, αποτελεί παραγωγή θεσμού και καταδηλώνει με ποιούς τρόπους εννοούμε πρακτικά τα διάφορα «ζεύγη» και τα διάφορα «ξεπεράσματά» τους.  Το γεγονός π.χ. οτι στην υποσημειωσούλα σας λέτε οτι «τα περισσότερα μέλη» σας «έκριναν οτι δεν είχε κανένα πολιτικό ενδιαφέρον να μπουν σ’ένα διάλογο» μαζί μου, σημαίνει πολύ απλά οτι υπήρξαν μεταξύ σας και κάποιοι, τα λιγότερα μέλη, που έκριναν αλλιώς. Και το γεγονός οτι η διαφορετική (δεν λέω αντίθετη) άποψη αυτών των λιγότερων μελών σας δεν υπάρχει ούτε έχει υπάρξει πουθενά στο περιοδικό σας, λέει σίγουρα κάτι για το πώς αντιμετωπίζετε θεσμικά τις μεταξύ σας διαφοροποιήσεις στην προς τα «έξω», δημόσια-περιοδική έκφρασή σας.

5.

Αποφασίσατε λοιπόν πως είμαι «εξωτερικός τιμητής του επαναστατικού κινήματος». Για το «τιμητής» τα είπα και σάς έβγαλα ψεύτες. Για το «εξωτερικός», απ’ όσο ξέρω το επαναστατικό κίνημα δεν έχει ώς τώρα ασχοληθεί με την αφεντιά μου, ώστε να έχει λάβει μια τέτοια απόφαση για μένα. Επειδή λοιπόν δεν φαντάζομαι να υποστηρίζετε οτι το επαναστατικό κίνημα είστε εσείς και πως κατά συνέπεια οι απόψεις κι οι όποιες αποφάσεις σας είναι απόψεις κι αποφάσεις του επαναστατικού κινήματος, η νέα αυτή ταμπέλα του «εξωτερικού», που μου φορέσατε, εκφράζει αποκλειστικά και μόνο τη δική σας άποψη.

Ευχαριστώ πάντως ειλικρινά για τη … διαγραφή, αλλά μπήκατε σε τζάμπα κόπο. Από αυτό που εσείς έχετε στο κεφάλι σας σαν «επαναστατικό κίνημα» υπηρετώντας το με τον πολιτικάντικο τρόπο που απέδειξα εδωπέρα, ήμουν, είμαι και θα είμαι πάντοτε εξωτερικός.

Γ.

Πριν σάς αποχαιρετίσω οριστικά, θέλω να κάνω μια τελευταία παρατήρηση, που τη θεωρώ πολύ σημαντική γιατί –εκτός των άλλων– συγκεφαλαιώνει και την ουσία της μικρής μας διαμάχης, όχι μόνο στα περιεχόμενά της όσο στον τρόπο διεξαγωγής της από τις δυό πλευρές.

Ανάμεσα λοιπόν στους πολλούς και διάφορους λόγους της ιστορικής αποτυχίας του επαναστατικού κινήματος  (που φαίνεται ν’ απασχολούν και τον Ντωβέ), έχω από την πλευρά μου εντοπίσει ένα λόγο, που τον θεωρώ τόσο καταλυτικής σημασίας ώστε εδώ και χρόνια επανέρχομαι σταθερά σε αυτόν (από το Τέλος του 20ού αιώνα, πριν 24 χρόνια, έως και τα Σχόλιά μου, όπως θα το προσέξατε, κι ακόμα παραπέρα).

Ο λόγος αυτός, που τον εντόπισα διαπιστώνοντας τις «θερμιδοριανές» υποστροφές των επαναστάσεων, αφορά στο πρόβλημα της αυτο-αλλαγής του υποκειμένου της κοινωνικής αλλαγής.

Οι μέχρι σήμερα επαναστάσεις δεν απέτυχαν μόνο για εξωτερικούς λόγους (φτώχεια, καταστολή, κ.λπ.) αλλά επίσης, και κυρίως, για το λόγο οτι τα επαναστατικά υποκείμενα σε γενικές γραμμές, και με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, αρκέστηκαν ν’ αλλάξουν την κοινωνία, τους άλλους, αλλά όχι και τον εαυτό τους.

Γι’ αυτό και το ζήτημα λ.χ. του «μαρασμού του Κράτους», με ό,τι αυτό συνεπάγεται και προϋποθέτει, παρέμεινε ουσιαστικά και πρακτικά στα χαρτιά. Πώς να «μαρανθεί» αυτή η «αφηρημένη δύναμη ενοποίησης» όταν ακόμα και μεταξύ των ανθρώπων που ευαγγελίζονται ένα ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν οτι π.χ. τα ξέρουνε όλα και καλύτερα απ’ όλους, οτι μόνον οι δικές τους θεωρίες εξασφαλίζουν τη ριζική αλλαγή, κι αφορίζουνε με ανόητες ταμπελοκολλήσεις όποιον προσπαθεί να πει κάτι διαφορετικό;

Κοντολογίς, το πρόβλημα που θέτω και στο οποίο σταθερά επανέρχομαι, αφορά στο οτι το υποκείμενο (ατομικό και συλλογικό) του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού οφείλει να είναι πρόθυμο, προετοιμασμένο και ικανό ν’ αλλάξει όχι μόνον την κοινωνία αλλά και τον εαυτό του. Όχι από … αύριο, αλλά από σήμερα, τώρα. Να μάχεται δηλαδή από σήμερα, τώρα, την αλλοτρίωση όχι μόνον «έξω» από αυτό αλλά και «μέσα» του: «Και οπωσδήποτε σήμερα που, έπειτα από την εμπειρία τής δεκαετίας τού ’60, γνωρίζουμε οτι δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς ν’ αλλάξουμε τον εαυτό μας και αντίστροφα, γίνεται όλο και πιο σαφές οτι η αδυναμία αυτή τού ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος βρίσκεται στη ρίζα τής "έκλειψής" του× και οτι δεν μπορούμε να περιμένουμε μια "επανεμφάνισή" του όσο δεν καταφέρνει να την απαντήσει»,  έγραφα στην εισαγωγή των Σχολίων μου.

Η ένδεια των διαφόρων επαναστατικών θεωριών (και πρακτικών) σε ό,τι αφορά αυτό το ζωτικής σημασίας πρόβλημα, είναι γνωστή σε όποιον τις έχει γνωρίσει από κοντά. Όπως επίσης είναι γνωστό πως οι επαναστάτες που θέλουν να τ’ αλλάξουνε όλα εκτός από τον εαυτό τους, καταντούν αργά ή γρήγορα απλοί πολιτικάντηδες.

Κλείνοντας αυτή την επιστολή μου αναλογίζομαι πόσο ανόητα εμπαθείς, ουσιαστικά αδικιολόγητες και τρομαχτικά φτωχές σε ουσία και περιεχόμενο ήταν αυτές οι δι’ υποσημειώσεων και ταμπελοκολλήσεων επιθέσεις σας εναντίον μου.

Δεν ξέρω ούτε μ’ ενδιαφέρει τι λογής ανάγκες σας θεωρήσατε οτι θα ικανοποιούσατε μ’ αυτά τα καμώματα. Εάν η «κομμουνιστοποίηση» που οραματίζεστε, περνάει για σάς από τέτοιους θλιβερούς δρόμους, λυπάμαι αλλά νομίζω πως ο πραγματικός κόσμος με τα καυτά προβλήματά του είναι πολύ πολύ πιο πλατύς για να εξαρτήσει το μέλλον του από αυτούς.

Με οριστικούς χαιρετισμούς,
Γιάννης Δ. Ιωαννίδης






[1] Εκθέτοντάς τα και συζητώντας τα κατά την παρουσίασή σας αυτού του βιβλίου και στη συνέχεια με τα Σχόλια στο βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ «Έκλειψη κι επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος» (Αθήνα, Νοέμβριος 2002).
[2] «Δυστυχώς, ο συγγραφέας [ο Ντωβέ] δεν παραμένει πάντα πιστός στη διαλεκτική αντικειμενικού-υποκειμενικού, με αποτέλεσμα συχνά να κατρακυλάει προς τον αντικειμενισμό και τον ντετερμινισμό», γράφατε όλο κι όλο στον Πρόλογο της εκδοτικής ομάδας για το βιβλίο Έκλειψη κι επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος. – «Κατρακυλάει»; Τς τς τς! Τι αγενής έκφραση! Δε φοβηθήκατε μη βρεθούν τίποτε άλλοι «γαλαρίες» να σάς κατηγορήσουν οτι τον … λασπολογείτε;
[3] Και δεν είναι βέβαια μόνο σ’ αυτό το σημείο που ο Ντωβέ λέει, εναντίον του παλιού ντετερμινισμού του, πάνω-κάτω τα ίδια που έγραφα κι εγώ ο … «εξωτερικός». Βλ. ακόμα την κριτική που κάνει, όπως κι εγώ, στη ντετερμινιστική ιδέα της «πρόβλεψης» του ιστορικού μέλλοντος, της άμεσης εξάρτησης του κομμουνιστικού κινήματος από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, της ψευδοεπιστημονικότητας του ντετερμινισμού, κ.λπ..
[4] Εννοείται οτι εδώ και παρακάτω θα παραθέσω ελάχιστα κι εντελώς ενδεικτικά αποσπάσματα από τα Σχόλιά μου, που όμως αρκούν για να διαψεύσουν την πολιτικάντικη κατηγορία σας περί λασπολογίας μου σε βάρος του Ντωβέ.
[5] «Μια ιστορική αποτυχία. Η φράση αυτή θα μπορούσε να είναι ένας ωμός αλλά όχι και τόσο άδικος απολογισμός του κομμουνιστικού κινήματος 154 χρόνια μετά από το Μανιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς», είναι τα λόγια με τα οποία ξεκινάει το Προλεταριάτο και εργασία (τχ. 11, σ. 61).
[6] Και οι δύο αυτές παρουσιάσεις έχουν έγκαιρα δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα happyfew.gr, όπως ασφαλώς γνωρίζετε.
[7] Βλ. Ταξική πάλη και έθνος, απάντηση στον Ότο Μπάουερ.
[8] Όπως καταδείχνει άλλωστε παραδειγματικά ένα βιβλίο που μεταφράζω αυτή τη στιγμή, με θέμα τους «πρώτους λαούς», που γνώρισαν την αποικιοκρατία στην Ωκεανία και την Αμερική.
[9] Βλ. Περί Μορφής, εκδ. Νησίδες, 2000.
[10] Το θέμα αυτό, της στάσης του Μαρξ στην επανάσταση του 1848 και της γενικότερης θέσης που υπέρ ενός πανευρωπαϊκού πολέμου κατά της τότε Ρωσίας, έχει πραγματευτεί με συντομία αλλά καίρια και ο Καρλ Κορς, βλ. Γιατί είμαι μαρξιστής (εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 1980).
[11] Είναι βέβαια γνωστές και διάφορες διαμάχες, στη βάση της ίδιας αυτής ντετερμινιστικής θεώρησης, όπως λ.χ. αυτή του Π. Πουλιόπουλου κατά του ΚΚΕ.
[12] Βλ ενδεικτικά το βιβλίο-ντοκουμέντο Le mythe de la Raison, ενός γάλλου επαναστάτη που έζησε μαζί τους, του Georges Lapierre (εκδ. LInsomniaque), καθώς και το σχετικό κείμενο του Υβ Λε Μανάκ στην ανθολογία Ο Κήπος (εκδ. Αλήστου Μνήμης).
[13] Κείμενο ομιλίας μου στην Υφανέτ, που υπάρχει στην ιστοσελίδα happyfew.gr, εάν υποθέσουμε οτι δεν το γνωρίζετε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1789 1864 190cm 1917 1929 1940 1955 1957 1965 1968 2008 2013 2014 3/45 Ά. Γιάπε/A.Jappe Α. Καγιέ/A. Caillé Α. Καμύ/A. Camus Α. Κοζέβ/A. Kojève Α. Σοπενχάουερ/A. Schopenhauer Ά. Σπέερ/A. Speer Ά. Τιούρινγκ/A. Turing αγάπη Αισχύλος Άκης Πάνου Αλ. Μπέρκμαν/Al. Berkman Αλ. Σμέμαν/Al. Schmeman Αλέκα Παπαρήγα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Τομπάζης Αλεξάντερ Τρόκκι/Alexander Trocchi Αλέξης Ασλάνογλου αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Άλμπερτ Φίνεϊ/Albert Finney Αλταμίρα αμνησία Αναξίμανδρος αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κρούγκερ/Ann Krueger Ανρί Λεφέβρ/Henri Lefebre Ανρί Μισώ/Henry Michaux Ανρί Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Άνταμ Κέρτις/A. Curtis Άνταμ Σμιθ/Adam Smith Αντίνοος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ Αντρέ Κερτέζ/André Kertész Αντρέ Ορλεάν/André Orléan Άντυ Γουώρχολ.Andy Warhol Άντυ Γουώρχολ/Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής Αποκάλυψη Ιωάννου Απόστολος Παύλος Άρβο Περτ/Arvo Pärt Αργυριάδης Άρης Κωνσταντινίδης Άρθουρ Λένινγκ/Arthur Lehning Άρθουρ Τζένσεν/Arthur Jensen Αριστερά Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Ασφαλιστικό Άυν Ραντ/Ayn Rand Β. Γκ. Ζέμπαλντ/W.G. Sebald Βαβυλώνα Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίν Βολόσινοφ/Valentin Voloshinov Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Ηλιακόπουλος Βασίλης Καραποστόλης Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βέρνερ Χέρτσογκ/Werner Herzog Βερολίνο βία Βιετνάμ Βίκτορ Μπούλλα/Victor Bulla Βικτόρ Σερζ/Victor Serge Βίκτορ Σκλόφκσι/Victor Chklovski Βίκτορ Φρανκλ/Victor Frankl Βίκτωρ Ουγκώ/Vicror Hugo Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνσεντ Μπράουν/Vincent Browne βιοτεχνολογία βοηθήματα μνήμης Βολταίρος Βομβάη Βόρειοι Γ. Γκ. Φίχτε/ J. G. Fichte Γ. Τζέης/W. James Γαλαρίες Γένεσις Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος Γιεβγκένι Ζαμιάτιν/Yevgeny Zamyatin Γιόζεφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen γιορτή Γιούργκεν Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιόχαν Γκριμονπρέ/Johan Grimonprez Γιόχαν Χάιζινχα/Johan Huizinga Γιώργος Γαϊτάνος Γιώργος Δάβος Γιώργος Μακρής Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton Γκ. Λούκατς/G. Lukacs Γκέοργκ Βύχνερ/Georg Büchner Γκεοργκ Ζίμελ/Georg Simmel Γκεόρκι Λούκατς/Georgy LuKacs Γκετζ Άλυ/Gotz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκιόργκι Λίγκετι/György Ligeti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουίλιαμ Ήγγλετον/William Eggleton Γουίλιαμ Μπάροους/William Burroughs Γουίλιαμ Σαίξπηρ/William Shakespear Γούντι Άλλεν/Woody Allen Γρηγόρης Βαλτινός Δανία του Βορρά Δανία του Νότου δάσκαλοι Δελφοί Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα δικαιοσύνη ΔΝΤΟΟΣΑΤΡΟϊΚΑΘΕΣΜΟΙ δόγμα Τρούμαν δοκιμασίες Δουβλίνο Ε. Βιλ/E. Will Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Χ. Γονατάς εγωπαθείς διανοούμενοι εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκλογές εκπομπές Έλεν Κέλλερ/Helen Keller Ελένη Μπέλλου Ελευθερία Ελευθεριακός Ελίας Κανέττι/Elias Canetti Ελίζαμπεθ Άνσκομπ/E. Anscombe Εμίλ Ντυρκέμ/Emile Durkheim Εμίλ Σιοράν/Emil Cioran Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier Έντγκαρ Λη Μάστερς / Edgar Lee Masters εξατομίκευση εξέγερση εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός Επενδυτικό περιβάλλον επιβίωση επιστήμη Έρασμος εργασία ερείπια Έρικ Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbawm Έρνεστ Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνστ Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνστ Κασσίρερ/Ernst Cassirer Έρνστ Μπλοχ/Ernst Bloch Ερυθρογράφος Ετιέν ντε λα Μποεσί/E. de la Boetie Ευγένιος Αρανίτσης Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία Ζ. Νταβί/G. Davy Ζ.Π. Βερνάν/J.P. Vernant Ζακ Ελλύλ/Jacques Ellul Ζακ Λακάν/Jacques Lacan Ζακ Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ζακ Ντεριντά/Jacques Derrida Ζακ Πρεβέρ/Jacques Prévert Ζακ Σαπίρ/Jacques Sapir Ζαν Ιτάρ/Jean Itard Ζαν Λυκ Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ζαν Μορώ/Jeanne Moreau Ζαν-Ζακ Ρουσσό/Jean-Jacques Rousseau Ζαν-Πιερ Βουαγιέ/Jean-Pierre Voyer Ζάχα Χαντίντ/Zaha Hadid Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζίγκμουντ Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Ζιλ Ντελέζ/Gilles Deleuze Ζιλ Ντωβέ/Gilles Dauvé Ζορ Βον/Zohr Vaughan Ζορζ Μπατάιγ/Georges Bataille ζωή Η Διεθνής ηθική Θ. Ρόσζακ/Th. Roszak Θανάσης Σβώλος Θάτσερ/Ρήγκαν θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεός Θεοφάνης Μελάς Θίοντορ Αντόρνο/Theodor Adorno θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Ίαν Χάκινγκ/Ian Hacking Ιβάν Παβλόφ/Ivan Pavlov Ιβάν Τοθργκένιεφ/I. Tourgueniev Ίγγα Κρεστενσεν/Inger Christensen Ιγνάτιος Λογιόλα ιδεολογία ιδρύματα τέχνης ικέτες και ξένιοι Ιράν Ισαάκ Μπ. Σίνγκερ/Isaac B. Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιχάμπ Χασσάν/Ihab Hassan Ιωάννα Τσιβάκου Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Καβαλκάντι/Cavalcanti Κάθλην Ράιν/Kathleen Raine Καλκούτα καλλιτέχνες Καλοκαίρι Καλούμενος Καντ κάπο Καραμανλής Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik Καρλ Κορς/Karl Korsch Καρλ Κράους/Karl Kraus Καρλ Μαρξ/Karl Marx Καρλ Πολάνυι/Karl Polanyi Καρλ Χέκερ/Karl Hocker Καρλομάγνος Καρτέσιος/Descartes καταναλωτικοπαραγωγισμός καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό Κιουσόπουλος Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλοντ Λεβί Στρώς/Claude Levy Strauss κοινωνιοποίηση Κομμούνα κομμουνισμός Κονγκό Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κορέα Κορνήλιος Καστοριάδης Κορνήλιος/Corneille κορπορατισμός Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil Κουρτ Σβίττερς/Kurt Schwitters κράτος κρίσεις πανικού κρίση κρισολογία Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κριστίν Λαγκάρντ Κρίστοφερ Λας/Ch. Lash Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαϊωάννου Κωστής Βελόνης Κωστής Παπαγιώργης Λ. Βαλράς/L. Walras λαβύρινθος Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε Λένιν Λεόν Βαλράς/Léon Walras Λέον Τρότσκι Λέσχη της Ρώμης Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λέων Σεστώφ/Lev Shestov Λίντον Τζόνσον/Lyndon Johnson Λιούις Μάμφορντ/Lewis Mumford Λισιέν Μαλζόν/Lucien Malson λογική λογοκρισία Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Μπάϋρον/Lord Byron Λουί Ντυμόν/Louis Dumont Λουίς Μπουνιουέλ/Louis Bunuel Λούντβιχ Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λουσίντα και Ντέιβις Μάτλοκ Λυγκέας Λωτρεαμόν Μ. Ντριούρι/M. Drury Μ. Μπένετ/M. Bennet Μαγιακόφκι/Mayakovski μαγιονέζα μαθητές Μάικ Κέλυ/Mike Kelley Μάικλ Χάρντ/Michael Hardt Μάιλς Ντέιβις/Miles Davis Μάλκολμ Λόουρι/Malcolm Lowry Μάλκολμ Χ μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μάπετς Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρί ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Marina Tsvetaeva μαρξιστές-λενινιστές Μαρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρσέλ Μαριέν/Marcel Mariën Μαρσέλ Μως/Marcel Mauss Μαρσέλ Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρτζορυ Πέρλοφ/Marjorie Perloff Μάρτιν Μπούμπερ/Martin Buber Μάρτιν Χάϊντεγγερ/Martin Heidegger μελαγχολία Μεσαίωνας μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μετανάστευση μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίκαελ Λέβι/Michael Loewy Μικελάντζελο Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni μικροαστισμός Μίλτον Φρίντμαν/Milton Friedmann Μίλτος Σαχτούρης Μιράντα Τερζοπούλου μισαλλοδοξία Μισέλ Αλιετά/Michel Aglietta Μισέλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μισέλ Σερ/Michel Serres Μισέλ Τουρνιέ/Michel Tournier Μισέλ Φουκώ/Michel Foucault μισθωτοί σκλάβοι Μιχαήλ Μπακούνιν/Michail Bakunin Μιχαήλ Μπαχτίν/Mikhael Bachtine ΜΜΕ Μόμπυ Ντικ Μουσείο Ακρόπολης μουσική Μπ. Μάντεβιλ/B. Mandeville Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπάτσης Μπέλα Ταρ/Bela Tarr Μπερνάρντο Σοάρες/Bernardo Soares Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιενάλε Μπίφο Μπεράρντι/Bifo Berardi Μπουκανιέρος Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μπρους Σπρίνγκστιν/Bruce Springsteen Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί νεοφιλελευθερισμός Νικ Κέιβ/Nick Cave Νικολό Μακιαβέλλι Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νόρμπερτ Ελίας/Norbert Elias Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Νταβός νταντά Ντέιβιντ Λυντς/David Lynch Ντέιβιντ Μπομ/David Bohm Ντέιβιντ Ρικάρντο/David Ricardo Ντέιβιντ Χιούμ/David Hume Ντιμίτρι Πρίγκοφ Ντιτρόιτ Ντον Ντελίλο/Don Delillo Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott Ντονέλα Μήντοους/Donella Meadows Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Ο κήπος Ο Μικρός Πρίγκηπας Οδύσσεια οικονομία Οκτάβιο Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ολοκληρωτισμός ομιλίες Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden Π. Κονδύλης Π.Μ.Σ. Χάκερ/P.M.S. Hacker παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης πανοπτικόν πανσέληνος Παπάγος παράδοση παραλήρημα παραπληροφόρηση Πάσχος Μανδραβέλης Πέδρο Ματέρο πένθος Πέπη Ρηγοπούλου Πέτρος Αρτάνης Πέτρος Παπαθανασίου Πήτερ Γκητς/P.T. Geach Πήτερ Μπρουκ/Peter Brook Πήτερ Ουότκινς/Peter Watkins Πιέρ Κλαστρ/Pierre Clastres Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν/P.J. Proudhon πίστη Πίτερ Κρήφτ/Peter Kreeft Πλαστήρας Πλάτωνας Πλεύσις πλουραλισμός ποίηση Πολ Ρικέρ/Paul Ricoeur πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική Ποτάμι προλεταριάτο Προμηθέας Δεσμώτης πρόοδος προπαγάνδα Πωλ Βαλερύ/Paul Valery Πωλ Βιριλιό/Paul Virilio Πωλ Ζοριόν/Paul Jorion Πωλ Ζωγραφάκης Πωλ Λαφάργκ/Paul Lafargue Ρ. Τζακομπι/R. Jacobi Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρίνγκο Σταρ/Ringo Star Ρίτα Γκαβέρα Ρίτσαρντ Κόμπντεν/Richard Cobden Ρίτσαρντ Ρόρτι/Richard Rorty Ροβεσπιέρος Ροβινσώνας Κρούσος Ροζα Λουξεμπουργκ Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg ρομαντισμός Ρομπέρ Αντέλμ/Robert Antelme Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ρομπερτ Οπενχάϊμερ/Robert Oppenheimer Ρόμπερτ Φρανκ/Robert Frank Ρόμπερτ Χας/Robert Hass Ρούντι Σαιν Ζυστ/Saint Juste Σαρλ Μπωντλερ/Charles Baudeilaire Σαρλ Πεγκι/Charles Péguy Σαρλ Φουριέ/Ch. Fourier Σελίν/Céline Σεμπάστιαν Χάφνερ Σέρεν Κίρκεγκωρ/Soren Kierkegaard σθένος Σίγκμουντ Φρόιντ/Sigmund Freud Σιμόν Βέιλ/Simone Weil Σιμόν Λέις/Simon Leys σινεμά ΣΙΣΒ/SICV Σίσυφος σκεπτικισμός Σκιπίων ο Αφρικανός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Zizek Σλάβοϋ Ζιζεκ/Slavoj Zizek Σοκούροφ/Sokurov σολιψισμός Σομαλία Σόνια Σουδάν Σουν Τζου σουρεαλισμός σοφία σοφιστές Σπιναλόγκα Σπινόζα/Spinoza Σπύρος Κυριαζόπουλος Στάλιν σταλινισμός Στάνλεϊ Κάβελ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στέλιος Ράμφος Στεφάν Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανος Λουπάσκο/Stephan Lupasco Στέφανoς Ροζάνης Στήβεν Πίνκερ/Steven Pinker στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου συμβολικό πεδίο συμβολισμός Σύναψις συνείδηση Συνταγή για μαγιονέζα Σύνταγμα συνωμοσιολογία Σφαγεία σχέδιο Μάρσαλ Σωκράτης σώμα Τ. Λεπελτιέ/Th. Lepeltier Τ. Ρ. Μιλλς/C. W. Mills Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot τα κορδόνια σου! Τάκης Μίχας Τάσος Λάγγης τεστ τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα Τζ. Α. Γκόλντστοουν/J.A. Goldstone/Τζ. Τζ. Μ. Κούτσι/J.M..Coetzee Τζ. Ρ. Σάουλ/J.R. Saul Τζ.Μ. Κούτσι/J.M. Coetzee Τζακάρτα Τζέημς Μπάλντουιν/James Baldwin Τζέιμς Φρέιζερ/James Frazer Τζέρεμι Μπένθαμ/Jeremy Bentham Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι/Gianfranco Sanguinetti Τζιόρτζιο Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Τζο Στράμερ/Joe Strummer Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ/J.K. Galbraith Τζον Σηρλ/John Searle Τζον Στάινμπεκ/John Steinbeck Τζον Χιούστον/John Houston Τζόρτζ Όργουελ/George Orwell Τζορτζ Στάινερ/George Steiner Τζούλια Κρίστεβα/Julia Cristeva Τζων Λοκ/John Locke Τζων Φόουλς/John Fowles Το καταραμένο απόθεμα Το Ξεπέρασμα της Τέχνης Τοκβίλ/Tocqueville Τόμας Μαν/Tomas Mann Τόμας Πίντσον/ Thomas Pynchon Τόμας Ράιντ/Thomas Reid Τόνι Νέγκρι/Toni Negri Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τραγωδία τριλεκτική Τσ. Σ. Περς/Ch. S. Peirce Τσαρλς Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Τσαρλς Ντέιβενπορτ/Charles Davenport Τσαρλς Τέιλορ/Charles Taylor Τσαρλς Φορτ/Charles Fort τυραννία τύψεις Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach υλισμός υπαρξισμός ύπνος υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Β. Μουρνάου/F.W. Murnau Φ. Γιάκομπι/F. Jacobi Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερνάντο Αρρραμπάλ/F. Arrabal Φερνάντο Πεσσόα/Fernando Pessoa Φίγκαρω Φιλανθρωπία φιλία Φίλιπ Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι/Fyodor Dostoevsky Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φρ. Έμπερτ/Fr. Ebert Φρ. Καραντέκ/F. Caradec Φρ. Φουρκέ/Fr. Fourquet Φρ. Χάγιεκ/Fr. Hayek Φρανκ Ζάπα/Frank Zappa Φράνσις Μπέικον/Francis Bacon Φρανσουά Λυοτάρ/François Lyotard Φρανσουά Σιμιάν/François Simiand Φραντς Κάφκα/Frantz Kafka Φρέντερικ Τέιλορ/Frederick Taylor Φρεντερικ Τζεϊμσον/Frederick Jameson Φρίντριχ Ένγκελς/Friedrich Engels Φρίντριχ Νίτσε/Friedrich Nietsche Φριτς Λάιστ/Fritz Leist φρμκ Φύση Φώτης Τερζάκης Χ. Τζ. Θορώ/H.J. Thoreau Χ.Λ. Μπόρχες/J.L. Borges Χ.Μ Ενζενσμπέργκερ χαρά Χάρι Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Χέγκελ/Hegel Χειρτ Μακ/Geert Mak Χέρμαν Μέλβιλ/Herman Melville Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse Χίλαρι Κλίντον χιούμορ χίπστερ Χιροσίμα Χλόη Κολλύρη Χομπς/Hobbes χοντρό δούλεμα Χουάν Βίβες/Juan Vives χρεοκοπία χρήμα Χρήμα και Μαγεία Χρήστος Βακαλόπουλος χριστιανισμός χρόνια πολλά χρόνος ψέμματα ψυχή Ψυχρή Ιδεολογία ωφελιμισμός AP auld lang syne beton7 Bob Dylan Bob Marley Bodies Christopher Cinemarian CoBrA D-503 dangerfew David Bowie DOCUMENTA Einsatzgruppe D European Media Art Festival F. C. Stanley Frank Zappa gosplan Grafton Happyfew Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Il Consigliere Internationale Lettriste/Λεττριστική Διεθνής Internationale Situationniste/Καταστασιακή Διεθνής intothepill izi Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer Johnny Cash Keith Moon Keith Richards Krzysztof Kieslowski/Κριστόφ Κισλόφσκι La Commune Les Levres Nues Les Lèvres Nues Malaguena Melanie Pain memento mori mofferism/μοφερισμός Monty Python Necrology Nosotros RadioBubble Raul Zurita/Ραούλ Σουρίτα Raymond Carver/ Ρέϋμοντ Κάρβερ remap 2 Renty Roberto Juarroz RSA Salon De Vortex sexbox Sunrise Tales from the Crypt The Adicts The Beatles The Crass The Great Society The Gun Club The Juniors The Meteors The Morlocks The Please The Rolling Stones The Ruts The Sonic Youth The Stooges The Stranglers The Three Johns The UK Subs The War TwixtLab Vince Taylor Wall Street Journal WIRED wobblies Zabriskie Point Zoviets