20 Απριλίου 2016

Εκπομπή # 29 | Σθένος και ισχύς




Τέχνη, σθένος και ισχύς. Πώς κάποιοι άνθρωποι κατορθώνουν να επιβιώνουν ψυχικά ακόμα κι όταν συντρίβονται οι ελπίδες, οι προσδοκίες κι οι υποθέσεις στις οποίες έχουν στρατευτεί μέσα στη ζωή; Παραδείγματα και μαρτυρίες.


18 Απριλίου 2016

Μελαγχολία και Οικονομία



Καθώς οι αλαζόνες ηγέτες της ευρωπαϊκής Καρχηδόνας εξακολουθούν να περνούν τις ώρες τους παίζοντας με τα μπακαλοτέφτερά τους ενώ ο κόσμος καίγεται, νομίζουμε πως αξίζει να ρίξουμε ακόμα μια ματιά στη σκέψη ενός από τους πιο εξέχοντες προπάτορές τους. Σε τελική ανάλυση, για μια κληρονομιά πολύ συχνά μαθαίνεις περισσότερα ρωτώντας τον παππού παρά τα βουτυρόπαιδα τρισέγγονά του… Παρουσιάζουμε λοιπόν μια δική μας περίληψη από το άρθρο «Lhomo oeconomicus peut-il être mélancolique ?», της Céline Spector, στο εξαιρετικό φιλοσοφικό περιοδικό Klesis (2012). Οι επιμέρους τίτλοι είναι δικοί μας. - Σημ. HS

Από το 19ο αιώνα, η ιστοριογραφία καταπιάστηκε με το λεγόμενο «πρόβλημα Άνταμ Σμιθ». Είναι το εξής: ενώ στον Πλούτο των Εθνών (στο εξής ΠτΕ), που κυκλοφόρησε το 1776, ο Σμιθ ορίζει το ιδιοτελές συμφέρον ως θεμελιακό κίνητρο της κοινωνικής τάξης πραγμάτων, η κατά 20 χρόνια νεώτερη Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων (ΘΗΣ) στηρίζεται στην έννοια της συμπόνιας και της ενσυναίσθησης, της ικανότητας «να μπαίνεις στη θέση του άλλου», η οποία απαγορεύει να σκεφτόμαστε τον άνθρωπο σαν ένα υπολογιστικό κι εγωϊστικό πλάσμα, οχυρωμένο μέσα στην υποκειμενικότητά του. Η φράση με την οποία ξεκινάει η ΘΗΣ είναι σαφέστατη:
«Όσο εγωϊστή κι αν θεωρήσουμε τον άνθρωπο, υπάρχουν χωρίς αμφιβολία μέσα στη φύση του ορισμένα στοιχεία, που τον οδηγούν να νοιάζεται για τη μοίρα των άλλων και κάνουν αναγκαία γι’ αυτόν την ευτυχία των άλλων, έστω κι αν δεν αποκομίζει από αυτό τίποτε άλλο πέρα από το να τους βλέπει ευτυχισμένους. Τέτοιου είδους στοιχεία είναι το έλεος και η συμπόνια» (μέρος Α’, κεφ. 1) .
Με δυο λόγια, ο Σμιθ φαίνεται να πλάθει δυο διαφορετικούς τύπους ανθρώπου: ο ένας τύπος ανάγει όλα τα πάθη στην επιθυμία βελτίωσης της ατομικής μοίρας, βεβαιώνοντας ότι η κοινωνία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να υπάρχει καθόλου καλοσύνη και αρετή∙ ο άλλος θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τα ηθικά συναισθήματα.

Είναι όμως έτσι;

Είναι γνωστό ότι ο ΠτΕ δεν είναι εγχειρίδιο ηθικής φιλοσοφίας. Θέματά του είναι το ύψος των μισθών, η συσσώρευση του κεφαλαίου και το ποσοστό κέρδους. Εδώ, ο Σμιθ υποστηρίζει πως οι άνθρωποι, στην τεράστια πλειοψηφία τους, αγωνίζονται να βελτιώσουν τη μοίρα τους «μέσα από την αύξηση της ατομικής περιουσίας τους»∙ και πως «από εδώ προκύπτει τόσο ο δημόσιος κι ο εθνικός όσο και ο ιδιωτικός πλούτος» (ΠτΕ, μέρος Β’, κεφ. 3).

Ωστόσο, ούτε η ΘΗΣ αποκλείει τα ιδιοτελή κίνητρα. Υποστηρίζει μάλιστα ότι, παρ’ όλο που μια κοινωνία ευημερεί περισσότερο και είναι πιο ευτυχισμένη όταν ανθίζουν εντός της «οι αρετές», αυτές δεν είναι αναγκαίες για να επιβιώσει ως κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, ο Σμιθ τηρεί στη ΘΗΣ αποστάσεις τόσο από τον επικούρειο ή χομπσιανό αναγωγισμό (που ανάγουν όλες τις αρετές στην φιλαυτία και την ιδιοτέλεια), όσο και από τον ηθικισμό του Φράνσις Χάτσεσον (που υποστήριζε την πανανθρώπινη και παντελώς ανιδιοτελή καλοσύνη)∙ και μάλιστα καταγγέλλει την άποψη ότι «η ιδιοτέλεια δεν μπορεί να είναι ενάρετη ποτέ, σε κανένα βαθμό και σ’ οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν στραφεί» (μέρος Β', κεφ. 3). Ίσα-ίσα, λέει, δεν πρέπει να υπερτιμάται η καλοσύνη και να υποτιμάται η ιδιοτέλεια: «Σε πολλές περιπτώσεις, το να νοιάζεται κανείς για το συμφέρον του και την ατομική του ευτυχία μπορεί να είναι ένα αξιοσέβαστο κίνητρο δράσης» (στο ίδιο).

Επομένως, αν κάτι αξίζει να μας προβληματίσει στο πέρασμα από το συμπονετικό κόσμο της ΘΗΣ στον ανελέητο κόσμο της ΠτΕ, δεν είναι τόσο η εξαφάνιση της έννοιας της συμπόνιας, όσο η εμφάνιση ενός στοχασμού πάνω στις ανορθολογικές συνέπειες της απληστίας, ειδικά στην πιο στενή ή πρωτογενή μορφή της. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, εδώ, πολύ περισσότερο απ’ τους έμπορους –οι οποίοι νοιάζονται μόνο για το πώς θα επικρατήσουν στον ανταγωνισμό, ακόμα και σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος–, ο Σμιθ δείχνει με το δάχτυλο τους Κονκισταδόρες, που τυφλωμένοι από την απληστία, έτρεχαν ν’ ανακαλύψουν το μυθικό Ελντοράντο χωρίς να σκέφτονται ότι, όσο περισσότερο χρυσάφι ανακάλυπταν, τόσο περισσότερο θα υποτιμούνταν και θα έπεφτε η τιμή του χρυσού (ΘΗΣ, μέρος Α’, κεφ. 11)! Οι άνθρωποι λοιπόν, συμπεραίνει, αφήνονται συχνά να παρασυρθούν από «παράξενες ψευδαισθήσεις».

Η μελαγχολία ως αποκάλυψη 

Προκύπτει έτσι το ερώτημα: μήπως θα ήταν σωστότερο να πούμε ότι ο Άνταμ Σμιθ δεν έβλεπε καμιά αντίθεση μεταξύ συμφέροντος και συμπόνιας, ή μεταξύ οικονομίας και ηθικής, αλλά μάλλον μια αντίθεση μεταξύ δυο διαφορετικών τύπων ­συμφέροντος; Από τη μια, δηλαδή, ένα συμφέρον ενσυνείδητο και διαυγές, έστω κι αντίθετο καμιά φορά προς το δημόσιο συμφέρον, και από την άλλη ένα συμφέρον τυφλό και επιρρεπές σε ψευδαισθήσεις;

Τα ερωτήματα αυτά μας επιβάλλουν να ξαναγυρίσουμε τη ΘΗΣ για να δούμε μήπως μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτήν μια συγκεκριμένη άποψη πάνω στην κοινωνία και τη λειτουργία της εμπορευματικής τάξης πραγμάτων στο εσωτερικό της. Αν η οικονομία είναι απλώς ένας τομέας της κοινωνίας στον οποίο δεν βασιλεύει η συμπόνια, τότε μήπως θα πρέπει να εξετάσουμε και να κρίνουμε τις οικονομικές συμπεριφορές μέσα από τη σκοπιά του κοινωνικού; Τι ρόλο παίζει εδώ το ιδιοτελές συμφέρον;

Στο τέταρτο μέρος της ΘΗΣ, με τίτλο «Η επίδραση της χρησιμότητας στο αίσθημα της επιδοκιμασίας», ο Σμιθ εξηγεί ότι η απόλαυση που νιώθει ένας φτωχός όταν βλέπει αντικείμενα τέχνης και χλιδής, μπορεί να εξηγηθεί αν τη δούμε σαν μια έκφραση της ικανότητας «να μπαίνεις στη θέση του άλλου» –εν προκειμένω, του πλούσιου. Έτσι ο φτωχός νιώθει, προς στιγμήν, πλούσιος. Όμως την ίδια στιγμή, ο Σμιθ τονίζει πόσο ανορθολογική είναι η ματαιοδοξία που συνδέεται με την κατοχή αυτών των συμβόλων πλούτου: η απόκτηση ενός σωρού επιπόλαιων μπιχλιμπιδιών δεν μπορεί ποτέ να φέρει την ποθούμενη ευδαιμονία.

Γράφει πάνω σ’ αυτό:
«(…) με την κατάπτωση που φέρνουν η αρρώστια και τα γερατειά, χάνεται και η κενοδοξία του μεγαλείου. Δεν λέει πια τίποτα στον άρρωστο και το γέρο. Ο γιός του φτωχού που μεγαλοπιάστηκε, κακολογεί μες στην καρδιά του τη φιλοδοξία και μετανιώνει για τη ραθυμία της νιότης του, για τις οποίες μάταια θυσιάστηκε κυνηγώντας αυτά που τώρα πια, που τα ‘χει αποκτήσει, δεν του δίνουν καμιά αληθινή ικανοποίηση. Όποιος χτυπιέται απ’ τη μελαγχολία ή την αρρώστεια, παύει να μεγαλοπιάνεται και προσέχει τώρα να εξετάσει προσεκτικά την κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί, ώστε να δει τι είναι αυτό που πραγματικά του λείπει για να είναι ευτυχισμένος. Τότε, ο πλούτος και η ισχύς φανερώνουν το αληθινό τους πρόσωπο: δεν είναι τίποτε άλλο παρά τεράστιες πολύπλοκες μηχανές, καμωμένες από τα πιο λεπτά κι ευαίσθητα κίνητρα, για να παράγουν μάταια υλικά μπιχλιμπίδια κυρίως για την ικανοποίηση του σώματος.»
Αυτή είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση, λέει ο Σμιθ, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η εμπορική-εμπορευματική­ κοινωνία. Ο γιός του φτωχού τσακίζεται στη δουλειά όλη του τη ζωή ελπίζοντας να γλυτώσει απ’ τα δεινά που γεννάει η ίδια του η δουλειά. Κι όπως ονειρεύεται ν’ αποκτήσει όλα εκείνα που πιστεύει πως υπόσχονται την υπέρτατη ευδαιμονία, στο τέλος τού απομένουν μόνο βάσανα, έγνοιες και ταλαιπωρίες. Κοιτάζοντας έτσι προς τα πίσω τη ζωή του, ο γιός του φτωχού καταλαβαίνει πως ο φρενιτιώδης αγώνας του ήταν εντελώς μάταιος. Η πολύπλοκη και σπάταλη «μηχανή» του πλούτου δεν παράγει παρά κάποια επιδερμικά μπιχλιμπίδια, για το σώμα περισσότερο παρά για το πνεύμα. Τότε, συνεχίζει, εμφανίζεται η μελαγχολία, αποκαλύπτοντας την αλήθεια των πραγμάτων κι εξανεμίζοντας τις ψευδαισθήσεις: χάρη στη μελαγχολία, το άτομο συνειδητοποιεί στο τέλος της ζωής του πως το κυνήγι του πλούτου και του μεγαλείου δεν μπόρεσε να του προσφέρει τα αγαθά, την ασφάλεια και τη χαρά που τόσο ποθούσε.

Με άλλα λόγια, η μελαγχολία φαίνεται πως αποκαλύπτει την αλήθεια του homo oeconomicus, ο οποίος δουλεύει ασταμάτητα και ξεθεώνεται για να «πετύχει». Αυτό που μας δείχνει η μελαγχολία, είναι η αδυσώπητη αποτυχία ενός τέτοιου σχεδίου και οράματος ζωής –άρα, με μια έννοια, τη βαθιά ανορθολογικότητα της οικονομικής ορθολογικότητας.

Η χρησιμότητα των ψευδαισθήσεων

Όμως αυτό σήμαινε για τον Άνταμ Σμιθ πως η ίδια η οικονομική τάξη πραγμάτων, και επομένως η εμπορευματική κοινωνία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κόσμος πλάνης και ψευδαισθήσεων, ανίκανος να εξασφαλίσει στους ανθρώπους την ευτυχία που τους υπόσχεται; Πρότεινε μήπως μια επιστροφή στην αριστοτελική κριτική της «χρηματιστικής», δηλαδή της επιθυμίας που καθώς συγχέει τους σκοπούς με τα μέσα γίνεται αχαλίνωτη;

Όχι!, απαντάει ο φιλόσοφος Σμιθ τονίζοντας, απεναντίας, την καταπληκτική χρησιμότητα αυτής της πλάνης: 
«Ευτυχώς που η φύση μάς ξεγελάει μ’ αυτό τον τρόπο. Διότι αυτή η πλάνη, αυτή η ψευδαίσθηση βάζει μπροστά και συντηρεί την αδιάκοπη κίνηση της ανθρώπινης επινοητικότητας. Αυτή παρακίνησε τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν τη γη, να χτίσουν σπίτια, να ιδρύσουν πόλεις και Κράτη, να κάνουν εφευρέσεις και να βελτιώσουν όλες τις επιστήμες κι όλες τις τέχνες που ομορφαίνουν κι εξευγενίζουν την ανθρώπινη ζωή. Αυτή άλλαξε ολοκληρωτικά την όψη του κόσμου, μεταμόρφωσε τα φυσικά κι άγρια δάση σε γόνιμες κι ευχάριστες πεδιάδες, αυτή πήρε τον αδιάβατο κι άγονο ωκεανό και τον έκανε πηγή τροφής και γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στα διαφορετικά έθνη της γης.» (ΘΗΣ, στο ίδιο κεφάλαιο)!!!
Με άλλα λόγια, αν και η μελαγχολία αποκαλύπτει την οικονομική ανορθολογικότητα, η αλήθεια της εμπορευματικής κοινωνίας δεν βρίσκεται στην απομάγευσή της, διότι σε τελική ανάλυση, κατά τον Σμιθ, η μελαγχολία δεν αποτελεί τη γνήσια, ορθολογική και ηθική οπτική γωνία από την οποία μπορούμε να κρίνουμε την εμπορευματική κοινωνία. Ίσα-ίσα, σε ένα στάδιο της ανάπτυξής της τουλάχιστον, η κοινωνία αυτή λειτουργεί, λέει, χάρη στη δύναμη της φαντασίας, η οποία διεγείρει το θαυμασμό –τη μάγευση– των συμβόλων επίδειξης του πλούτου και της επιτυχίας, και μ’ αυτό τον τρόπο δικαιολογεί τους κόπους και τις θυσίες των ανθρώπων. Διότι,
«αμέσως μόλις μας αφήσει λίγο η μελαγχολία, μας συνεπαίρνει και πάλι ο θαυμασμός για τα πλούτη των ανακτόρων και των ισχυρών, θαυμάζουμε ξανά το πώς είναι έτσι καμωμένα ώστε να τους εξασφαλίζουν την ευδαιμονία, να προλαβαίνουν τις ανάγκες τους, να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, να διασκεδάζουν ακόμα και τις πιο επιπόλαιες ορέξεις τους. Βέβαια, αν εξετάζαμε αυτή καθαυτή την αληθινή ικανοποίηση που μπορούν όλ’ αυτά να τους προσφέρουν, θα βρίσκαμε πως είναι μηδαμινή και τιποτένια. Όμως πολύ σπάνια την εξετάζουμε μ’ αυτή την αφηρημένη και φιλοσοφική ματιά. Τον περισσότερο καιρό την συγχέουμε στη φαντασία μας με την τάξη, την αρμονική και ομαλή κίνηση του συστήματος, της μηχανής ή της οικονομίας, χάρη στην οποία παράγεται. Γι’ αυτό το λόγο, οι απολαύσεις του πλούτου και της ισχύος διεγείρουν τη φαντασία μας σαν να είναι αυτές οι ίδιες κάτι το σπουδαίο, το όμορφο και το ευγενές, που η απόκτησή του δικαιολογεί απόλυτα τους κόπους και το άγχος που του αφιερώνουμε» (στο ίδιο).
Ένα φατούρο από αόρατα χέρια...

Με αυτό τον τρόπο, η ΘΗΣ σκιαγραφεί ένα μοντέλο εναρμόνισης των ιδιωτικών συμφερόντων μέσω της χλιδής, κίνητρο της οποίας δεν είναι άλλο από τη ματαιοδοξία. Διότι, λέει, μόλις οι πλούσιοι κι οι ισχυροί ικανοποιήσουν τις «ανάγκες του στομαχιού», θ’ αρχίσουν να διανέμουν το περίσσευμα σε όλους εκείνους που μετέχουν στην οικονομία του πλούτου τους (όσους φτιάχνουν τα μπιχλιμπίδια που τους αρέσουν, συγυρίζουν τα παλάτια τους, τους υπηρετούν, κ.ο.κ.). Ας είναι δηλαδή καλά οι πλούσιοι κι οι ισχυροί, που μαγεύονται από τη χλιδή, κι έτσι μένει περίσσευμα ώστε να τρώνε κάτι κι οι φτωχοί!

Συμπέρασμα;
«Οδηγημένοι λοιπόν από ένα αόρατο χέρι, οι άνθρωποι πραγματοποιούν τελικά την ίδια πάνω-κάτω διανομή των απαραίτητων προς το ζην με αυτήν που θα πραγματοποιούνταν εάν η γη μοιράζονταν σε ίσα κομμάτια σε όλους τους κατοίκους της –κι έτσι, άθελά τους, οι πλούσιοι κι οι ισχυροί, υπηρετούν τα συμφέροντα της κοινωνίας και παρέχουν τα μέσα για τον πολλαπλασιασμό του ανθρώπινου είδους» (στο ίδιο)!!!
Μεγαλείο! 

Βρισκόμαστε με άλλα λόγια ήδη μέσα στον κόσμο του ΠτΕ;  Ναι, αλλά και όχι ακριβώς. Διότι ενώ στη ΘΗΣ, όπως το είδαμε, το απατηλό κυνηγητό του πλούτου και της χλιδής οδηγεί τελικά στην οικονομική ευμάρεια της κοινωνίας, στην ΠτΕ, αντίθετα, αυτό το ίδιο κυνηγητό οδήγησε στην κατάρρευση τη φεουδαρχία καθώς οι φεουδάρχες έπαψαν σιγά-σιγά να συντηρούν τους υπηρέτες και τους υποτελείς τους προτιμώντας τα βιοτεχνικά προϊόντα –με αποτέλεσμα τον πραγματικό θρίαμβο της εμπορευματικής κοινωνίας και του δικού της, «κυριολεκτικά ορθολογικού» κατά τον Σμιθ, τρόπου διακυβέρνησης.

Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά αυτή ανάμεσα στη ΘΗΣ και την ΠτΕ είναι περισσότερο μια διαφορά πάνω στα μέσα επίτευξης του ίδιου σκοπού. Επί της ουσίας, ο μελαγχολικός άνθρωπος, με τη διαυγή επίγνωση της ματαιότητας των ακατάπαυστων κόπων του, εξαφανίζεται τελικά από τη σκέψη του Άνταμ Σμιθ για χάρη της ωδής «στην πρόοδο και την ευμάρεια της κοινωνίας».

Κι όποιον πάρει ο χάρος...

14 Απριλίου 2016

Η σχιζοφρένεια των καιρών μας



 Η κοινότητα είναι ένα πλασματικό σώμα, το οποίο συντίθεται από τα άτομα που θεωρούνται συστατικά στοιχεία του ως μέλη του. Ποιο είναι επομένως το συμφέρον της κοινότητας; Είναι το άθροισμα των συμφερόντων των διαφόρων μελών που την απαρτίζουν. 
Τζέρεμι Μπένθαμ, An Introduction to the Principles of Morals and Legislation,  
κεφ. 1, IV (1823)

Η κοινωνία είναι κάτι το ανύπαρκτο. 
Αυτό που υπάρχει είναι άτομα, άντρες και γυναίκες, και  οικογένειες.
Μάργκαρετ Θάτσερ,  στο Women's Own Magazine (1987)


Αλαίν Καγιέ
«Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι –με τη συνδρομή της παγκοσμιοποίησης και του υπερφιλελευθερισμού– ο κόσμος μας, το σύνολο της κοινωνικής ύπαρξής μας, τείνουν ολοένα και περισσότερο να οργανώνονται σύμφωνα με μια πανταχού παρούσα εμπορευματική λογική και να υποτάσσονται στις αρχές της αγοράς και της γενικευμένης οικονομίας. Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα, εάν ο πυρήνας αυτής της εξέλιξης είναι ο ωφελιμισμός. Θα ήταν δύσκολο ν’ απαντήσουμε θετικά αν μέναμε σ’ ένα στενό, ή μάλλον υπερβολικά στενό ορισμό του ωφελιμισμού. 

Αν λ.χ. ορίζαμε τον ωφελιμισμό του Μπένθαμ όπως ο ιστορικός Ελί Αλεβί, δηλαδή εντοπίζοντάς τον στην ιδέα περί μιας τεχνητής εναρμόνισης των συμφερόντων, η οποία συνεπάγεται ένα ενεργητικό κρατικό παρεμβατισμό, τότε θα λέγαμε ότι ο ωφελιμισμός βρίσκεται στους αντίποδες του φιλελευθερισμού και πως αντιτίθεται στην παντοκρατορία των αγορών. Θα έμοιαζε μάλιστα πολύ πιο συγγενικός με τις σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές ιδέες περί σχεδιασμού της οικονομίας. Σε τελική ανάλυση, δεν είναι αλήθεια ότι αυτό το ιδεώδες αποτελεί την πεμπτουσία των επικλήσεων του Μπένθαμ σ ένα ορθολογικό νομοθέτη; Αυτό ακριβώς πίστευε ο Χάγιεκ, ο κυριότερος στοχαστής και προφήτης του σύγχρονου υπερφιλελευθερισμού, ο οποίος κατακεραύνωνε τσουβαλιάζοντάς τους μαζί τον ολοκληρωτισμό, το σοσιαλισμό, το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης και τον ωφελιμισμό.

Ωστόσο, τέτοιου είδους ταυτίσεις είναι πολύ βιαστικές. Πρώτα-πρώτα δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, σε ό,τι αφορά την οικονομία, ο Μπένθαμ θεωρούσε τον εαυτό του απλά και σκέτα οπαδό του Άνταμ Σμιθ. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως, όπως το έδειξε ο Καρλ Πρίμπραμ μετά τον Σουμπέτερ, τόσο η κλασική όσο και στη συνέχεια η νεοκλασική φιλελεύθερη πολιτική οικονομία γεννήθηκαν κι αναπτύχθηκαν εντελώς μέσα στο πλαίσιο σκέψης που είχε εγκαινιάσει ο ωφελιμισμός. Για να το πω με συντομία, εάν ο Μπένθαμ είναι ο θεωρητικός της τεχνητής εναρμόνισης των συμφερόντων στο πεδίο του δικαίου, της ηθικής και της νομοθεσίας, στο πεδίο της οικονομίας υποστηρίζει σαφώς, όπως και όλοι οι φιλελεύθεροι, ότι τα επιμέρους συμφέροντα εναρμονίζονται με τρόπο φυσικό και όχι τεχνητό. 

Επομένως, ο δεσμός μεταξύ ωφελιμισμού και φιλελευθερισμού είναι στενός –και το μαρτυρά πάρα πολύ εύγλωττα η πορεία που ακολούθησαν ο Τζέιμς Μιλλ και ο γυιός του, ο Τζων Στούαρτ Μιλλ. Χωρίς να είναι καθόλου μονοσήμαντος (ένα ισχυρό ωφελιμιστικό υπόστρωμα συναντάμε και στο σοσιαλισμό), ο δεσμός αυτός εξηγείται αρκετά λογικά από το πρώτο αξίωμα του ωφελιμισμού, σύμφωνα με το οποίο κάθε κοινωνική πράξη ανάγεται σε υπολογισμούς ατομικών συμφερόντων, τα οποία, ακόμα κι αν δεν τα θεωρήσουμε καθαρώς ‘‘εγωϊστικά’’, είναι πάντως εκφράσεις φιλαυτίας. Ε, λοιπόν, στην ίδια ακριβώς αρχή στηρίζεται ο υπερφιλελευθερισμός: κατ' αυτόν, τα μόνα κίνητρα που μετρούν και είναι πραγματικά, είναι τα κίνητρα που εδράζονται στον υπολογισμό των αυστηρώς ατομικών συμφερόντων –επομένως, συμπεραίνει, κάθε ηθική ή ρύθμιση που εμπνέεται από άλλου είδους κίνητρα, είναι ονειροφαντασία καταδικασμένη στην αποτυχία. […]

Βεβαίως, είναι σαφές ότι υπάρχει και ένας τύπος φιλελευθερισμού που δεν στηρίζει την επιχειρηματολογία του στον ωφελιμισμό τύπου Μπένθαμ, αλλά σε ένα πολύ διαφορετικό ύφος επιχειρημάτων. Αυτός μάλιστα είναι εκείνος που κατά βάση εννοούμε όταν μιλάμε σήμερα για φιλελευθερισμό. Πρόκειται για μια επιχειρηματολογία συμβολαιοκρατικού τύπου, ο δεσμός της οποίας με το φιλελευθερισμό είναι ολοφάνερος στα επιχειρήματα του Λοκ παλιότερα και σήμερα του Ρωλς. Όμως είναι ωφελιμιστική αυτή η συμβολαιοκρατία;

Ασφαλώς όχι, εάν ταυτίζουμε τον ωφελιμισμό με τον μπενθαμισμό, διότι ο Μπένθαμ δεν έπαυε να ειρωνεύεται όσους στήριζαν τους συλλογισμούς τους σε κάποια ανύπαρκτη ‘‘φυσική κατάσταση’’, ή σε εξωπραγματικά ‘‘ανθρώπινα δικαιώματα’’. Παρ’ όλα αυτά, οι αξιωματικές αρχές της φιλελεύθερης συμβολαιοκρατίας και του ωφελιμισμού είναι ίδιες: και οι δυο δίνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα διαχωρισμένα μεταξύ τους, ρασιοναλιστικά και υπολογιστικά άτομα. Κι αν βάλουμε στη άκρη μια σειρά από διαφωνίες τους πάνω στον ορισμό και το μέτρο αυτού του ‘‘μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων’’, στα οποία ‘‘πρέπει να εξασφαλίζεται η ευδαιμονία’’ –διαφωνίες που δεν είναι και τόσο σίγουρο κατά πόσον είναι ουσιαστικές ή απλώς τεχνικές–, τόσο οι ωφελιμιστές όσο και οι συμβολαιοκράτες συμφωνούν ευρύτατα πάνω στον κανονιστικό στόχο της ‘‘μέγιστης ευδαιμονίας’’. Αυτή ορίζει, σύμφωνα με αυτούς, το τι εστί δίκαιο. Γι’ αυτό δεν είναι και τόσο παράξενο που ο σημερινός ‘‘πάπας’’ της ωφελιμιστικής παράδοσης, Τζων Χάρσανι, διακηρύσσει ότι η επιχειρηματολογία του Ρωλς και η δική του είναι σε τελική ανάλυση ταυτόσημες και πως κατά κάποιον τρόπο ανακάλυψε τον ρωλσισμό (και κυρίως τον κεντρικό θεωρητικό μύθο περί ‘‘πέπλου άγνοιας’’) πριν απ’ τον Ρωλς. […]

Όλες αυτές οι ρασιοναλιστικές κατασκευές ξεκινούν πάντοτε κραυγάζοντας με στεντόρεια φωνή, ότι εδράζονται ‘‘στο απτό δεδομένο της πανταχού παρουσίας του υπολογιστικού συμφέροντος’’ και ότι, επομένως, ο τρόπος με τον οποίον προσδιορίζουν στη συνέχεια τους κανόνες της ηθικής και της δικαιοσύνης είναι εντελώς ορθολογικός, αντικειμενικός κι επιστημονικός … για να μπάσουν στο τέλος, μάλλον σύντομα, από την πίσω πόρτα την εικόνα των ατομικών υποκειμένων, τα οποία υποτίθεται πώς είναι a priori ηθικά, ή που τελοσπάντων στους υπολογισμούς τους θα πάρουν υπόψη μόνο τις δεδομένα εξαρχής ηθικές ‘‘προτιμήσεις’’ τους. Με άλλα λόγια, ενώ ισχυρίζονται ότι οι θεωρίες τους υπερβαίνουν χάρη στον ορθό λόγο αυτό που ο Ρώλς ονομάζει περφεξιονισμό [προώθηση ιδανικών προτύπων ‘‘καλής ζωής’’], ξαναπέφτουν αδιάκοπα στο φαύλο κύκλο επιμένοντας να ορίζουν ως ηθικούς και δίκαιους τους κανόνες που θα επέλεγαν τα ηθικά και δίκαια άτομα. […]

Όσο για τη σχέση μεταξύ ωφελιμισμού και οικονομισμού, η απάντησή μου είναι: ναι, ασφαλώς συνδέονται! Αυτό προκύπτει από το πρώτο αξίωμα του ωφελιμισμού, που δεν είναι άλλο από την πράξη γέννησης του homo oeconomicus. 

Υπάρχει το ερώτημα: η κριτική του οικονομιστικού αξιώματος («ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αριθμομηχανή») καταγγέλλει επίσης το κανονιστικό αξίωμα που ταυτίζει τη δικαιοσύνη με τη γενική ευδαιμονία; Τι μπορεί να προσάψει κανείς σ’ αυτό το αξίωμα; Πρώτα-πρώτα, το ότι συνδέεται άρρηκτα, αν και με τρόπο παράδοξο και αντιφατικό, με το οικονομιστικό αξίωμα. Διότι υπάρχει πράγματι  παραδοξότητα και αντινομία εδώ. Εάν θέσουμε ως δίκαιο την επιδίωξη σε κάθε περίπτωση και για το καθετί της ευδαιμονίας του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ατόμων, λέγοντας ότι είναι λογική προέκταση της υπόθεσης ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν να ικανοποιούν αποκλειστικά το ιδιοτελές συμφέρον τους και ότι αποκλείεται να δεχτούν οποιοδήποτε άλλο ιδεώδες, τότε οδηγούμαστε σε μια ανυπέρβλητη αντίφαση: πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε ταυτόχρονα τον ‘‘εγωϊσμό’’ και τον ‘‘αλτρουϊσμό’’;  Και αν πούμε ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στο είναι και το δέον, ανάμεσα στην περιγραφική και την κανονιστική πρόταση, τότε καταδικαζόμαστε σε σχιζοφρένεια ή σε μόνιμη άρνηση της πραγματικότητας («Ναι, ξέρουμε ότι οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε άλλο παρά εγωϊστές και υπολογιστές, ευαίσθητοι μόνο σε όσα οι ίδιοι ‘‘προτιμούν’’, αλλά δεν θα τους προτείνουμε να θυσιάσουν το ιδιοτελές συμφέρον τους για χάρη του συμφέροντος όλων»).

Όμως αυτή η σχιζοφρένεια είναι τυπική της νεωτερικότητας, η οποία, στο όνομα της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας, από τη μια μεριά ευλογεί τον κυνισμό και την πιο ακραία συνεπειοκρατία [η πεποίθηση ότι ο επιλογές θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις συνέπειές τους], κι από την άλλη παρουσιάζεται μονίμως διψασμένη για μια ολοένα και πιο καθαρή κι εξαϋλωμένη ηθικότητα. […]

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ιδέα της επιδίωξης της ευδαιμονίας. Θα ήταν τρελό να προτείνει κανείς για στόχο την επιδίωξη της μεγαλύτερης δυστυχίας του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ανθρώπων, έστω κι αν αυτό τελικά ήταν το αποτέλεσμα ορισμένων πολιτικών του 20ού αιώνα. Το πρόβλημα βρίσκεται στην υποστασιοποίηση της ευδαιμονίας, στην αφαίρεσή της, τον ευδαιμονισμό, ο οποίος τείνει να συντρίβει τα πάντα στο πέρασμά του, και πρώτα-πρώτα τις συγκεκριμένες και πραγματικές χαρές της ζωής. […] 

Σε ό,τι αφορά το πολιτικό πεδίο λοιπόν, το κύριο πρόβλημα που βάζει το ωφελιμιστικό ιδεώδες βρίσκεται στο ότι θεμελιώνεται στο φάντασμα της απόλυτης γνώσης και μιας επιθυμητής ορθολογικής καθυπόταξης του συνόλου των παραγόντων που καθορίζουν τη δράση, έτσι ώστε να μπορεί να διαιτητεύει more geometrico, ως μέγας γεωμέτρης του σύμπαντος, το παιχνίδι ανάμεσα στις καλές και τις κακές προτιμήσεις. Παρουσιαζόμενος είτε σαν βασιλέας-φιλόσοφος, ορθολογικός και καλοπροαίρετος νομοθέτης, κομισάριος του πενταετούς πλάνου, ή αντίστροφα με τη μορφή του δίδυμου αδερφού του, σαν ο επόπτης-δημοπράτης της βαλρασιανής αγοράς που λύνει όλες τις εξισώσεις, ο ωφελιμισμός σφραγίζεται βαθύτατα από τη φιλοδοξία του να καταργήσει τη σύγκρουση και την κοινωνική διαίρεση αντικαθιστώντας τις με τον υπολογισμό. 

Συνοψίζοντας την κριτική μου σε μια μόνο φράση, θα έλεγα πως όποια επιτήδευση ή πιο λεπτοδουλεμένη παραλλαγή κι αν εισάγει κανείς στην ωφελιμιστική σκέψη (κι είναι σχεδόν άπειρες οι τέτοιας λογής παραλλαγές της), αυτό που θα μένει πάντοτε ως κοινός παρονομαστής θα είναι μια απλουστευτική ανθρωπολογία, η οποία ανάγει το ανθρώπινο υποκείμενο σ’ ένα περισσότερο ή λιγότερο καθορισμένο άθροισμα ιδιοτελών εργαλειακών συμφερόντων κατοχής και ιδιοποίησης. […]»

Αλαίν Καγιέ, Τι θα πει να είσαι αντι-ωφελιμιστής; (2002)


Σημ. HS. Ασφαλώς, η φιλοδοξία του ωφελιμισμού και των συν αυτώ "να καταργήσουν την κοινωνική σύγκρουση και διαίρεση αντικαθιστώντας τις με τον υπολογισμό" έχει ήδη λάβει σάρκα και οστά (αν και δεν πρόκειται ούτε για σάρκα, ούτε για οστά) στην εγκατάσταση του τεχνικού συστήματος μέσα στη σύγχρονη κοινωνία και την παράλληλη εγκατάσταση της σχετικής θρησκείας, δηλαδή του τεχνολογικού μεσσιανισμού μέσα στα μυαλά. Και πάμε "χαρούμενοι" στο Μεγάλο Πουθενά: δείτε μεταξύ άλλων την απαράμιλλη βλακεία εκείνων που εγκατέστησαν πυρηνικά εργοστάσια π.χ. στην πυκνοκατοικημένη Ευρώπη, νομίζοντας, σε πείσμα όλων των απτών δεδομένων της Ιστορίας, ότι δεν πρόκειται να ξαναπληγούν οι χώρες τους από τον πόλεμο -πράγμα που μάλλον θα μετατρέψει τα εργοστάσια αυτά σε "βόμβες" μεγατόνων εντός της επικράτειάς τους... Το ξέρουμε πια: ο εφιάλτης έρχεται πάντοτε σφυρίζοντας γλυκά.





06 Απριλίου 2016

Εκπομπή #28 | Τέχνη, κοινωνία, πολιτική




Τέχνη, κοινωνία, πολιτική.Τι κάνει ο καλλιτέχνης μέσα σ' ένα κόσμο που καίγεται.Ποια είναι η απόσταση ανάμεσα στην ερώτηση και την απάντηση; Για την πολυτιμότητα του παρόντος και γιατί αυτή δεν έχει καμμιά σχέση με την επιταγή "ζήσε το παρόν". Τέχνη και Τεχνική. Πώς να μη σκεφτόμαστε μηχανικά, πώς να μην είμαστε μηχανές, πώς να μη ζούμε σαν γρανάζια μηχανής: τρεις προσεγγίσεις -φιλοσοφία, τέχνη, πολιτική.

Three Thoughts/ Einsturzente Neubauden

Τετάρτη, 6 Απριλίου 
ώρα 16.00 με 18.00
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1789 1900 190cm 1917 1940 1955 1965 1968 1980 2008 Αδάμ Κέρτις/Adam Curtis Αδάμ Σμιθ/Adam Smith Αιδ. Μπίλι/Rev Billy Αιμίλιος Μπενβενίστ/Emile Beneveniste Αιμίλιος Ντυρκέμ/Emile Durkheim Αιμίλιος Σιοράν/Emil Cioran Αισχύλος Άκης Πάνου Ακρόπολη Αλαίν Καγιέ/Alain Caillé Άλαν Τιούρινγκ/Alan Turing Άλασνταιρ Μακιντάιρ/Alasdair MacIntyre Αλβέρτος Αϊνστάιν/Albert Einstein Αλβέρτος Καβαλκάντι/Alberto Cavalcanti Αλβέρτος Καμύ/Albert Camus Αλβέρτος Σπέερ/Albert Speer Αλβέρτος Φίνεϊ/Albert Finney Άλδος Χάξλεϊ/Aldus Haxley Αλέξανδρος Κοζέβ/Alexandre Kojève Αλέξανδρος Μπέρκμαν/Александр Беркман Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Πούσκιν/Александр Пушкин Αλέξανδρος Σμέμαν/Александр Шмеман Αλέξανδρος Σοκούροφ/Алекса́ндр Соку́ров Αλέξανδρος Τομπάζης Αλέξανδρος Τρόκκι/Alexander Trocchi Αλέξης Ασλάνογλου Αλέξης ντε Τοκβίλ/Alexis deTocqueville αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Αλταμίρα αμνησία Αναξίμανδρος ανάπτυξη αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Κερτέζ/André Kertész Ανδρέας Ορλεάν/André Orléan Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κοκκίνου Άννα Κρούγκερ/Ann Krueger Άνσελμος Γιάπε/Anselm Jappe Αντίνοος Άντυ Γουώρχολ/Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής Αντώνιος Νέγκρι/Toni Negri Αντώνιος ντε Σαιντ-Εξυπερύ/Antoine de Saint-Exupéry Αποκάλυψη Απόστολος Παύλος Άρβο Περτ/Arvo Pärt Αργυριάδης-Καλούμενος-Μπάτσης Άρης Αλεξάνδρου Άρης Κωνσταντινίδης Άρης Μπερλής Αρθούρος Λένινγκ/Arthur Lehning Αρθούρος Σοπενχάουερ/Arthur Schopenhauer Αρθούρος Τζένσεν/Arthur Jensen Αριστερά Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Αρμάνδος Μέλβιλ/Herman Melville Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Ασφαλιστικό Άυν Ραντ/Ayn Rand αυτοπεριστρεφόμενοι διανοούμενοι αυτοπεριστροφή Αφρική Βαβυλώνα Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίνος Βολόσινοφ/Валенти́н Воло́шинов Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Ηλιακόπουλος Βασίλης Καραποστόλης Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βερνάρδος Μάντεβιλ/Bernard Mandeville Βέρνερ Χέρτσογκ/Werner Herzog Βερολίνο βία Βικέντιος Μπράουν/Vincent Browne Βίκτωρ Μπούλλα/Виктор Буллаa Βίκτωρ Ουγκώ/Victor Hugo Βίκτωρ Σερζ/Ви́ктор Киба́льчич Βίκτωρ Σκλόφκσι/Ви́ктор Шкло́вский Βίκτωρ Φρανκλ/Victor Frankl Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνφριντ Γκ. Ζέμπαλντ/Wienfried G. Sebald βιοτεχνολογία Βλαδίμιρος Λένιν/Влади́мир Ле́нин Βλαδίμιρος Μαγιακόφκι/Влади́мир Маяко́вский βοηθήματα μνήμης Γαλαρίες Γαλλία Γεράρδος Νταβί/Gerard Davy Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γερμανία Γεώργιος Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Γεώργιος Ζίμελ/Georg Simmel Γεώργιος Λ. Μπόρχες/Jorge L. Borges Γεώργιος Λίγκετι/György Ligeti Γεώργιος Λούκατς/György Lukács Γεώργιος Μπατάιγ/Georges Bataille Γεώργιος Όργουελ/George Orwell Γεώργιος Στάινερ/George Steiner Γεώργιος Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιάννηδες Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος γιορτή Γιώργος Γαϊτάνος Γιώργος Μακρής Γιώργος Νικολαΐδης Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton Γκετζ Άλυ/Götz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκουίντο Καβαλκάντι/Guido Cavalcanti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders γλώσσα Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουλιέλμος Ήγγλετον/William Eggleton Γουλιέλμος Μπάροους/William Burroughs Γουλιέλμος Σαίξπηρ/William Shakespeare Γουλιέλμος Χηρστ/William Hearst Γούντι Άλλεν/Woody Allen Γρηγόρης Βαλτινός Δαβίδ Λυντς/David Lynch Δαβίδ Μπομ/David Bohm Δαβίδ Ρικάρντο/David Ricardo Δαβίδ Χιούμ/David Hume Δανία του Βορρά Δανία του Νότου Δελφοί Δέσποινα Ζευκιλή Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτριος Πρίγκοφ/Дми́трий При́гов Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα Διεθνής δικαιοσύνη δοκιμασίες Δουβλίνο Δραπετσώνα δυσφορία Έ. Λ. Μάστερς / Ε. L. Masters Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Χ. Γονατάς Εδουάρδος Βιλ/Edouard Will εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκπομπές Ελένη Κέλλερ/Helen Keller Ελένη Μπέλλου Ελευθερία Ελευθεριακός Ελισάβετ Άνσκομπ/Elizabeth Anscombe Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Καντ/Emmanuel Kant Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier εξατομίκευση εξέγερση εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός επιβίωση επιστήμη εργασία ερείπια Ερνέστος Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνέστος Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνέστος Κασσίρερ/Ernst Cassirer Ερνέστος Μπλοχ/Ernst Bloch Ερρίκος Γκουγκενχάιμ/Harry Guggenheim Ερρίκος Λεφέβρ/Henri Lefebre Ερρίκος Μισώ/Henry Michaux Ερρίκος Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Ερρίκος Σατί/Eric Satie Ερρίκος Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Ερρίκος Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbaum ΕΣΣΔ Ευγένιος Αρανίτσης Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez Ευγένιος Ζαμιάτιν/Евге́ний Замя́тинn ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία Ζάχα Χαντίντ/Zahā Ḥadīd Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζορ Βον/Zohr Vaughan ζωή ηθική Ηλίας Κανέττι/Elias Canetti ΗΠΑ Θανάσης Σβώλος θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεόδωρος Αντόρνο/Theodor Adorno Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι/Фёдор Достоевский Θεόδωρος Ρόζακ/Theodore Roszak Θεός Θεοφάνης Μελάς θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Θωμάς Ιμπάνιεθ/Tomás Ibáñez Θωμάς Πίντσον/ Thomas Pynchon Θωμάς Ράιντ/Thomas Reid Θωμάς Χομπς/Thomas Hobbes Ι.-Π. Βουαγιέ/Jean-Pierre Voyer Ι.-Π. Ντιτέιγ/Jean Pierre Duteuil Ιάκωβος Α. Γκόλντστοουν/Jack A. Goldstone Ιάκωβος Ελλύλ/Jacques Ellul Ιάκωβος Λακάν/Jacques Lacan Ιάκωβος Μπάλντουιν/James Baldwin Ιάκωβος Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ιάκωβος Ντεριντά/Jacques Derrida Ιάκωβος Πρεβέρ/Jacques Prévert Ιάκωβος Σαπίρ/Jacques Sapir Ιάκωβος Φρέιζερ/James Frazer Ίγγα Κρεστενσεν/Inger Christensen ιδεολογία ιδρύματα τέχνης Ιερεμίας Μπένθαμ/Jeremy Bentham ικέτες και ξένιοι Ιουλία Κρίστεβα/Julia Cristeva Ιουλιανός ντε Λα Μετρί/ Julien de La Mettrie Ιούλιος Ντελέζ/Gilles Deleuze Ιούλιος Ντωβέ/Gilles Dauvé Ισαάκ Μπ. Σίνγκερ/Isaac B. Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιχάμπ Χασσάν/Ihab Hassan Ιωάννα Μορώ/Jeanne Moreau Ιωάννα Τσιβάκου Ιωάννης Βίβες/Juan Vives Ιωάννης Γκριμονπρέ/Johan Grimonprez Ιωάννης Ιτάρ/Jean Itard Ιωάννης Κ. Γκαλμπρέιθ/John K. Galbraith Ιωάννης Λοκ/John Locke Ιωάννης Μ. Εντσενσμπέργκερ/Hans M. Enzensberger Ιωάννης Μ. Κούτσι/John M. Coetzee Ιωάννης Παβλόφ/Ива́н Па́влов Ιωάννης Ρ. Σάουλ/John R. Saul Ιωάννης Ρωλς/John Rawls Ιωάννης Σερλ/John Searle Ιωάννης Στ. Μιλλ/John St. Mill Ιωάννης Στάινμπεκ/John Steinbeck Ιωάννης Τουργκένιεφ/Иван Тургенев Ιωάννης Φ. Κέννεντυ Ιωάννης Φόουλς/John Fowles Ιωάννης Χάκινγκ/Ian Hacking Ιωάννης Χιούστον/John Houston Ιωάννης Χουιζίνγκα/Johan Huizinga Ιωάννης-Ιάκωβος Ρουσσό/Jean-Jacques Rousseau Ιωάννης-Λουκάς Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ιωάννης-Παύλος Σαρτρ/Jean-Paul Sartre Ιωάννης-Πέτρος Βερνάν/Jean Pierre Vernant Ιωσήφ Μπλοχ/Joseph Bloch Ιωσήφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen Ιωσήφ Στάλιν/Ио́сиф Ста́лин Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Κάθλην Ρέιν/Kathleen Raine καλλιτέχνες Καλοκαίρι Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik Κάρολος Γκέοργκ Μπύχνερ/Karl Georg Büchner Κάρολος Δαρβίνος/Charles Darwin Κάρολος Κορς/Karl Korsch Κάρολος Κράους/Karl Kraus Κάρολος Μαρξ/Karl Marx Κάρολος Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Κάρολος Μπωντλέρ/Charles Baudeilaire Κάρολος Ντέιβενπορτ/Charles Davenport Κάρολος Πεγκί/Charles Péguy Κάρολος Πολάνυι/Karl Polanyi Κάρολος Ράιτ Μιλλς/Charles Wright Mills Κάρολος Σ. Περς/Charles S. Peirce Κάρολος Τέιλορ/Charles Taylor Κάρολος Φορτ/Charles Fort Κάρολος Φουριέ/Charles Fourier Καρτέσιος/Descartes Καταστασιακή Διεθνής/Internationale Situationniste καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό κεφαλαιοκρατία Κλαίρη Οζιάς/Claire Auzias Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλαύδιος Λεβί-Στρώς/Claude Lévi-Strauss Κομμούνα κομμουνισμός Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κορνήλιος Καστοριάδης κορπορατισμός Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil Κουρτ Σβίττερς/Kurt Schwitters κράτος κρίσεις πανικού κρίση κρισολογία Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Καραμανλής Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαϊωάννου Κώστας Χριστοδούλου Κωστής Βελόνης Κωστής Παπαγιώργης Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε/老子 Λαρς φον Τρίερ/Lars von Trier λενινισμός Λέσχη της Ρώμης Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λέων Βαλράς/Léon Walras Λέων Σεστώφ/Лев Шесто́в Λέων Τρότσκι/Лев Тро́цкий λογική λογοκρισία Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Μπάϋρον/Lord Byron Λουδοβίκος Αλτουσέρ/Louis Althusser Λουδοβίκος Αραγκόν/Louis Aragon Λουδοβίκος Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λουδοβίκος Μαλ/Louis Mal Λουδοβίκος Μάμφορντ/Lewis Mumford Λουδοβίκος Μπουνιουέλ/Louis Buñuel Λουδοβίκος ντε Σαιν Ζυστ/Louis de Saint Juste Λουδοβίκος Ντυμόν/Louis Dumont Λουκιανός Μαλζόν/Lucien Malson Λουσίντα και Ντέιβις Μάτλοκ/L & D Matlock Λυγκέας Λωτρεαμόν/Lautréamont μαγεία Μάης '68 Μάκης Μηλάτος Μάλκολμ Λόουρι/Malcolm Lowry Μάλκολμ Χ/Malcolm X μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μαξ Μπένετ/Max Bennet Μαργαρίτα Πέρλοφ/Marjorie Perloff Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρία ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Мари́на Цвета́ева Μάρκελος Μαριέν/Marcel Mariën Μάρκελος Μως/Marcel Mauss Μάρκελος Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρτίνος Μπούμπερ/Martin Buber Μαρτίνος Χάιντεγγερ/Martin Heidegger Μέγας Κάρολος μελαγχολία Μεσαίωνας μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίλτος Σαχτούρης Μίλτων Φρίντμαν/Milton Friedmann Μιράντα Τερζοπούλου Μιριέλ Μπαρμπερί/Muriel Barbery Μιχαήλ Αλιετά/Michel Aglietta Μιχαήλ Κέλυ/Mike Kelley Μιχαήλ Λέβι/Michael Loewy Μιχαήλ Μπακούνιν/Михаил Бакунин Μιχαήλ Μπαχτίν/Михаи́л Бахти́н Μιχαήλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μιχαήλ Σερ/Michel Serres Μιχαήλ Τουρνιέ/Michel Tournier Μιχαήλ Φουκώ/Michel Foucault Μιχαήλ Χάρντ/Michael Hardt Μιχαηλάγγελος Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni ΜΜΕ Μόμπυ Ντικ μουσική μοφερισμός/mofferism Μπαρούχ Σπινόζα/Baruch Spinoza Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπέλα Ταρ/Béla Tarr Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιενάλε Μπίφο Μπεράρντι/Bifo Berardi Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μώρις Ντρούρι/Maurice Drury Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί νεοφιλελευθερισμός Νικόλαος Γκόγκολ/Николай Гоголь Νικόλαος Μακιαβέλλι/Niccolò Machiavelli Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νόρμπερτ Ελίας/Norbert Elias Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Ντεζιντέριος Έρασμος/Desiderius Erasmus Ντον Ντελίλο/Don Delillo Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott Ντονέλα Μήντοους/Donella Meadows Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Οδύσσεια οικονομία Οκτάβιο Πας/Octavio Paz Οκτάβιος Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ολοκληρωτισμός ομιλίες ΟΟΣΑ Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ούγος του Σαιντ Βίκτορ/Hugh of Saint Victor Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden Ουόλτ Ουΐτμαν/Walt Whitman Π.Μ.Σ. Χάκερ/P.M.S. Hacker παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης πανοπτικόν Παπάγος παπαρολογία παράδοση παραπληροφόρηση Πασχάλης Ενζέλ/Pascal Engel Πάσχος Μανδραβέλης Παύλος Βαλερύ/Paul Valery Παύλος Βιριλιό/Paul Virilio Παύλος Ζοριόν/Paul Jorion Παύλος Λαφάργκ/Paul Lafargue Παύλος Ρικέρ/Paul Ricoeur Πέδρο Ματέο/Pedro Mateo Πέπη Ρηγοπούλου περιπέτεια Πέτρος Αρτάνης Πέτρος Γκητς/P.T. Geach Πέτρος Κλαστρ/Pierre Clastres Πέτρος Κορνήλιος/Pierre Corneille Πέτρος Κρηφτ/Peter Kreeft Πέτρος Μπουρντιέ/Pierre Bourdieu Πέτρος Μπρουκ/Peter Brook Πέτρος Ουότκινς/Peter Watkins Πέτρος Παπαθανασίου Πέτρος-Ιωσήφ Προυντόν/Pierre-Joseph Proudhon Πινοσέτ Πλαστήρας Πλάτωνας πλουραλισμός ποίηση πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική Ποτάμι προεκλογικά μηνύματα προλεταριάτο Προμηθέας προπαγάνδα Πωλ Ζωγραφάκης Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ραούλ Σουρίτα/Raul Zurita Ράσελ Τζάκομπι/Russel Jacobi Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρενέ Κλερ/ René Clair Ρεϋμόνδος Κάρβερ/Raymond Carver Ρίτα Γκαβέρα Ριχάρδος Κόμπντεν/Richard Cobden Ριχάρδος Μοράν/Richard Moran Ριχάρδος Ρόρτι/Richard Rorty Ροβέρτος Αντέλμ/Robert Antelme Ροβέρτος ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ροβέρτος Οπενχάϊμερ/Robert Oppenheimer Ροβέρτος Φρανκ/Robert Frank Ροβέρτος Χας/Robert Hass Ροβέρτος Χουαρόθ/Roberto Juarroz Ροβεσπιέρος Ροβινσώνας Κρούσος Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg ρομαντισμός Σέρεν Κίρκεγκωρ/Søren Kierkegaard σθένος Σιγισμούνδος Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Σιγισμούνδος Φρόιντ/Sigmund Freud Σίδνεϊ Λιουμέτ/Sidney Lumet Σιμόνη Βέιλ/Simone Weil Σίμων Λέις/Simon Leys σινεμά ΣΙΣΒ/SICV Σίσυφος σκεπτικισμός Σκιπίων ο Αφρικανός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Žižek Σόνια σοσιαλδημοκρατία Σουηδία Σουν Τζου/ 孫子 σουρεαλισμός σοφία σοφιστές Σπύρος Κυριαζόπουλος σταλινισμός Σταμάτης Πολενάκης Στάνλεϊ Κάβελ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στέλιος Ράμφος Στέφανος Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανος Λουπάσκο/Stephan Lupasco Στέφανος Πίνκερ/Steven Pinker Στέφανος Nτε λα Μποεσί/Etien De la Boetie Στέφανoς Ροζάνης στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου συμβολικό πεδίο συνείδηση Σύνταγμα σχετικισμός Σωκράτης σώμα Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot Τάκης Μίχας Τάλκοτ Πάρσονς/Talcott Parsons Τάσος Λάγγης τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν/J.R.R. Tolkien Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Το καταραμένο απόθεμα Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τραγωδία τριλεκτική Τρόικα τυραννία Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach Υβ Μισώ/Yves Michaud υλισμός υπαρξισμός υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερδινάνδος Αρρραμπάλ/Fernando Arrabal Φερδινάνδος Πεσσόα/Fernando Pessoa Φερδινάνδος Σελίν/Ferdinand Céline Φίγκαρο Φιλανθρωπία φιλία Φίλιππος Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φραγκίσκος Γκρουά/François Grua Φραγκίσκος Καραντέκ/François Caradec Φραγκίσκος Κάφκα/Frantz Kafka Φραγκίσκος Λυοτάρ/François Lyotard Φραγκίσκος Μπέικον/Francis Bacon Φραγκίσκος Σιμιάν/François Simiand Φραγκίσκος Φουρκέ/François Fourquet Φραγκίσκος-Μάριος Βολταίρος/François-Marie Voltaire Φρειδερίκος Γιάκομπι/Friedrich Jacobi Φρειδερίκος Έμπερτ/Fredrich Ebert Φρειδερίκος Ένγκελς/Friedrich Engels Φρειδερίκος Λάιστ/Fritz Leist Φρειδερίκος Μουρνάου/Friedrich Murnau Φρειδερίκος Νίτσε/Friedrich Nietsche Φρειδερίκος Τέιλορ/Frederick Taylor Φρειδερίκος Τζέιμσον/Frederick Jameson Φρειδερίκος Χάγιεκ/Friedriech Hayek φρμκ Φύση Φώτης Τερζάκης χαρά Χάρβαρντ Χάρι Χόλε Χέγκελ/Hegel Χέερτ Μακ/Geert Mak Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse χιούμορ Χιροσίμα Χλόη Κολλύρη χρεοκοπία χρήμα Χρήστος Βακαλόπουλος Χριστόφορος Κισλόφσκι/Krzysztof Kieslowski Χριστόφορος Λας/Christopher Lash χρόνος ψυχή ωφελιμισμός beton7 Bloomberg Bob Marley Bodies Bruce Springsteen Cinemarian D-503 dada dangerfew David Bowie DAVOS DOCUMENTA Einsatzgruppe D EMAF Frank Zappa gosplan Grafton Happyfew HighSpeedAcces Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Il Consigliere intothepill izi Jazz Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer Johnny Cash Keith Richards La Tribune Les Lèvres Nues lifestyle Malaguena memento mori Metz Miles Davis Monty Python Muppet Show Necrology nem68 Nick Cave Nosotros RadioBubble Reggae Renty robe de chambre Rock RSA Salon De Vortex Scott Asheton sexbox Soul Tales from the Crypt TESTS! The Guardian TwixtLab urban hacking Vince Taylor Wall Street Journal WIRED wobblies Zabriskie Point Zoviets