29 Νοεμβρίου 2014

Αξία, Χρήμα και Μαγεία | 6 - Το χρήμα δεν είναι εμπόρευμα αλλά τάλισμαν

Φρανσουά Σιμιάν
(1873-1935)
«Αντίθετα από τα φαινόμενα, μπορούμε να πούμε ότι η οικονομική σκέψη γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε άμεση σύνδεση με το φαινόμενο του νομίσματος. […]

Ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε, πού οφείλεται η αμηχανία, η φλύαρη πολυπλοκότητα, η αντιφατικότητα και η λίγο-πολύ ξεκάθαρη αποτυχία να κατανοηθεί το φαινόμενο του χρήματος. […]

Α.

Με πρώτο τον Λοκ, κάθε συγγραφέας με ‘‘κοινό νου’’ ισχυρίζεται ότι το χρήμα εφευρέθηκε επειδή οι άνθρωποι, για να διευκολύνουν τις ανταλλαγές τους, θεώρησαν ότι τους βόλευε να βρουν ένα κοινό μέσο και να συμφωνήσουν ότι αυτό θα έχει στο εξής γενική και αναγνωρισμένη από όλους ανταλλακτική αξία. Η άποψη αυτή αποτελεί ακριβή αντανάκλαση της ιδέας περί ‘‘κοινωνικού συμβολαίου’’ με την οποία, και πάλι το 18ο αιώνα, θέλησαν να εξηγήσουν το σχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο ξέρουμε πολύ καλά, ότι αυτή η τεχνητή κατασκευή δεν είχε καμιά σχέση με την ιστορική αλήθεια κι ούτε μπορούσε να εξηγήσει πραγματικά τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνικής πραγματικότητάς μας. (…)

Η εξήγηση ενός θεσμού, ενός κοινωνικού κανόνα, με το σκεπτικό ότι ‘‘βόλευε’’ τους ανθρώπους διαψεύδεται από τα γεγονότα και, σε ό,τι αφορά το θέμα που πραγματευόμαστε εδώ, δεν στάθηκε ποτέ δυνατό να καταδειχτεί πού και πότε οι άνθρωποι, οι κοινωνίες, πέρασαν από τον αντιπραγματισμό στην χρηματική ανταλλαγή επειδή το έβρισκαν ‘‘πιο βολικό’' . (…)

Δεν αμφισβητούμε βέβαια ότι σε πάμπολλες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνίες (κι όχι κατ’ ανάγκη πρωτόγονες) πραγματοποιούνταν πλήθος ανταλλαγές χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος. Όμως τα ουσιώδη χαρακτηριστικά αυτών των ανταλλαγών δείχνουν ξεκάθαρα, πως επρόκειτο για ανταλλαγές που δεν διέθεταν κανένα από τα θεμελιακά χαρακτηριστικά της χρηματικής ανταλλαγής. Επομένως, δεν έχει ακόμα αποδειχτεί καθόλου ότι η χρηματική ανταλλαγή προήλθε από τον αντιπραγματισμό, ότι περάσαμε δηλαδή από τον ένα στην άλλη. (…)

Εφόσον, όπως είδαμε, η χρηματική ανταλλαγή δεν μπορεί να εξηγηθεί με το σκεπτικό ότι οι άνθρωποι προτιμούν κάτι που φαίνεται ‘‘βολικότερο’’ και συνάπτουν ένα ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ πάνω σε αυτό, για ποιο λόγο εξακολουθούμε να θεωρούμε πως οι πραγματικοί ιστορικοί λόγοι που οδήγησαν στην ‘‘εκλογή’’ των λεγόμενων πολύτιμων μετάλλων (χρυσός ή ασήμι) ως μέσων της χρηματικής ανταλλαγής, εξηγούνται με ένα τέτοιας λογής σκεπτικό, δηλαδή λέγοντας ότι προτιμήθηκαν επειδή τα πολύτιμα μέταλλα, ως υλικά, έχουν ‘‘βολικές’’ για το σκοπό αυτό ιδιότητες (π.χ. δεν αλλοιώνονται, είναι εύκολο να κοπούν και να τα κουβαλήσει κανείς πάνω του, κ.ο.κ.);
  
Β.

Ας δούμε τι μας λένε εδώ τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Πρώτα-πρώτα, μας λένε ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν για χρήμα γενικώς κάποια ‘‘πολύτιμα μέταλλα’’, αλλά μόνο εκείνα που συνδεόταν με μια έκφραση ισχύος∙ και δεύτερον, μας λένε ότι ως χρήμα χρησιμοποιήθηκαν κι ένα σωρό άλλα πράγματα, συχνά εντελώς απίθανα, εκτός από τα λεγόμενα πολύτιμα μέταλλα. Επιπλέον, από τις υποτιθέμενες ‘‘βολικές’’ ιδιότητες των πολύτιμων μετάλλων,

1.      καμιά τους δεν λείπει (πολλές φορές μάλιστα είναι ανώτερη) από άλλα μέταλλα ή άλλα υλικά∙ και
2.      καμιά τους δεν λείπει ούτε από πολλά άλλα αντικείμενα, που χρησιμοποιήθηκαν σαν νομίσματα.

Εκείνο που κάνει όμως τη διαφορά στην ‘‘εκλογή’’ ενός μετάλλου ή οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου ως νομίσματος, είναι το αν εκφράζει κοινωνικό κύρος και διαθέτει κοινωνική βαρύτητα.

[Μεταξύ πολλών παραδειγμάτων αναφέρουμε:]

Σε μια εργασία του που πέρασε απαρατήρητη [The Evolution of modern money, 1901), ο W.W. Carlile σημείωνε πως όλα τα πολυποίκιλα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιούνται ακόμη ως νομίσματα, υπήρξαν κυριολεκτικά (ή εξακολουθούσαν παράλληλα να χρησιμοποιούνται και σαν) ‘‘στολίδια’’, κοσμήματα −δηλαδή αντικείμενα αποκλειστικά κοινωνικής αξίας και όχι χρηστικά αντικείμενα, προορισμένα για την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών του ανθρώπου. (…)

Όπως αναφέρει ο Ossendwoski στο λεξικό της αξιοσημείωτης εθνογραφικής μονογραφίας του Hommes, bêtes et dieux [Άνθρωποι, ζώα και θεοί, 1922], η λέξη hatyk αναφέρεται σ’ ένα κομμάτι από λευκό ή κίτρινο μετάξι που προσφέρεται σαν δώρο στους φιλοξενούμενους, τους αρχηγούς, τους λάμας και τους θεούς, και σημαίνει επίσης νόμισμα (αξίας περίπου 2-3 γαλλικών φράγκων). (…)

Ο J.L. Laughlin μάς θυμίζε πως οι πρώτοι άποικοι στις μετέπειτα Η.Π.Α. χρησιμοποιούσαν σαν νόμισμα στις ανταλλαγές τους με τους Ινδιάνους ιθαγενείς τα wampum, που ήταν ζώνες ή κολλιέ από διάφορα κοχύλια και τα οποία χρησιμοποιούνταν σαν νόμισμα όχι μόνον επειδή ήταν κοσμήματα αλλά κι επειδή είχαν χρησιμοποιηθεί σαν ‘‘ενθύμια’’ για να θυμίζουν σπουδαία γεγονότα. (…)

Ο Louis Capitan [στο Le travail en Amérique avant et après Colombe∙ Η εργασία στην Αμερική πριν και μετά τον Κολόμβο, 1930] επισημαίνει ότι στο Μεξικό θεωρούσαν πως ο χρυσός και το ασήμι −που τα χρησιμοποιούσαν και για τα νομίσματα− είχαν θεϊκές ιδιότητες, γι’ αυτό και όποιος έκλεβε χρυσάφι ή ασήμι τιμωρούνταν με θάνατο. Πίστευαν μάλιστα ότι οι ιδιότητες αυτές μεταβιβάζονταν μυστηριωδώς στους χρυσοχόοους, που τα εργάζονταν. (…)

Ο De Groot [The religious system of China, 1892] αναφέρει, πως οι αρχαίοι Κινέζοι εβαζαν κομματάκια χρυσάφι (όχι χρυσά νομίσματα) στο στόμα των νεκρών, επειδή πίστευαν ότι ο χρυσός (αλλά και άλλες ουσίες) εμπόδιζε την αποσύνθεση. Ενώ οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή δεν καταλάβαιναν αυτή την ιεροτελεστεία, την ερμήνευσαν σαν πρώιμοι ‘‘βολταιρικοί’’, θεωρώντας ότι το χρυσάφι αυτό χρησίμευε στους νεκρούς για να πληρώσουν τον Χάροντα.

Σε τελική ανάλυση, κι εμείς στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό μας όταν τοποθετούμε τάματα από χρυσό ή ασήμι στους ναούς, δεν αναρωτιόμαστε αν το κάνουμε επειδή αυτά τα μέταλλα έχουν αξία και γι’ αυτό ταιριάζει να τα προσφέρουμε στο Θεό, ή ότι έχουν αξία επειδή ήταν πάντοτε υλικά που τα αφιερώναμε στους θεούς κι έτσι, κατά κάποιον τρόπο, αντανακλούν ή ακόμα και έχουν μέσα τους κάτι από τη θεϊκή υπόσταση; (…)

Γ.

Αν τώρα, από μια εντελώς διαφορετική πλευρά, εξετάσουμε με ποιο τρόπο μπορεί να λειτουργήσει ένα αντικείμενο ως νόμισμα στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, θα διαπιστώσουμε ότι δεν μπορεί να είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Απλοποιώντας, ας πάρουμε μια αγορά στην οποία συναντώνται και ανταλλάσσονται 5 εμπορεύματα, α, β, γ, δ και ε. Για να καθοριστεί ένα σύστημα τιμών σε αυτή την αγορά, θα πρέπει οι σχέσεις ανταλλαγής να εκφραστούν σε ένα αριθμό εξισώσεων ίσο προς το αριθμό των αγνώστων που είναι οι τιμές αυτών των 5 εμπορευμάτων. Οι σχέσεις ανταλλαγής τους μπορούν να γραφτούν απλά ως εξής:

f(α) = f(β)
f(β) = f(γ)
f(γ) = f(δ)
f (δ)= f(ε)

Όμως αυτό το σύστημα των 5 εξισώσεων μπορεί να προσδιορίσει, πέρα από τις σχετικές τιμές αυτών των εμπορεύματων, ένα σύστημα τιμών τους; Αν υποθέσουμε ότι θέλουμε να προσδιορίσουμε 3 διαφορετικά ύψη, ενός δέντρου, μιας εκκλησίας κι ενός καμπαναριού, αρκεί να ξέρουμε ότι το καμπαναριό έχει διπλάσιο ύψος από το δέντρο και πενταπλάσιο από την εκκλησία; Δεν αρκεί. Ακόμα κι αν γνωρίζουμε λοιπόν τις σχέσεις ανάμεσα στις τιμές των 5 εμπορευμάτων μας [π.χ. η τιμή του β είναι διπλάσια από την τιμή του α, η τιμή του γ είναι τριπλάσια από την τιμή του β, κ.ο.κ.], θα οδηγούμαστε πάντοτε σε ένα σύστημα 4 εξισώσεων με 5 αγνώστους. Επομένως, για να καθορίσουμε ένα σύστημα τιμών στη συγκεκριμένη αγορά, χρειαζόμαστε και μια πέμπτη εξίσωση, ανεξάρτητη είτε από κάποιες από τις προηγούμενες 4, είτε από όλες τους.

Για να φτιάξουμε όμως αυτή την πέμπτη εξίσωση, θα πρέπει να συναρτήσουμε μία από τις σχετικές τιμές αυτών των 5 εμπορευμάτων με έναν όρο διαφορετικό και ανεξάρτητο από τις 5 σχετικές τιμές. Αυτός ο διαφορετικός και ανεξάρτητος όρος θα είναι ο νομισματικός όρος. Ειδάλλως δεν μπορεί να υπάρξει σύστημα τιμών και επομένως αγορά.

Να λοιπόν γιατί είναι λάθος να θεωρούμε, ότι το νόμισμα είναι κι αυτό ένα εμπόρευμα. Ακόμα κι αν, παρ’ όλα αυτά, επιμένουμε να ονομάζουμε εμπόρευμα το χρυσό ή το ασημένιο νόμισμα, θα πρέπει τουλάχιστον να παραδεχτούμε ότι πρόκειται για ένα μοναδικό, εντελώς ξεχωριστό εμπόρευμα, ένα εμπόρευμα που διαθέτει μια ιδιαίτερη ιδιότητα, η οποία όχι μόνο το ξεχωρίζει από τα όλα άλλα, αλλά και το αντιπαραθέτει προς αυτά. Είναι όμως λογικό να εξακολουθήσουμε να χρησιμοποιούμε το ίδιο όνομα −εμπόρευμα− για δυο εντελώς διαφορετικές, ακόμα κι αντιτιθέμενες μεταξύ τους, πραγματικότητες; (…)

Δ.

Με βάση όλα όσα είπαμε μέχρι τώρα, προκύπτει άραγε πως είναι εντελώς αναγκαίο να αναγνωρίζεται πάντοτε ως νόμισμα το μεταλλικό νόμισμα, που είναι φτιαγμένο από κάποιο πολύτιμο μέταλλο ή από ένα κράμα με βάση ένα πολύτιμο μέταλλο; Ασφαλώς όχι! Είδαμε άλλωστε, ότι πολλά άλλα αντικείμενα χρησίμευσαν και χρησιμεύουν ακόμα σαν νομίσματα.  Όμως, όπως είδαμε, είχαν όλα τους ένα κοινό χαρακτηριστικό: ότι ήταν πάντοτε, στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο λειτούργησαν ως νομίσματα, αντικείμενα επενδεδυμένα με μια εξω-οικονομική, μαγική, θρησκευτική, ηθική αξία.

Ως προς αυτό το χαρακτηριστικό τους λοιπόν, θεωρούμε ότι τα κάθε λογής νομίσματα ‘‘εκλέχτηκαν’’ για να αναλάβουν τη λειτουργία που περιγράψαμε πιο πάνω, δηλαδή της μονάδας μέτρησης που είναι ανεξάρτητη από τις σχετικές τιμές των εμπορευμάτων επειδή ακριβώς αντιπροσωπεύει μια μη-οικονομική αξία.

Ε.

Βέβαια, με την ανάπτυξη της σύγχρονης οικονομίας, η οικονομική αξία έχασε το θρησκευτικό χαρακτήρα της. Μήπως λοιπόν είναι υπερβολικό να θεωρούμε ως βάση κάθε συστήματος τιμών στις προηγμένες οικονομίες κάποιο υπόλειμμα μαγικοθρησκευτικής προκατάληψης (ήδη αποξενωμένο μάλιστα από τα θρησκευτικά πιστεύω και τις θρησκευτικές πρακτικές αυτών των προηγμένων κοινωνιών), όσο μεγάλο κι αν είναι πράγματι αυτό το υπόλειμμα; Δεν είναι σαν να θεωρούμε ως αναγκαία και κεντρικά για την άσκηση της σύγχρονης Ιατρικής τα (οπωσδήποτε διόλου αμελητέα) απομεινάρια των προκαταλήψεων των πρακτικών των μάγων των πρωτόγονων κοινωνιών; (…)

Ο μόνος τρόπος για να απαντήσουμε αυτό το πρόβλημα, είναι πρώτα-πρώτα να δούμε με ποιον τρόπο, σε τέτοιου τύπου ‘‘λαϊκές’’ [μη-θρησκευτικές] οικονομίες, έχουν λειτουργήσει νομισματικά συστήματα που δεν στηρίζονται στα πολύτιμα μέταλλα. […] Η λειτουργία τέτοιου τύπου νομισμάτων είναι εξαιρετικά διδακτική, διότι πρόκειται για νομίσματα διπλής προέλευσης:

1.      προέλευσης οικονομικής, όπως π.χ. τα ‘νομίσματα’ που κυκλοφορούν σε ομάδες νέων που δεν μπορούν να έχουν ικανές ποσότητες μεταλλικών νομισμάτων αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται κάποιου είδους νόμισμα για να κανονίζουν τις μεταξύ τους συναλλαγές∙ και
2.      προέλευσης έξω-οικονομικής, όταν σε περίπτωση εθνικής κρίσης, είτε εσωτερικής είτε λόγω πολέμου,  το κράτος έχει άμεση ανάγκη από χρήματα που δεν μπορούν να καλυφθούν από τους φόρους ή με δανεισμό, οπότε παρατηρείται η κυκλοφορία νέων νομισματικών μέσων.

[Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις], η παρούσα όσο και πολύ περισσότερο η μελλοντική αξία αυτών των νομισμάτων δεν είναι αποτέλεσμα θετικών, στατιστικών προσδιορισμών, αλλά είναι απλώς και μόνο θέμα εκτίμησης, γνώμης, πεποίθησης, δηλαδή με δυο λόγια ζήτημα ‘εμπιστοσύνης’ (ή δυσπιστίας). Μιας εμπιστοσύνης που δεν κάθεται κανείς να την αναλύσει διεξοδικά για να δει αν στέκει, και που γι’ αυτό το λόγο είναι ίσως ακόμα πιο ισχυρή −κοντολογής, μιας ολικής συναισθηματικού τύπου εμπιστοσύνης, μιας πίστης σε εκείνους που έχουν εκδώσει το συγκεκριμένο νόμισμα, πίστης στο μέλλον τους ή το μέλλον της χώρας, αν είναι χώρα αυτή που το εξέδωσε. (…)

Βέβαια αυτή η πίστη-εμπιστοσύνη δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας εκτίμησης αυτών των νομισμάτων. Με μια πρώτη ματιά, φαίνεται να παίζει ρόλο −τουλάχιστον για τον άνθρωπο της πιάτσας− και η μάζα αυτών των νομισματικών μέσων. Όμως και πάλι, αυτό που λογαριάζει ο άνθρωπος της πιάτσας δεν είναι μόνο η τωρινή μάζα του συγκεκριμένου νομίσματος όσο, κυρίως, η μελλοντική μάζα όπως την προβλέπουν με τη βοήθεια εκτιμήσεων, πιθανολογιών, εκτιμώμενων δυνατοτήτων. Κι αυτό, ας το υπογραμμίσουμε, θα μπορούσε να είναι και ο τρόπος με τον οποίον καθορίζονται πάντοτε οι τιμές όλων των εμπορευμάτων −και πραγματικά, η πρόβλεψη για τη μελλοντική ποσότητα του τάδε εμπορεύματος (σε συνάρτηση και με τη μελλοντική του ζήτηση) επηρεάζει τη τύχη του στην αγορά εξίσου ή και περισσότερο από την τωρινή προσφορά και ζήτησή του. (…)

Αυτός λοιπόν ο παράγοντας, που αφορά στη μελλοντική κατάσταση του συγκεκριμένου νομισματικού μέσου, δεν είναι παράγοντας που καθορίζεται ή μπορεί να καθοριστεί με τη χρήση των μαθηματικών πιθανοτήτων. Είναι παράγοντας που έχει να κάνει με την εκτίμηση,  η οποία δεν είναι θέμα λογικής πρόβλεψης αλλά, και πάλι, εμπιστοσύνης (ή δυσπιστίας). (…)

Επομένως, η αξία και αυτών των ‘‘λαϊκών’’ νομισμάτων δεν θεμελιώνεται σε κάποια φυσικά ή ποσοτικά στοιχεία, τα οποία υποτίθεται πως συναρτώνται μεταξύ τους με μια μαθηματική σχέση μέτρησης. Απεναντίας, προκύπτει από εκτιμήσεις, πιθανολογίες, πιστεύω, έκφραση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας. Κι αν αυτή η πίστη, η εμπιστοσύνη ή δυσπιστία επιδρούν πολύ πραγματικά πάνω στα ίδια τα υλικά στοιχεία της οικονομικής ζωής, αυτό συμβαίνει επειδή δεν πρόκειται για υποκειμενικά συναισθήματα.

Η λογική και συνάμα συναισθηματική παράσταση που λέγεται νόμισμα, δεν γεννιέται λοιπόν από κάποια νηφάλια και σοφά άτομα (που όπως είδαμε δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τις πραγματικές συμπεριφορές του χρήματος), αλλά από ομάδες, συλλογικότητες, έθνη. Είναι μια παράσταση κοινωνική. Ο χαρακτήρας  και ο ρόλος του νομίσματος είναι εξόχως αντικειμενικοί, ακριβώς επειδή το χρήμα είναι μια κοινωνική πεποίθηση και πίστη, και επομένως μια κοινωνική πραγματικότητα.

ΣΤ.

Μελετώντας την αντικειμενική εξέλιξη του χρήματος, είδαμε πως ο χρυσός, το ασήμι και άλλα αντικείμενα έγιναν νομίσματα στο βαθμό που ήταν επενδεδυμένα με μια ανώτερη δύναμη πάνω στους ανθρώπους και τα πράγματα, σύμφωνα με κάποια κοινωνικά πιστεύω θρησκευτικού και μαγικού χαρακτήρα. Ακόμα και στις σημερινές κοινωνίες μας, που λέμε πως είναι οικονομικά ανεπτυγμένες, αυτό το μακρυνό υπόστρωμα δεν είναι καθόλου αμελητέο και εξακολουθεί να επιδρά πάνω μας, πολύ περισσότερο μάλιστα στο βαθμό που δεν το συνειδητοποιούμε και αποφεύγουμε να το αναλύσουμε. (…)

Εξαιτίας του εξω-οικονομικού κύρους τους, τα πολύτιμα μέταλλα και τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται σαν νομίσματα επιβλήθηκαν και επιβάλλονται πάνω στους ανθρώπους ακόμα και στην ίδια την οικονομική σφαίρα. Σιγά-σιγά αυτό το μαγικό κύρος μετατέθηκε και συγκεντρώθηκε ως κύρος οικονομικό, δύναμη απόκτησης υπηρεσιών και πραγμάτων με αντάλλαγμα το συγκεκριμένο νόμισμα. Με ποιο τρόπο; Επειδή ακριβώς ο πωλητής αυτών των υπηρεσιών και πραγμάτων θεώρησε ότι, έχοντας αποκτήσει το χρήμα, απέκτησε τη δύναμή του πάνω στους ανθρώπους και τα πράγματα. Κι αυτή η δύναμη θεωρήθηκε τέτοια, επειδή την ίδια στιγμή ήταν δύναμη καθολική, δηλαδή επειδή με το χρήμα είχε κανείς τη δύναμη πρόσβασης ‘‘in commercio’’ σε όλα τα αγαθά −με άλλα λόγια, επειδή η δύναμη του χρήματος έχει πέραση σε κάθε κοινωνία που το έχει υιοθετήσει και επομένως παρουσιάζεται σαν μια δύναμη που εκτείνεται στο άπειρο μέλλον. (…)

Σε τι λοιπόν στηρίζεται η πίστη σε αυτό το πράγμα, ‘‘που δεν χρησιμεύει σε τίποτε άλλο πέρα από το ότι έχει τη δύναμη ιδιοποίησης όλων των πραγμάτων’’, αν όχι στην κοινή γνώμη, στην πεποίθηση ότι αντιπροσωπεύει μια ανώτερη δύναμη κι αξία, και μάλιστα ότι έτσι συνέβαινε από αρχαιοτάτων χρόνων; (…)

Ζ.

Πρέπει λοιπόν, αντιστρέφοντας τη λογική που έχει επικρατήσει μέχρι τώρα, να τονίσουμε ότι αυτό που συγκαλύπτει τα πραγματικά οικονομικά φαινόμενα, δεν είναι το χρήμα και το νόμισμα, όπως πιστεύεται, αλλά απεναντίας η προσπάθεια να εξετάσουμε τα φαινόμενα αυτά βάζοντας σε δεύτερη μοίρα ή παραβλέποντας το χρήμα. (…)

Οφείλουμε επιτέλους να πραγματευτούμε το νόμισμα σαν ένα γεγονός (…) το οποίο είναι αυτό που είναι και δρα όπως δρα επειδή είναι μια κοινωνική πραγματικότητα.»



Σημ. H.S. Δύσκολο πολύ να μεταφερθεί με αποσπάσματα το πνεύμα ενός τόσο πυκνού κειμένου (τα 7 μέρη στα οποία το χώρισα, δεν αντιστοιχούν σε αυτά του πρωτότυπου κειμένου). Ωστόσο πρόκειται για μια μελέτη εντελώς απαραίτητη για το «φάκελό» μας με θέμα την αξία, το χρήμα και τη μαγεία. Νομίζουμε ότι μιλάει από μόνη της και δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο, εκτός ίσως από τη σημασία που έχει η απόρριψη της ιδέας ότι η χρηματική ανταλλαγή προήλθε, σαν μια «βολικότερη» μετεξέλιξή του, από τον αντιπραγματισμό -και γενικότερα η απόρριψη της ιδέας ότι ο άνθρωπος κινείται κι αποφασίζει με γνώμονα το «βολικότερο».


26 Νοεμβρίου 2014

Τι είναι οικονομία;

«‘‘Κάθε πράγμα έχει την τιμή του’’, λέει το λαϊκό ρητό και δεδομένου ότι τα περισσότερα πράγματα απ’ όσα κυκλοφορούν σήμερα έχουν πράγματι μια τιμή, μέσα από αυτό το πρίσμα έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με την οικονομία ο καθένας, χωρίς να είναι οικονομολόγος. Αυτή η τιμή είναι το νούμερο που αναγράφεται στην ετικέτα και δείχνει το χρηματικό ποσό που ζητάει εκείνος που πουλάει από εκείνον που αγοράζει, για να του παραχωρήσει την ιδιοκτησία του πωλούμενου πράγματος. Γιατί, εμπορεύματα είναι τα πράγματα που έχουν μια [χρηματική] τιμή. −Και βέβαια υπάρχει και τιμή που έχει να κάνει με την προσωρινή παραχώρηση ενός πράγματος, χωρίς μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του: είναι η τιμή του ενοικίου που ζητάει ο εκμισθωτής από τον ενοικιαστή.

Ορισμένοι συγγραφείς πιστεύουν πως είναι πολύ σοφό ν’ αναρωτηθούν σήμερα πάνω στην έννοια

20 Νοεμβρίου 2014

Ένα τρίπτυχο των Dangerfew

Άσγκερ Γιόρν, Γράμμα στο γυιό μου

1.
«Μην αφήνεις τη θλίψη να σε καταβάλει. Άσε την να περάσει μέσα στην καρδιά σου και μη φοβάσαι την παραφροσύνη. Μπορεί να έρχεται σαν φίλος κι όχι σαν εχθρός∙ και τότε ίσως το κακό να είναι η ίδια σου η αποστροφή προς τη θλίψη. Άσε τη θλίψη να περάσει στην καρδιά σου∙ μην της κλείνεις την πόρτα. Το ότι στέκει απ’ έξω είναι τρομακτικό μόνο για το μυαλό ∙ όχι για την καρδιά.» *


2.
«Το χιούμορ δεν είναι διάθεση, αλλά κοσμοθεωρία. Κι αν πράγματι, όπως λέμε, το χιούμορ σβήστηκε από τη ναζιστική Γερμανία, αυτό δεν σημαίνει πως δεν είχε κέφια ο κόσμος, ή κάτι τέτοιο, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιωδέστερο.» **


3.
«Η σύγχρονη κοινωνία μαστίζεται από μια κεντρική διάψευση προσδοκιών. Ενώ συστήθηκε σαν μια κοινωνία δημοκρατική −δηλαδή μια κοινωνία στην οποία ο καθένας υποτίθεται ότι καλείται και μπορεί πραγματικά να συμμετάσχει, όχι απλώς σε ένα διάλογο αλλά στις συλλογικές αποφάσεις που διαμορφώνουν τη ζωή του (=πολίτες)−, στην πράξη είναι μια κοινωνία ολιγαρχική, που αποκλείει θεσμικά τη μεγάλη πλειοψηφία από αυτήν ακριβώς τη μετοχή (=ιδιώτες). 

Το θέαμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η οργάνωση, όχι αυτού του αποκλεισμού, αλλά των πυροτεχνημάτων που χρειάζονται οι μάζες στην κερκίδα της ζωής ώστε να μένουν “απασχολημένες”, ώστε να παραχώνεται η θλίψη της διάψευσης. Δεν παράγει το θέαμα τον αποκλεισμό∙ ο αποκλεισμός καθιστά αναγκαίο το θέαμα. Γι' αυτό κάποτε ειπώθηκε, σωστά, πως είναι ναρκωτικό για σκλάβους”.» ***


* και ** Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Αφορισμοί και εξομολογήσεις (Αθήνα, 1993), βλ. και εδώ.
*** Hollowsky,  εδώ (2004)


18 Νοεμβρίου 2014

Σκεφτόμαστε έξω απ' το κεφάλι μας!

«Πού βρίσκονται οι σκέψεις μας και οι νοητικές δραστηριότητες μας; Μέσα στο κεφάλι μας, και πιο συγκεκριμένα στον εγκέφαλό μας, απαντούν οι οπαδοί των γνωσιακών (cognitive) επιστημών. Πιστεύοντας ακράδαντα σε αυτή την ιδέα κι έχοντας γι’ αέρα στα πανιά τους τις μεγάλες προόδους που έχουν συντελεστεί πρόσφατα στις γνώσεις μας για τον εγκέφαλο, οι άνθρωποι αυτοί είναι πλέον βέβαιοι ότι σε κάποιο όχι και τόσο μακρυνό μέλλον θα φτάσουν να καταλάβουν πλήρως πώς παράγεται η σκέψη. Γιατί αν η σκέψη “εκκρίνεται” από τον εγκέφαλο όπως η χολή από το συκώτι, τότε αρκεί πράγματι να εξετάσουμε εξονυχιστικά αυτή την εγκεφαλική ύλη για να καταλάβουμε τη γένεση και τη λειτουργία της νοητικής δραστηριότητας. Το σκέπτεσθαι, το πιστεύειν, το δοκείν, το βούλεσθαι … όλα αυτά είναι φαινόμενα που σύντομα θα εξηγηθούν με όρους φυσικής και χημείας.

Ασφαλώς δεν είναι η πρώτη φορά που αναγγέλλεται η δυνατότητα μιας τέτοιας φυσικοποίησης του πνεύματος. Η ιδέα αυτή είναι πολύ συνηθισμένη στους κύκλους των υλιστών από πολύ παλιά. Ωστόσο, απ’ ό,τι ισχυρίζονται οι πρωταγωνιστές τους, οι προσπάθειες που έχουν γίνει σήμερα προς αυτή την κατεύθυνση πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να ευοδωθούν.

Μόνο που … υπάρχει η περίπτωση να περιμένουμε λιγάκι ακόμα. Ή μάλλον όχι λιγάκι, αλλά πάρα πολύ. Κι αυτό, όχι επειδή υπάρχει περίπτωση οι γνωσιακοί να έρθουν αντιμέτωποι με τεχνικά προβλήματα που δεν έχουν ακόμα υποψιαστεί (πράγμα που διόλου δεν αποκλείεται), αλλά πολύ απλά επειδή το αντικείμενο της μελέτης τους, το ανθρώπινο πνεύμα, μάλλον δεν είναι εκεί που το ψάχνουν!

Πράγματι, όπως υποστηρίζει ο Βενσάν Ντεκόμπ στο βιβλίο του La Denrée Mentale (2000), όπου ασκεί δριμεία κριτική στις βασικές υποθέσεις των γνωσιακών επιστημών, ο τόπος των νοητικών φαινομένων είναι ο εξωτερικός κόσμος. Με άλλα λόγια, δεν σκεφτόμαστε μέσα τον εγκέφαλό μας αλλά μέσα στο δημόσιο χώρο. Επομένως, η απόπειρα φυσικοποίησης του πνεύματος στερείται αντικειμένου: είναι σαν να θέλει κανείς να καταλάβει τους κανόνες του ποδοσφαίρου ψάχνοντας μέσα στο κεφάλι των ποδοσφαιριστών, ενώ πολύ σοφότερο είναι ασφαλώς να τους ρωτήσει και να πάει να τους δει να παίζουν στο γήπεδο. […]

Ας παρατηρήσουμε καταρχήν, ότι η θέση που υποστηρίζει ότι τα νοητικά φαινόμενα βρίσκονται αποκλειστικά μέσα στο κεφάλι μας, έρχεται σε σύγκρουση με αυτό που λέει η γλώσσα μας. Πράγματι, αν ήταν έτσι, τότε δεν θα μπορούσαμε να πούμε “αυτό το βιβλίο περιέχει ενδιαφέρουσες ιδέες”. Στην καλύτερη περίπτωση μια τέτοια έκφραση θα ήταν σχήμα λόγου και τίποτα περισσότερο, διότι, αν θέλαμε να κυριολεκτήσουμε, θα λέγαμε ότι αυτές οι ενδιαφέρουσες ιδέες είναι μόνο “μέσα στο κεφάλι του συγγραφέα του ή του αναγνώστη του”. Ούτε θα μπορούσαμε να πούμε, κυριολεκτικά μιλώντας, ότι “αυτός ο άνθρωπος σκέφτεται”. Θα έπρεπε να λέμε “ο εγκέφαλός του σκέφτεται”.

Βέβαια, αυτές οι επισημάνσεις δεν αναιρούν τη θέση των γνωσιακών (cognitivistes). Ωστόσο, από τη στιγμή που εξακολουθούμε να λέμε ότι “αυτός ο άνθρωπος ως ακέραιο φυσικό πρόσωπο περπατάει ή τρώει”, είναι φανερό πως η θέση των γνωσιακών οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα δυϊσμό. Συνεπάγεται δηλαδή, ότι υπάρχουν εντός μας δύο όντα: το υποκείμενο των νοητικών διεργασιών από τη μια, και το υποκείμενο των φυσικών πράξεων από την άλλη −και ασφαλώς ένα ολόκληρο παιχνίδι αιτιακών σχέσεων μεταξύ τους.

Έχοντας λοιπόν αποκολλήσει το φυσικό από το νοητικό, οι γνωσιακοί ψάχνουν να βρουν ένα τρόπο για να τα ξαναενώσουν. Κατ’ αυτούς, εξήγηση των νοητικών φαινομένων σημαίνει εξήγηση του τρόπου με τον οποίο π.χ. μια επιθυμία γεννάει μια άλλη επιθυμία, ή μια πεποίθηση∙ καθώς και του τρόπου με τον οποίο μια επιθυμία γεννάει μια δράση. Αναρωτιούνται: ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στην επιθυμία μου να πιώ ένα ποτήρι νερό και τo ότι πηγαίνω στην κουζίνα, παίρνω ένα ποτήρι, το γεμίζω νερό και το πίνω; 

Φυσικά οι γνωσιακοί επιστήμονες προσπαθούν να δώσουν μια εξήγηση με υλικούς όρους. Μόνο που όλα αυτά τα προβλήματα αιτιότητας προκύπτουν απλώς και μόνο επειδή έχουν χωρίσει τις νοητικές δραστηριότητες από τις φυσικές πράξεις. Αν, απεναντίας, βλέπαμε ότι μια πράξη, ως προαιρετικό (intentionnel) φαινόμενο, είναι ταυτόχρονα κι ένα φαινόμενο νοητικό, τότε θα σταματούσαμε να λέμε ότι “η αιτία που πήγα στην κουζίνα, είναι η επιθυμία μου να πιω νερό”. Γιατί; Διότι η μετακίνησή μου προς την κουζίνα δεν είναι παρά μια έκφραση αυτής της επιθυμίας. Έτσι θα σταματούσαμε να βλέπουμε αυτή την κίνηση σαν ένδειξη μιας προηγηθείσας επιθυμίας και θα τη θεωρούσαμε σαν μια εκδήλωση αυτής της επιθυμίας. [...]

Όμως για τον γνωσιακό, το ότι πηγαίνω στην κουζίνα, σημαίνει ότι είχα την επιθυμία να πάω εκεί. Εξ ορισμού, μια επιθυμία προσανατολίζεται προς ένα σκοπό: πάω στην κουζίνα επειδή σκέφτομαι ότι εκεί θα βρω ποτήρι και νερό, που άμα το πιω, θα αισθανθώ ευχαρίστηση. Μόνο που κατά τη στιγμή που μου γεννιέται η επιθυμία, αυτή η ευχαρίστηση δεν έχει ακόμα υπάρξει. Οπότε, με ποιο τρόπο κάτι που δεν υπάρχει πραγματικά, μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά μου, να με κάνει να κινηθώ; Έτσι ο γνωσιακός οδηγείται αναπόφευκτα στο συμπέρασμα, ότι αυτό που με παρακινεί δεν είναι η ίδια η ευχαρίστηση αλλά η νοητική παράστασή της, ή η ιδέα της. Αυτή, λέει, βάζει σε κίνηση τα κινητικά μου όργανα.

Μόνο που αυτός ο τρόπος ερμηνείας, σύμφωνα με τον οποίο μια νοητική παράσταση επιδρά πάνω στα πράγματα και τα βάζει σε κίνηση, δεν είναι άλλος από αυτόν που χρησιμοποιείται στη μαγεία, όπου αρκεί να επιθυμήσεις σφοδρά κάτι, αρκεί να το σκεφτείς έντονα, και αυτό θα συμβεί! Αν αρκούσε να σκεφτούμε κάτι για να συμβεί, τότε θα είχαμε ανακαλύψει μια εκπληκτική δύναμη εντός μας −και πάνω σε αυτήν ακριβώς την αιτιακού τύπου δύναμη των νοητικών παραστάσεων κάνουν παιχνίδι οι μάγοι και κάποιοι οπαδοί της παραψυχολογίας. Είναι λοιπόν το λιγότερο εντυπωσιακό που οι γνωσιακοί επιστήμονες, χωρίς να το συνειδητοποιούν, ανατρέχουν σε ένα τέτοιου τύπου μαγικό ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο, ως αναζητητές επιστημονικών εξηγήσεων, είναι οι πρώτοι που απορρίπτουν ασυζητητί! Βέβαια, θα πει κανείς ότι στο δικό τους ερμηνευτικό σχήμα όλα συμβαίνουν εντός του εγκεφάλου. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Ότι μια μαγική δράση είναι λιγότερο μαγική επειδή συμβαίνει μόνο μέσα στο κεφάλι μας;

Εξίσου εντυπωσιακό είναι το γεγονός, ότι η δυσκολία των γνωσιακών να επανενώσουν τη σφαίρα των νοητικών δραστηριοτήτων με τη σφαίρα των φυσικών πράξεων, μοιάζει πάρα πολύ με την αντίστοιχη σπαζοκεφαλιά που αντιμετώπισαν οι σπιριτουαλιστές −τους οποίους οι γνωσιακοί δεν σταματάνε να χλευάζουν παρ’ όλα αυτά. Πράγματι, οι σπιριτουαλιστές υποστήριζαν πως οι νοητικές δραστηριότητές μας πρέπει να αποδίδονται σε κάποιο άυλο μέρος του ανθρώπινου προσώπου, την ψυχή∙ κι έτσι υποστήριζαν ότι υπάρχει πραγματικός, ουσιακός, υποστασιακός δυϊσμός μεταξύ ψυχής και σώματος. Εξαιτίας αυτού του δυϊσμού, τούς ήταν αληθινά πολύ δύσκολο να εξηγήσουν τη δράση της ψυχής πάνω στο σώμα και αντίστροφα. Οι γνωσιακοί, βέβαια, είναι υλιστές και αρνούνται αυτό το δυϊσμό. Κι όμως, απορρίπτουν το δυϊσμό των σπιριτουαλιστών για να υιοθετήσουν την ίδια στιγμή έναν άλλο δυϊσμό, το δυϊσμό ανάμεσα στο νοητικό υποκείμενο και το φυσικό υποκείμενο! Επομένως, η διαφορά μεταξύ σπιριτουαλιστών και γνωσιακών αφορά τη φύση του ανθρώπινου πνεύματος και όχι τον τόπο του. Οι πρώτοι δηλώνουν ότι αυτό που σκέφτεται είναι ένα άυλο μέρος του προσώπου (η ψυχή του), ενώ οι δεύτεροι ότι είναι ένα μέρος υλικό (ο εγκέφαλος). Αλλά και οι δυο αποδέχονται την αποκόλληση του νοητικού (άυλο για τους πρώτους, υλικό για τους δεύτερους) από τον εξωτερικό κόσμο∙ και φυσικά, αμφότεροι σκοντάφτουν πάνω στο δυσεπίλυτο πρόβλημα της διασύνδεσης αυτών των δυο ξέχωρων μερών.

Για να μας δείξουν ότι, παρ’ όλα αυτά, αυτοί είναι στο σωστό δρόμο, οι γνωσιακοί παίζουν το χαρτί της αναλογίας με τον υπολογιστή. Ισχυρίζονται δηλαδή, πως το γεγονός ότι μια μηχανή, φτιαγμένη από ηλεκτρονικά στοιχεία, καταφέρνει να χειρίζεται σύμβολα ώστε να εκτελεί μια σειρά από “νοήμονες” διεργασίες, αποδεικνύει πως είναι δυνατόν να παραχθεί σκέψη μέσα σε ένα εγκέφαλο αποκλειστικά και μόνο από υλικά στοιχεία. Ο εγκέφαλός μας, λένε, δεν είναι παρά κάτι σαν ηλεκτρονικός υπολογιστής και το ανθρώπινο πνεύμα είναι κάτι σαν το ηλεκτρονικό πρόγραμμα. Βέβαια οι υπολογιστές δεν είναι βιολογικά συστήματα όπως οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι, όμως αυτό δεν καταρρίπτει την αναλογία μιας και είναι δεδομένο ότι η εκτέλεση ενός προγράμματος δεν εξαρτάται θεμελιωδώς από τα υλικά, από τα οποία είναι φτιαγμένη μια μηχανή: εκείνο που μετράει για τον γνωσιακό είναι μόνον ο τρόπος αλύσσωσης των συμβόλων με βάση τις οδηγίες ενός προγράμματος. […]

Μπορούμε όμως να στηριχτούμε σε αυτή την αναλογία για να υποστηρίξουμε ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής σκέφτεται; Κι από ποιο επίπεδο πολυπλοκότητάς της κι έπειτα μπορούμε να θεωρήσουμε ότι μια μηχανή διαθέτει πράγματι νοητική δραστηριότητα; Για να απαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα, οι γνωσιακοί αναφέρονται συχνά σε μια δοκιμασία που πρότεινε ο Άλαν Τιούρινγκ του 1950. Είναι η εξής: Βάζουμε σε ένα δωμάτιο έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και σε ένα άλλο δωμάτιο έναν άνθρωπο Α εφοδιασμένο με ένα τερματικό. Στη συνέχεια βάζουμε σε ένα τρίτο δωμάτιο έναν άλλο άνθρωπο Β ο οποίος, χωρίς να γνωρίζει με ποιους είναι συνδεδεμένος, κάνει μια σειρά ερωτήσεων μέσω τερματικού στον υπολογιστή και στον άνθρωπο Α. Εάν ο άνθρωπος Β, από τις απαντήσεις που θα λάβει από τις δυο πλευρές, δεν καταλάβει ότι ο υπολογιστής είναι υπολογιστής και τον περάσει για άνθρωπο, τότε αυτό σημαίνει πως ο υπολογιστής σκέφτεται όπως ένας άνθρωπος. Αν λοιπόν το τεστ του Τούρινγκ ήταν σωστό, τότε οι επιστήμονες της πληροφορικής δεν θα είχαν παρά να φτιάξουν έναν υπολογιστή που θα το πέρναγε με επιτυχία −και τότε θα μπορούσαμε να πούμε, ότι έχουμε πια καταλάβει το μηχανισμό της ανθρώπινης σκέψης, μιας και φτιάξαμε μια μηχανή ικανή να σκέφτεται σαν τον άνθρωπο.

Μόνο που αυτή η ερμηνεία είναι έωλη. Το τεστ του Τιούρινγκ στηρίζεται στην προσομοίωση: ο υπολογιστής πρέπει να καταφέρει να κάνει σαν να σκέφτεται όπως ο άνθρωπος. Αλλά όπως είναι γνωστό σε κάθε παιχνίδι μίμησης, το γεγονός ότι ο μίμος καταφέρνει να πείσει πως είναι κάποιος άλλος, δεν αποδεικνύει καθόλου ότι είναι αυτός ο άλλος. [Παράδειγμα, εδώ.] Επομένως, το τεστ αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο υπολογιστής σκέφτεται ανθρώπινα. Αποδεικνύει μόνο ότι ο άνθρωπος μπορεί, ενδεχομένως, να ξεγελαστεί από μια μηχανή.

Άλλωστε, σε ένα τέτοιο τεστ ο υπολογιστής απαντάει απλώς σε ερωτήσεις. Δεν παίρνει ποτέ την πρωτοβουλία στη συζήτηση −επομένως δεν έχουμε ούτε καν προσομοίωση ανθρώπινης συζήτησης. Για να γίνει κάτι τέτοιο, θα έπρεπε ο υπολογιστής να έχει προσωπικά ενδιαφέροντα, γούστα, επιθυμίες και να μπορεί να είναι εύστοχος … χαρακτηριστικά που δεν είναι δυνατόν να αποκτήσει κανείς, όταν δεν μετέχει σε ένα κοινό λόγο, σε μια μορφή ζωής (Βιτγκενστάιν). […]

Μήπως όμως θα ήταν πιο πετυχημένη μια σύγκριση μεταξύ υπολογιστή και ανθρώπινου σκέπτεσθαι με βάση την ικανότητα και των δυο να κάνουν υπολογισμούς; Είναι κι αυτό ένα χαρτί των γνωσιακών, με το οποίο επιχειρούν να υποβάλουν την ιδέα ότι η σκέψη μας είναι κατά βάση κάτι το μηχανικό. Μόνο που κάτι τέτοιο είναι ακόμα πιο αβάσιμο! Διότι ο υπολογιστής, για να εκτελέσει ένα πολλαπλασιασμό αρκεί να ακολουθήσει μηχανικά τις οδηγίες ενός προγράμματος στηριγμένου στην προπαίδεια που χρησιμοποιούμε κι εμείς, ενώ ο άνθρωπος δεν ακολουθεί μηχανικά τους κανόνες της προπαίδειας. Γι’ αυτό και πρέπει να προσέχει διαρκώς αν τους εφαρμόζει σωστά. Αυτό που δείχνει ότι ένας άνθρωπος έχει κατά νου ένα κανόνα δεν είναι το ίδιο, ούτε ισοδυναμεί, με την παρουσία μιας οδηγίας στη μνήμη ενός υπολογιστή.

[Η οδηγία δεν είναι κανόνας. Μπορεί κανείς να ακολουθεί μια οδηγία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ακολουθεί ένα κανόνα. Αλλά τι σημαίνει “ακολουθώ ένα κανόνα”; Ας σκεφτούμε τη διαφορά ανάμεσα στο “απάντησε ακολουθώντας ένα κανόνα” και το “απάντησε από εξαρτημένο αντανακλαστικό”. Η πρώτη περίπτωση, τελείως αντίθετα απ’ ό,τι η δεύτερη, προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος που απάντησε έχει κατανοήσει κάτι∙ τον κανόνα. Μια τέτοια απάντηση δεν είναι σαν μια ανακλαστική αντίδραση, διότι απάντηση στηριγμένη σε κατανόηση σημαίνει επίσης κρίση, εκτίμηση, διατύπωση σκεπτικού και αιτιολόγηση της απάντησης, καθώς επίσης δυνατότητα κριτικής αποτίμησης και διόρθωσής της. Πράγμα που αποκλείει την ιδέα, και την περιγραφή, ενός υφιστάμενου μηχανισμού, ακόμη κι αν, για να το σώσουμε, πιάσουμε να αυτοσχεδιάζουμε μιλώντας περί “πάάάρα μα πάάάρα πολύ πολύπλοκου μηχανισμού” −μια ιδέα μεταφορική μάλλον του αισθήματος ασφάλειας και βεβαιότητας, που νιώθουμε όταν εφαρμόζουμε σωστά ένα κανόνα. Από την άλλη, εξίσου, “απαντώ ακολουθώντας ένα κανόνα” δεν σημαίνει απαντώ ακολουθώντας μια διαίσθηση, ή μια έμπνευση, ούτε κι ότι την απάντηση μού “την ενέπνευσε” ο κανόνας −μια ιδέα μεταφορική μάλλον του αισθήματος, ότι εφαρμογή κανόνα χωρίς την κατανόησή του δεν υφίσταται. Διότι κανόνας σημαίνει “κάνω το ίδιο πράγμα”, κάτι που προϋποθέτει τη γνώση μιας κανονικότητας, άρα άσχετο από τη διαίσθηση και την έμπνευση, παρ’ όλο που τέτοιας λογής αισθήματα μπορεί να επεισέρχονται κατά την εφαρμογή ενός κανόνα. Τι σημαίνει λοιπόν “ακολουθώ ένα κανόνα”; Θα κλείσω προς το παρόν την παρένθεση με μια υπόδειξη του Βιτγκενστάιν: “Αν θέλεις να καταλάβεις τι πάει να πει ακολουθώ ένα κανόνα, θα πρέπει να είσαι ήδη σε θέση να ακολουθήσεις ένα κανόνα”. −σημ. του H.S.]

Επομένως, παρά τη φαινομενική ομοιότητα, είναι πολύ δύσκολο να συμπεράνουμε βάσιμα ότι ο άνθρωπος υπολογίζει με τον ίδιο τρόπο που το κάνει ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Τελικά, η σύγκριση μεταξύ ανθρώπινου πνεύματος και υπολογιστή έχει νόημα μόνον εφόσον θεωρήσει κανείς, ότι το πνεύμα χειρίζεται νοητικές παραστάσεις και όχι φυσικά πράγματα που υπάρχουν έξω από το κεφάλι μας. Όμως αυτή η θέση, σύμφωνα με την οποία το πνεύμα δεν έχει να κάνει παρά με νοητικές εικόνες του εξωτερικού κόσμου, δεν είναι και τόσο αυτονόητη. Όταν λ.χ. κοιτάζετε την εικόνα ενός αντικειμένου, μπορείτε να τη συγκρίνετε με το αντικείμενο και να πείτε αν όντως είναι δική του εικόνα, αν το παριστάνει καλά, κ.ο.κ. Αν όμως το πνεύμα μας δεν διαθέτει παρά μόνο νοητικές παραστάσεις για τον εξωτερικό κόσμο, τότε θα ήταν αδύνατο να συγκρίνουμε αυτές τις “εσωτερικές” εικόνες με αυτό που παριστάνουν.

Επιπλέον, λέγοντας ότι το πνεύμα δεν σχετίζεται ποτέ άμεσα με την εξωτερική πραγματικότητα, λέγοντας ότι σχετίζεται μόνο μέσω της νοητικής της παράστασης, οδηγούμαστε στην υιοθέτηση μιας σολιψιστικής αντίληψης του σκέπτεσθαι, με την έννοια ότι τα νοητικά φαινόμενα ενός ανθρώπου θα μπορούσαν να ήταν τα ίδια ακόμα κι αν αυτός ήταν ο μοναδικός άνθρωπος πάνω στη γη. [Ή πάλι, ότι είναι ίδια η πνευματική κατάσταση ενός ανθρώπου που βλέπει να του επιτίθεται μια τίγρη κι ενός ανθρώπου που φαντάζεται ότι του επιτίθεται μια τίγρη∙ δηλαδή ότι η κατάσταση του πνεύματος είναι ίδια σε μια περίπτωση διαύγειας και σε μια περίπτωση παραληρήματος!!! −σημ. του H.S.  

Πιθανή πηγή σύγχυσης μπορεί να είναι και η ίδια η έννοια του συμβόλου. Όταν ο γνωσιακός επιστήμονας λέει πως ο υπολογιστής χειρίζεται σύμβολα, έχει δίκιο. Όταν λέει ότι η αιτιακή επίδρασή τους έχει να κάνει αποκλειστικά με τις φυσικές ιδιότητές τους και όχι με τη σημασία τους, έχει πάλι δίκιο. Απλώς η μηχανή έχει φτιαχτεί έτσι, ώστε οι τελούμενες μεταβολές να συμφωνούν με αυτό που θα έδινε μια νοήμων πράξη, η οποία θα λάβαινε υπόψη της αυτές τις σημασίες. Γι’ αυτό το λόγο ο γνωσιακός θεωρεί ότι έχει δίκιο και όταν συμπεραίνει, πως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής όντως σκέφτεται∙ ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ότι η νοητική δραστηριότητα δεν είναι παρά μια φυσική διεργασία που συντελείται μέσα στον εγκέφαλο.  

Όμως εδώ ο γνωσιακός ξεχνάει, πως όταν η μηχανή χειρίζεται σύμβολα, είναι η δική μας ερμηνεία που τα έχει θέσει, δηλαδή θεσμίσει, ως σύμβολα. Η μηχανή δεν διαθέτει την ικανότητα θέσμισης, χάρη στην οποία μπορεί κανείς να πραγματευτεί διάφορα πράγματα, όπως λ.χ. τα σύμβολα, προκειμένου να επικοινωνήσει μια σκέψη πάνω σε ένα άλλο πράγμα. Για να είχε αυτή την ικανότητα, θα έπρεπε να μετέχει στη θέσμιση μέσω της οποίας αυτά τα σύμβολα τίθενται ως σύμβολα. Θα έπρεπε να έχει μια “μορφή ζωής” (κατά Βιτγκενστάιν), η οποία πραγματώνεται σε ένα κόσμο εξωτερικό από αυτή την ίδια [να μετέχει δηλαδή ενός Λόγου Κοινού (κατά Hράκλειτο), σημ. του H.S.]

Το σύμβολο είναι σύμβολο επειδή παραπέμπει σε κάτι άλλο από τον εαυτό του, επειδή υπάρχει έξω από τον εαυτό του δυνάμει ενός θεσμού. Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να συμπεράνουμε, ότι δεν υπάρχει σκέψη παρά έξω από αυτό που καθιστά απλώς δυνατό το να υπάρχει −είτε αυτό είναι ένας εγκέφαλος, είτε μια μηχανή. Σε τελική ανάλυση, το λάθος των γνωσιακών επιστημόνων είναι ότι νομίζουν πως μελετούν το σκέπτεσθαι ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούν απλώς να διερευνήσουν τους όρους που του επιτρέπουν να υπάρχει. [Δηλαδή: το ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί αν δεν έχει εγκέφαλο, δεν σημαίνει πως μπορούμε να κατανοήσουμε το σκέπτεσθαι αναλύοντας τον εγκέφαλο∙ όπως ακριβώς και το γεγονός ότι χρειαζόμαστε πόδια για να παίξουμε μπάλα, δεν σημαίνει πως μπορούμε να κατανοήσουμε το ποδόσφαιρο μελετώντας τη φυσιολογία και την κινησιολογία των ποδιών. −σημ. του H.S.]»

Thomas Lepeltier, σχόλιο για το βιβλίο «La Denrée Mentale», του Vincent Descombes
Φεβρουάριος 2000


Σημ. HS. Για την απόδοση της έννοιας intention ως προαίρεση, βλ. το σημείωμά μας εδώ.

Φυσικά, το "έξω απ' το κεφάλι μας" στον τίτλο επιστρατεύτηκε για τις ανάγκες τις αντιπαράθεσης με το στρατόπεδο που πιστεύει ότι σκεφτόμαστε "μέσα" στο κεφάλι μας και στηρίζει φιλοσοφικά την εμμονή στην "αυτοπεριστροφή", που χαρακτηρίζει το νεωτερικό αυτοαναφορικό Άτομο.

Ο Ντεκόμπ, παρ'  όλο που συντάσσεται σε ένα βαθμό με την "εξωκρατία" (externalisme), ωστόσο, ακολουθώντας τον Βιτγκενστάιν, θεωρεί ότι οι όροι "έξω" και "μέσα" στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούν να είναι παρά μεταφορικοί 

Για να το κατανοήσουμε, πρέπει να δούμε την έννοια της έκφρασης, η οποία αναφέρεται στην εικόνα μιας εξόδου κάτι του εσωτερικού προς τα έξω. Το ερώτημα είναι: αυτό που εκφράζεται πρέπει να το αναζητήσουμε εντός μας ή έξω από εμάς; Ο Βιτγκενστάιν απορρίπτει αυτό το διάζευγμα. Όταν λέμε, «πρόσεξα ότι δεν είχε καλή διάθεση», εννοούμε ότι προσέξαμε κάτι που είναι μέσα του ή έξω του; Η απάντηση: δεν είναι «ή ένα ή το άλλο», αλλά το ένα σε συνάρτηση με το άλλο.



 

09 Νοεμβρίου 2014

ΤΕΣΤ 6 | Πόσο μεταμοντέρνος είσαι;

Matthew Barney ‘Cremaster’

Στο δοκίμιο της με τίτλο  Ο μοντερνισμός τώρα*  η Marjorie Perloff υπενθυμίζει:
Τι συμβαίνει, όμως, με την κατοπινή πορεία του μοντερνισμού;
«Από τον μοντερνισμό που επιθυμείς», είπε κάποτε χαριτολογώντας
ο ποιητής David Antin [Ντέιβιντ Άντιν], «παίρνεις τον μεταμοντερ-
νισμό που σου αξίζει».
 Στο The dismemberment of Orpheus (1982), ο Ihab Hassan σχεδίασε ένα ομολογουμένως σχηματικό διάγραμμα των διαφορών ανάμεσα στα δύο. Εδώ παρουσιάζεται με κάποιες παραλήψεις το διάγραμμά του:

Μοντερνισμός Μεταμοντέρνο
Ρομαντισμός/Συμβολισμός Παταφυσική/Νταντά
Φόρμα (συνδετική, κλειστή) Αντι-φόρμα (διαζευκτική, ανοιχτή)
Σκοπός Παιχνίδι
Σχεδιασμός Τυχαιότητα
Ιεράρχηση Αναρχία
Καλλιτεχνικό αντικείμενο/ ολοκληρωμένο έργο Διαδικασία/ Περφόρμανς/ Χάπενινγκ
Απόσταση Συμμετοχή
Παρουσία Απουσία
Επικέντρωση Διάχυση
Μεταφορά Μετωνυμία
Προς ανάγνωση/ αναγνώσιμο Προς γραφή/ εγγράψιμο
Καταγωγή/Αιτιότητα Διαφορά/Ίχνος
Καθορισμένο Ακαθόριστο
Υπερβατικότητα Εμμένεια

----με άριστα το 14/14 Εσύ πόσο μεταμοντέρνος είσαι;----

*σε μετάφραση Κωνσταντίνου Ματσούκα στο 1o τεύχος του περιοδικού, για την διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου, [ΦΡΜΚ] 

06 Νοεμβρίου 2014

Εκπομπές HS στο Beton 7 | #13

Σήμερα Πέμπτη, 6.11.2014
στο
ώρα 17.00' έως 19.00
Οι City Travellers
με τον Hollowsky
και αποψινό καλεσμένο τον Γιώργο Δάβο

Θέμα: 
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

05 Νοεμβρίου 2014

Αξία, Χρήμα και Μαγεία | 5 - "Το μέτρο της αξίας", μια παράλογη έκφραση

Άμπρα κατάμπρα, αξία ενσωματώσου!
«Το μέτρο της αξίας», μια παράλογη έκφραση

[…] Εάν «αξία» είναι το όνομα που έχουμε δώσει στο μέτρο του πλούτου, τότε είναι παράλογο να μιλάμε για «μέτρο της Αξίας». Εφόσον η Αξία είναι μέτρο, δεν έχει κι η ίδια μέτρο −όπως το μήκος δεν έχει μήκος και το βάρος δεν έχει βάρος. Μπορούμε να μετρήσουμε το μήκος ενός λιβαδιού, ή την αξία ενός εμπορεύματος, αλλά δεν γίνεται να μετρήσουμε το μήκος του μήκους, ούτε την αξία της αξίας. Επομένως η έκφραση «μέτρο της αξίας» είναι παράλογη. Όταν μιλάμε για «μέτρο της αξίας» χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι με αυτό τον τρόπο μετατρέπουμε στο μυαλό μας την αξία σε ουσία, τότε καταλήγουμε να την συγχέουμε με την πραγματικότητα την οποία μετράει, δηλαδή τον πλούτο.

Αυτή η σύγχυση δεν είναι συμπτωματική. Πάνω σε αυτήν θεμελιώνεται η πολιτική οικονομία από τον καιρό του Άνταμ Σμιθ. Άλλωστε ο Σμιθ ήταν μάστορας στο να θολώνει τα πράγματα: έχοντας προηγουμένως δηλώσει, ότι «η εργασία είναι το πραγματικό μέτρο της αξίας», στην αμέσως επόμενη φράση μιλάει για «αξία της εργασίας» −δηλαδή για … το μέτρο του πραγματικού μέτρου του μέτρου … τίνος πράγματος; Του πλούτου ασφαλώς! (Ο Πλούτος των Εθνών, βιβλίο Ι, κεφ. 5).

Εκείνο που, απεναντίας, δεν είναι παράλογο, είναι ο καθορισμός μιας μονάδας μέτρησης, ο καθορισμός της γλώσσας αυτής της μονάδας. Το βάρος εκφράζεται με γραμμάρια, το εμβαδόν με μέτρα, κ.ο.κ. Η μονάδα είναι προϊόν κοινωνικής σύμβασης. Ποια είναι η μονάδα της αξίας; Όπως μαρτυρούν τα γραπτά του Γουίλιαμ Πέτυ, του Τυργκό και του Σμιθ, πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα έσπαγαν το κεφάλι τους οι παλιοί οικονομολόγοι.

Αξία και τιμή

Οι λεγόμενοι εθνικοί λογαριασμοί δεν κατατρύχονται από τέτοιας λογής μεταφυσικά προβλήματα σχετικά με τη φύση της αξίας και τη μονάδα μέτρησής της. Ονομάζουν «τιμές» αυτό που ονομάσαμε παραπάνω «αξία» και μετρούν ή λογαριάζουν (δηλαδή καταγράφουν με μορφή λογαριασμών) τις τιμές που αναγράφονται στα κοινωνικά και εμπορικά τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στα λογιστικά και τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων και των υπουργείων, κ.λπ. Οι εθνικοί λογαριασμοί έχουν στη διάθεσή τους μια μονάδα μέτρησης, αυτή που σχετίζεται με κάθε νόμισμα −το φράγκο, το δολάριο, κ.τ.τ. Παλιότερα μετρούσαμε σε λίβρες, μια μονάδα μέτρησης που με τη σειρά της μετριόταν με βάση μια μονάδα βάρους, αφού κάθε καινούργια μονάδα μέτρησης στηρίζεται πάνω σε ένα προϋπάρχον σύστημα μέτρησης: π.χ. το τζάουλ ή το κιλό είναι συνδυασμοί μιας μονάδας βάρους με μια μονάδα μήκους.

Οι κλασσικοί οικονομολόγοι αναρωτιόντουσαν κατά πόσο το νόμισμα αποτελεί μια λειτουργική μονάδα μέτρησης. Κι αυτό, επειδή διαπίστωναν ότι το νόμισμα έχει τη μορφή ενός μεταλλικού εμπορεύματος και επομένως, όπως κάθε εμπόρευμα, υφίσταται διακυμάνσεις. Έτσι, ο Πέτυ και ο Σμιθ βάλθηκαν να βρουν μια ακλόνητη μονάδα μέτρησης της αξίας και φαντάστηκαν ότι τη βρήκαν, ο μεν πρώτος στη γη και την εργασία, ο δε δεύτερος στην εργασία. Επειδή όμως ο Σμιθ πίστευε πως η «αξία της εργασίας» βρίσκεται στα μέσα συντήρησης του εργαζόμενου, δηλαδή σε αυτά που έχει ανάγκη για να επιβιώνει, αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε μια άλλη μονάδα μέτρησης και η σκέψη του έγινε θρύψαλα, μιας και δεν είχε πού να στηριχτεί.

Αξία και χρόνος εργασίας

Καθώς δεν μπορεί να μετρηθεί η επιδεξιότητα της εργασίας, δηλαδή αυτό που διαφοροποιεί μια πιο εξειδικευμένη εργασία από μια λιγότερο εξειδικευμένη, οι κλασσικοί οικονομολόγοι έθεσαν το αξίωμα ότι η εξειδικευμένη εργασία δεν είναι παρά ένα πολλαπλάσιο της υποτιθέμενα «απλής εργασίας». Με βάση αυτή την αξιωματική αναγωγή ορίστηκε μια συμβατική μονάδα μέτρησης: ο χρόνος εργασίας −ένας αριθμός που μπορεί αντικειμενικά να διαιρείται, να υπολογίζεται και να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Έτσι η συμβατική μέτρηση του πλούτου με βάση τον εργάσιμο χρόνο έγινε μέρος της καθημερινής ζωής: λέμε λ.χ. ότι «εκατομμύρια ώρες εργασίας χάθηκαν με τις απεργίες», ή «κερδήθηκαν χάρη στην τάδε τεχνική εφεύρεση». […]

Ο Πέτυ ήταν ο πρώτος που έκανε την εργασία εργαλείο μέτρησης του πλούτου/δύναμης στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής σύγκρισης −αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός της αριθμητικής πολιτικής. [...]
  
Δυνητική ή πλασματική και ενεργός ή πραγματική αξία

Ως μέτρο του πλούτου, η αξία μετράει μια ορισμένη ποσότητα αντικειμένων που υπάρχουν στο χώρο μέσα σε δεδομένη μια χρονική στιγμή. Σε ό,τι αφορά το εμπόρευμα, το κάθε συγκεκριμένο εμπόρευμα, η εκτίμηση της αξίας του γίνεται κατά την πώλησή του, δηλαδή αφότου έχει παραχθεί. Με βάση τι παράχθηκε; Παράχθηκε με βάση τον υπολογισμό μιας πιθανότητας: «Πόσο θα αξίζει κατά την πώλησή του;». Ο υπολογισμός αυτής της πιθανότητας εμπεριέχει τον υπολογισμό ενός ορισμένου κόστους παραγωγής του εμπορεύματος −δηλαδή την ποσότητα της εργασίας (ζωντανής ή παγιωμένης στα παραγωγικά μέσα) που χρειάστηκε για να παραχθεί, συν ένα μέσο κέρδος κατά την ίδια την παραγωγή του.

Έτσι, το εμπόρευμα έχει δυο αξίες: την αξία που έχει υπολογιστεί πιθανολογικά κατά την παραγωγή του και την αξία που ορίζεται πραγματικά κατά την πώλησή του.

Ονομάζω λοιπόν

  • δυνητική [ή πλασματική] αξία την αξία που υπολογίζεται κατά τη στιγμή της παραγωγής του εμπορεύματος, και την οποία (οι ουσιοκράτες) λένε «ενσωματωμένη» αξία, ή, όπως θα έλεγε ο Ρικάρντο, αξία που «έχει πραγματωθεί» ή «προσδιοριστεί μέσα σε ένα εμπόρευμα»∙
και

  • ενεργό [ή πραγματική] αξία την αξία, η οποία καθορίζεται κατά την πώληση του εμπορεύματος και η οποία ισούται με την τιμή του.

Αντίθετα απ’ ό,τι δείχνουν τα φαινόμενα, η αξία που υποτίθεται ότι είναι «ενσωματωμένη» και «έχει πραγματωθεί» σε ένα εμπόρευμα, είναι εντελώς φανταστική. Είναι μια αξία, την οποία πιθανολογεί κανείς και αναμένει, δηλαδή μια αξία που υπολογιστεί εκ των προτέρων ως πιθανή αξία −είναι το αντικείμενο του οικονομικού υπολογισμού και γι’ αυτό την ονομάζω δυνητική ή πλασματική.

Πραγματική αξία είναι μόνο η ενεργός αξία και μοναδική πραγματικότητα της αξίας αυτής είναι η τιμή της. Θα εξηγήσω τώρα γιατί.

Η αξία δεν είναι πράγμα αλλά σχέση

Ας κάνουμε μια σύγκριση με τη δύναμη. Όταν μιλάμε για «δύναμη», έχουμε κατά νου κάτι το καθαρά δυναμικό, δυνητικό. Όταν π.χ. λέμε ότι «το τάδε έθνος είναι πολύ δυνατό», εννούμε ότι έχει μέσα του μεγάλη δύναμη με την έννοια ότι το θεωρούμε ικανό να νικήσει τους αντιπάλους του σε περίπτωση πολέμου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται όλο το πρόβλημα: η «δύναμη» ενός έθνους μετράει μεν αυτό που θα μπορούσε να κάνει σε περίπτωση πολέμου, αλλά το αν θα το κάνει αυτό ή όχι είναι εντελώς άλλο ζήτημα! Η πραγματική δύναμη έχει να κάνει με αυτό που μπορεί (δηλαδή αξίζει) στην πράξη, εδώ και τώρα, μέσα στη δράση να κάνει κάποιος και όχι στο τι θα μπορούσε να κάνει αλλού και άλλοτε. Η πόλεμος είναι η στιγμή της αλήθειας των εκτιμήσεων σχετικά με τη δύναμη των κρατών. Η Γαλλία λ.χ. θεωρούνται μεγάλη δύναμη πριν από τον Β’ παγκόσμιο πολεμο, αλλά κατέρρευσε σαν τραπουλόχαρτο το 1940.

Ένα ακόμα παράδειγμα: Συνηθίζουμε να μετράμε σε πόντους τη σχετική αξία κάθε πιονιού στο σκάκι. Πρόκειται για μια συμβατική ένδειξη, που διευκολύνει τους υπολογισμούς, ειδικά τη στιγμή που ο παίκτης δέχεται ν’ ανταλλάξει το πιόνι του με ένα του αντιπάλου. Όμως αυτό που αξίζει πραγματικά ένα πιόνι, μας το λέει η θέση που έχει πάνω στη σκιακιέρα εδώ και τώρα, μέσα στο παιχνίδι. Ένας πύργος περικυκλωμένος από μια σειρά από πιόνια, δεν αξίζει τίποτα. Η αξία του είναι καθαρά δυνητική. Αν δεν απελευθερώσουμε το πεδίο δράσης του μέσα στο παιχνίδι, τότε δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να εκδιπλώσει τη δυνητική του αξία. Αντίστροφα, ένα στρατιωτάκι, που θεωρητικά δεν αξίζει και πολλά, μπορεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή να αξίζει πολύ περισσότερο κι από την ίδια τη βασίλισσα.

Η αξία-εργασία του εμπορεύματος, η αξία ως «εργασία ενσωματωμένη στο εμπόρευμα», δεν είναι περισσότερο πραγματική απ’ ό,τι η δύναμη ενός έθνους πριν από τον πόλεμο, ή ενός πιονιού πριν από το παιχνίδι. Η μόνη πραγματική αξία είναι η ενεργός αξία∙ κι αυτή η αξία δεν είναι ένα πράγμα αλλά μια σχέση και τίποτε άλλο. Η πώληση είναι για την αξία του εμπορεύματος ό,τι και το παιχνίδι για την αξία ενός πιονιού. […]

Φρανσουά Φουρκέ, Richesse et Puissance. Une génèalogie de la valeur | Πλούτος και Ισχύς. Μια γενεαλογία της Αξίας.
(1989, β΄έκδοση 2002)


Σημ. HS  «Η φράση 'το μέτρο της αξίας' είναι παράλογη. Η 'ενσωματωμένη αξία' είναι εντελώς φανταστική. Η πραγματική αξία δεν είναι πράγμα αλλά σχέση. Η αριθμητική πολιτική επινοήθηκε ώστε να διευκολύνει τον ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων»…. Βαστάμε αυτά, και άλλα πολύ ενδιαφέροντα από την επιχειρηματολογία του Φουρκέ, και συνεχίζουμε. Με στόχο να σχηματίσουμε έναν ειδικό «φάκελο» πάνω στο θέμα «Αξία, Χρήμα και Μαγεία», και πριν εκθέσουμε τις δικές μας θέσεις επ’ αυτού, συνεχίζουμε τη συλλογή και παρουσίαση τεκμηρίων, που συνεισφέρουν στην ανατροπή της εργαλειακής αντίληψης του χρήματος και της ουσιοκρατικής αντίληψης της αξίας, οι οποίες βαραίνουν τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται από πολλές πλευρές η κατανόηση και ανάλυση της σημερινής κρίσης. Και τη βαραίνουν άσχημα όταν, στηριγμένη στη μαγική θεωρία της «ενσωματωμένης αξίας-εργασίας» (που κατά βάση θεωρεί την ανταλλαγή σαν επιφαινόμενο της εργασίας) και την συνεπακόλουθη ιδέα ότι η κρίση του κεφαλαίου έχει να κάνει με μια μείωση του ποσοστού της «ενσωματωμένης υπεραξίας» εξαιτίας της επιταχυνόμενης εκμηχάνισης της παραγωγής, κυκλοφορεί από το τέλος των απελευθερωτικών αγώνων της δεκαετίας του 1960 και 1970 μια ορισμένη κριτική, που θέλει να λέγεται «ριζική», η οποία καταλήγει να παρουσιάζει την εκτεχνίκευση, και ειδικά στις πιο σύγχρονες μορφές της της ηλεκτρονικής αυτοματοποίησης, σαν ένα είδος «υποκειμένου» της κοινωνικής χειραφέτησης στη θέση του απωλεσθέντος προλεταριάτου −αφού, όπως ισχυρίζεται αυτή η κριτική, ο καλπασμός της Τεχνικής όχι μόνο ρίχνει σε βαθιά κρίση την «αξιοποίηση της αξίας» αλλά και συντελεί στην απελευθερωτική «κατάργηση της εργασίας»! Μα τον τυφλό ντετερμινισμό με τα πολλά πλοκάμια του! Οι αναγνώστες μας θα έχουν, πιστεύουμε, καταλάβει σε γενικές γραμμές τη ριζική διαφωνία μας με αυτού του είδους την «κριτική της αξίας». Υπομονή.

ΠΡΟΣΟΧΗ!  Το e-mail μου enastros@otenet.gr, που από αβλεψία μας εξακολουθεί να αναφέρεται στην αρχειακή ιστοσελίδα μας HappyFew, έχει καταργηθεί εδώ και πολλάάάάά χρόνια!


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1100 1789 1900 190cm 1917 1939 1940 1944 1965 1967 1968 1978 1980 2008 Α. Σβιατόγκορ/А. Святогор Αγγλία Αδάμ Σμιθ/Adam Smith Αθήνα Αιδ. Μπίλι/Rev Billy Αισχύλος Άκης Πάνου Ακρόπολη Αλαίν Καγιέ/Alain Caillé Άλαν Τιούρινγκ/Alan Turing Άλασνταιρ Μακιντάιρ/Alasdair MacIntyre Αλβέρτος Αϊνστάιν/Albert Einstein Αλβέρτος ο Μέγας Αλέξανδρος Κοζέβ/Alexandre Kojève Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Σμέμαν/Александр Шмеман Αλέξανδρος Σοκούροφ/Алекса́ндр Соку́ров Αλέξανδρος Τομπάζης Αλέξανδρος Τρόκκι/Alexander Trocchi Αλεξάντερ Μπέρκμαν/Александр Беркман Αλέξης Ασλάνογλου Αλέξης Καλοφωλιάς Αλέξης ντε Τοκβίλ/Alexis deTocqueville αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Αλμπέρ Καμύ/Albert Camus Άλμπερτ Σπέερ/Albert Speer Άλμπερτ Φίνεϊ/Albert Finney Αλμπέρτο Καβαλκάντι/Alberto Cavalcanti Άλμπρεχτ Ντύρερ/Albrecht Duhrer Άλντους Χάξλεϊ/Aldus Haxley Αλταμίρα Αναξίμανδρος ανάπτυξη αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κοκκίνου Ανρί Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Ανρί Λεφέβρ/Henri Lefebre Ανρί Μισώ/Henry Michaux Άνσελμος Γιάπε/Anselm Jappe Άνταμ Κέρτις/Adam Curtis Αντίνοος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ/Antoine de Saint-Exupéry Αντρέ Κερτέζ/André Kertész Αντρέ Ορλεάν/André Orléan Άντυ Γουώρχολ/Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής Αποκάλυψη Άρβο Περτ/Arvo Pärt Αργυριάδης-Καλούμενος-Μπάτσης Άρης Αλεξάνδρου Άρης Κωνσταντινίδης Άρης Μπερλής Αρθούρος Λένινγκ/Arthur Lehning Αρθούρος Σοπενχάουερ/Arthur Schopenhauer Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Άυν Ραντ/Ayn Rand αυτοπεριδίνηση αυτοπεριστρεφόμενοι διανοούμενοι Αφρική Β.Α. Μότσαρτ/W.A/ Mozart Βαβυλώνα Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίν Βολόσινοφ/Валенти́н Воло́шинов Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Ηλιακόπουλος Βασίλης Καραποστόλης Βενετιά Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βέρνερ Χέρτσογκ/Werner Herzog Βερολίνο βία Βιετνάμ Βίκτωρ Μπούλλα/Виктор Буллаa Βίκτωρ Ουγκώ/Victor Hugo Βίκτωρ Σερζ/Ви́ктор Киба́льчич Βίκτωρ Σκλόφκσι/Ви́ктор Шкло́вский Βίκτωρ Φρανκλ/Victor Frankl Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνσεντ Μπράουν/Vincent Browne Βίνφριντ Γκ. Ζέμπαλντ/Wienfried G. Sebald βιοτεχνολογία Βλαδίμιρος Λένιν/Влади́мир Ле́нин Βλαντίμιρ Μαγιακόφκι/Влади́мир Маяко́вский βοηθήματα μνήμης Γαλλία Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γερμανία Γιάννηδες Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος γιορτή Γιούργκεν Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιόχαν Γκριμονπρέ/Johan Grimonprez Γιόχαν Χουιζίνγκα/Johan Huizinga Γιώργος Γαϊτάνος Γιώργος Μακρής Γιώργος Νικολαΐδης Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton Γκαίτε/Goethe Γκέοργκ Ζίμελ/Georg Simmel Γκετζ Άλυ/Götz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκιόργκι Λίγκετι/György Ligeti Γκιόργκι Λούκατς/György Lukács Γκουίντο Καβαλκάντι/Guido Cavalcanti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders γλώσσα Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουίλιαμ Ήγγλετον/William Eggleton Γουίλιαμ Μπάροους/William Burroughs Γουίλιαμ Σαίξπηρ/William Shakespeare Γούντι Άλλεν/Woody Allen Γρηγόρης Βαλτινός Δανία του Βορρά Δανία του Νότου Δελφοί Δέσποινα Ζευκιλή Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα Διεθνής δικαιοσύνη δοκιμασίες Δουβλίνο Δραπετσώνα δυσφορία Έ. Λ. Μάστερς / Ε. L. Masters Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Χ. Γονατάς Εδουάρδος Βιλ/Edouard Will εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκπομπές Ελβετία Έλεν Κέλλερ/Helen Keller Ελένη Ηλιοπούλου Ελένη Μπέλλου Ελευθερία Ελευθεριακός Ελισάβετ Άνσκομπ/Elizabeth Anscombe Εμίλ Μπενβενίστ/Emile Beneveniste Εμίλ Ντυρκέμ/Emile Durkheim Εμίλ Σιοράν/Emil Cioran Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Καντ/Emmanuel Kant Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier Έντσο Τραβέρσο/Enzo Traverso εξατομίκευση εξέγερση εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός επιβίωση επιστήμη εργασία ερείπια Ερίκ Σατί/Eric Satie Έρικ Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbaum Έρνεστ Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνστ Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνστ Κασσίρερ/Ernst Cassirer Ερνστ Μπλοχ/Ernst Bloch ΕΣΣΔ Ετιέν Ντε λα Μποεσί/Etien De la Boetie Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez Ευγένιος Ζαμιάτιν/Евге́ний Замя́тинn Ευγένιος Ιονέσκο/Eugene Ionesco ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία Ζ.-Π. Βουαγιέ/J.-P. Voyer Ζ.-Π. Ντιτέιγ/J.-P. Duteuil Ζ.-Π. Σαρτρ/J.-P. Sartre Ζακ Ελλύλ/Jacques Ellul Ζακ Λακάν/Jacques Lacan Ζακ Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ζακ Ντεριντά/Jacques Derrida Ζακ Πρεβέρ/Jacques Prévert Ζακ Σαπίρ/Jacques Sapir Ζαν Ιτάρ/Jean Itard Ζαν Μορώ/Jeanne Moreau Ζαν Μπωντριγιάρ/Jean Baudrillard Ζαν-Ζακ Ρουσσώ/Jean-Jacques Rousseau Ζαν-Λυκ Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ζαν-Πιέρ Βερνάν/Jean Pierre Vernant Ζαπατίστας Ζάχα Χαντίντ/Zahā Ḥadīd Ζεράρ Νταβί/Gerard Davy Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζιλ Ντωβέ/Gilles Dauve Ζορ Βον/Zohr Vaughan Ζύγκμουντ Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Ζυλ Ντελέζ/Gilles Deleuze Ζυλ Ντωβέ/Gilles Dauvé ζωή Ζωρζ Μπατάιγ/Georges Bataille ηθική Ηλίας Κανέττι/Elias Canetti ΗΠΑ Θανάσης Σβώλος Θατσερήγκαν/Thatchereagan θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεός Θεοφάνης Μελάς Θεσσαλονίκη Θήοντορ Ρόζακ/Theodore Roszak θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Θωμάς Ιμπάνιεθ/Tomás Ibáñez Ι.Θ. Κακριδής Ίαν Χάκινγκ/Ian Hacking Ιβάν Παβλόφ/Ива́н Па́влов Ιβάν Τουργκένιεφ/Иван Тургенев Ίγγα Κρεστενσεν/Inger Christensen ιδεολογία ιδρύματα τέχνης Ιερεμίας Μπένθαμ/Jeremy Bentham ικέτες και ξένιοι Ιράν Ισαάκ Μπ. Σίνγκερ/Isaac B. Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιχάμπ Χασσάν/Ihab Hassan Ιωάννα Τσιβάκου Ιωσήφ Μπλοχ/Joseph Bloch Ιωσήφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen Ιωσήφ Στάλιν/Ио́сиф Ста́лин Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Κάθλην Ρέιν/Kathleen Raine καλλιτέχνες Καλοκαίρι Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik Καρλ Γκέοργκ Μπύχνερ/Karl Georg Büchner Καρλ Κορς/Karl Korsch Καρλ Κράους/Karl Kraus Καρλ Πολάνυι/Karl Polanyi Καρλ Σμιτ/Karl Schmidt Κάρολος Δαρβίνος/Charles Darwin Κάρολος Μαρξ/Karl Marx Κάρολος ο Μέγας Κάρολος Φουριέ/Charles Fourier Καρτέσιος/Descartes Καταστασιακή Διεθνής/Internationale Situationniste καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κεν Λόουτς/Ken Loach Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό κεφαλαιοκρατία Κίνα Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλερ Οζιάς/Claire Auzias Κλωντ Λεβί-Στρώς/Claude Lévi-Strauss Κομμούνα κομμουνισμός Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κόρα Ντάιαμοντ/Cora Diamond Κορνήλιος Καστοριάδης Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil Κουρτ Σβίττερς/Kurt Schwitters κράτος κρίσεις πανικού Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κριστόφ Κισλόφσκι/Krzysztof Kieslowski Κρίστοφερ Λας/Christopher Lash Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Καραμανλής Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαϊωάννου Κώστας Χριστοδούλου Κωστής Βελόνης Κωστής Παπαγιώργης Λα Μετρί/ La Mettrie Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε/老子 Λαρς φον Τρίερ/Lars von Trier λενινισμός Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λετριστές/Lettristes Λέων Βαλράς/Léon Walras Λέων Σεστώφ/Лев Шесто́в Λέων Τρότσκι/Лев Тро́цкий Λιούις Μάμφορντ/Lewis Mumford λογική Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Βύρων/Lord Byron Λουδοβίκος Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λουί Αραγκόν/Louis Aragon Λουί Μαλ/Louis Mal Λουΐ ντε Σαιν Ζυστ/Louis de Saint Juste Λουί Ντυμόν/Louis Dumont Λουίς Αλτουσέρ/Louis Althusser Λουίς Μπουνιουέλ/Louis Buñuel Λουσιέν Μαλζόν/Lucien Malson Λουσίντα και Ντέιβις Μάτλοκ/L & D Matlock Λυγκέας Λωτρεαμόν/Lautréamont μαγεία Μάης '68 Μάικ Κέλυ/Mike Kelley Μάικλ Χάρντ/Michael Hardt Μάκης Μηλάτος Μάλκολμ Λόουρι/Malcolm Lowry Μάλκολμ Χ/Malcolm X μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρία ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Мари́на Цвета́ева Μάρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρσέλ Μαριέν/Marcel Mariën Μαρσέλ Μως/Marcel Mauss Μαρσέλ Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρτζορι Πέρλοφ/Marjorie Perloff Μάρτζορι Ρόουλινγκ/Marjorie Rowling Μάρτιν Λούθερ Κινγκ/M.L. King Μάρτιν Μπούμπερ/Martin Buber Μάρτιν Χάιντεγγερ/Martin Heidegger μελαγχολία Μελούνα Μεσαίωνας μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίλτος Σαχτούρης Μίλτων Φρίντμαν/Milton Friedmann Μιράντα Τερζοπούλου Μιριέλ Μπαρμπερί/Muriel Barbery Μισέλ Αλιετά/Michel Aglietta Μισέλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μισέλ Πικολί/Michel Piccoli Μισέλ Σερ/Michel Serres Μισέλ Τουρνιέ/Michel Tournier ΜισέλΤουρνιέ/Michel Tournier Μιχαήλ Θερβάντες/Miguel Cervantes Μιχαήλ Λέβι/Michael Loewy Μιχαήλ Μπακούνιν/Михаил Бакунин Μιχαήλ Μπαχτίν/Михаи́л Бахти́н Μιχαήλ Φουκώ/Michel Foucault Μιχαηλάγγελος Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni ΜΜΕ μουσική Μουσταφά Καγιάτι/Mustafa Khayati μοφερισμός/mofferism Μπαρούχ Σπινόζα/Baruch Spinoza Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπέλα Ταρ/Béla Tarr Μπέρναρντ Μάντεβιλ/Bernard Mandeville Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιόρκ Γκουμνστότερ/Björk Guðmundsdóttir Μπίφο Μπεράρντι/Bifo Berardi Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μπριζίτ Μπαρντό/Brigitte Bardot μυστικισμός Μώρις Ντρούρι/Maurice Drury Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Α. Μπερντγιάεφ/ Н/ А. Бердя́ев Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί Νέα Ζηλανδία νεοφιλελευθερισμός Νικολό Μακιαβέλλι/Niccolò Machiavelli Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νόρμπερτ Ελίας/Norbert Elias νους Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Ντ. Χάνκοκ/D. Hancock Ντεζιντέριος Έρασμος/Desiderius Erasmus Ντέιβιντ Λυντς/David Lynch Ντέιβιντ Μπομ/David Bohm Ντέιβιντ Ρικάρντο/David Ricardo Ντέιβιντ Χιούμ/David Hume Ντμίτρι Πρίγκοφ/Дми́трий При́гов Ντον Ντελίλο/Don Delillo Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott Ντονέλα Μήντοους/Donella Meadows Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Οδύσσεια οικονομία Οκτάβιος Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ομιλίες Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ούγος του Σαιντ Βίκτορ/Hugh of Saint Victor Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden Ουόλτ Ουΐτμαν/Walt Whitman Π.Μ.Σ. Χάκερ/P.M.S. Hacker παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης Παπάγος παπαρολογία παράδοση παραπληροφόρηση Πασκάλ Ενζέλ/Pascal Engel Πάσχος Μανδραβέλης Πέδρο Ματέο/Pedro Mateo Πέπη Ρηγοπούλου περιπέτεια Πέτρος Αρτάνης Πέτρος Κορνήλιος/Pierre Corneille Πέτρος Παπαθανασίου Πέτρος-Ιωσήφ Προυντόν/Pierre-Joseph Proudhon Πήτερ Γκητς/P.T. Geach Πήτερ Κρηφτ/Peter Kreeft Πήτερ Μπρουκ/Peter Brook Πήτερ Ουότκινς/Peter Watkins Πιέρ Κλαστρ/Pierre Clastres Πιέρ Μπουρντιέ/Pierre Bourdieu Πλαστήρας Πλάτωνας πλουραλισμός ποίηση πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική Ποτάμι προαίρεση προεκλογικά μηνύματα προλεταριάτο Προμηθέας προπαγάνδα Πωλ Βιριλιό/Paul Virilio Πωλ Βαλερύ/Paul Valery Πωλ Ζοριόν/Paul Jorion Πωλ Ζωγραφάκης Πωλ Λαφάργκ/Paul Lafargue Πωλ Ρικέρ/Paul Ricoeur Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ραούλ Σουρίτα/Raul Zurita Ρας Ρίις/Rush Rhees Ράσελ Τζάκομπι/Russel Jacobi Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρενέ Κλερ/ René Clair Ρέυμοντ Κάρβερ/Raymond Carver Ρίτα Γκαβέρα Ρίτσαρντ Κόμπντεν/Richard Cobden Ρίτσαρντ Μοράν/Richard Moran Ρίτσαρντ Ρόρτι/Richard Rorty Ροβεσπιέρος Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg ρομαντισμός Ρομπέρ Αντέλμ/Robert Antelme Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ρόμπερτ Μπράουνινγκ/Robert Browning Ρόμπερτ Οπενχάϊμερ/Robert Oppenheimer Ρόμπερτ Ρέντφορντ/Robert Redford Ρόμπερτ Φρανκ/Robert Frank Ρόμπερτ Χας/Robert Hass Ρομπέρτο Χουαρόθ/Roberto Juarroz Ρωσία Σαίξπηρ/Shakespeare Σαν Φρανσίσκο Σαρλ Μπωντλέρ/Charles Baudeilaire Σαρλ Μπωντλέρ/Charles Baudeilaire Σαρλ Πεγκί/Charles Péguy Σέρεν Κίρκεγκωρ/Søren Kierkegaard Σέσιλ ντε Μιλ/Cecil DeMille σθένος Σιγισμούνδος Φρόιντ/Sigmund Freud Σιμόνη Βέιλ/Simone Weil Σίμων Λέις/Simon Leys σινεμά Σίντνεϊ Λιουμέτ/Sidney Lumet Σίσυφος σκεπτικισμός Σκιπίων ο Αφρικανός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Žižek Σόνια σοσιαλδημοκρατία Σουηδία Σουν Τζου/ 孫子 σουρεαλισμός σοφία σοφιστική Σπύρος Κυριαζόπουλος σταλινισμός Σταμάτης Πολενάκης Στάνλεϊ Κάβελ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στέλιος Ράμφος Στεφάν Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανος Λουπάσκο/Stephan Lupasco Στέφανoς Ροζάνης Στήβεν Πίνκερ/Steven Pinker στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου Σύνταγμα σχετικισμός Σωκράτης σώμα Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot Τάκης Μίχας Τάλκοτ Πάρσονς/Talcott Parsons Τάσος Λάγγης ΤΒΧΣ Τέοντορ Αντόρνο/Theodor Adorno τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα Τζ. Ρ. Σάουλ/J. R. Saul Τζ. Στ. Μιλλ/J. St. Mill Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν/J.R.R. Tolkien Τζακ Α. Γκόλντστοουν/Jack A. Goldstone Τζέημς Μπάλντουιν/James Baldwin Τζένια Σενμπάουμσφελντ/G. Schönbaumsfeld Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Τζον Κ. Γκαλμπρέιθ/John K. Galbraith Τζον Λοκ/John Locke Τζον Μ. Κούτσι/John M. Coetzee Τζον Ρωλς/John Rawls Τζον Σερλ/John Searle Τζον Στάινμπεκ/John Steinbeck Τζον Φ. Κέννεντυ Τζον Φόουλς/John Fowles Τζον Χιούστον/John Houston Τζον Ώστιν/John Austin Τζορτζ Όργουελ/George Orwell Τζορτζ Στάινερ/George Steiner Τζόρτζιο Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Τζουζέπε Πίνοτ-Γκαλίτσιο/Giuseppe Pinot-Gallizio Τζούλια Κρίστεβα/Julia Cristeva Τόμας Πίντσον/ Thomas Pynchon Τόμας Ρηντ/Thomas Reid Τόμας Χομπς/Thomas Hobbes Τόνι Νέγκρι/Toni Negri Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τραγωδία Τρανσχιουμανισμός Τριλεκτική Μέθοδος Τρόικα Τσαρλς Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Τσαρλς Ντέιβενπορτ/Charles Davenport Τσαρλς Ράιτ Μιλλς/Charles Wright Mills Τσαρλς Σ. Περς/Charles S. Peirce Τσαρλς Τέιλορ/Charles Taylor Τσαρλς Φορτ/Charles Fort τυραννία Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach Υβ Μισώ/Yves Michaud υλισμός υπαρξισμός υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερδινάνδος Σελίν/Ferdinand Céline Φερνάντο Αρρραμπάλ/Fernando Arrabal Φερνάντο Πεσσόα/Fernando Pessoa Φίγκαρο Φιλανθρωπία φιλία Φίλιππος Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι/Фёдор Достоевский Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φραγκίσκος Λυοτάρ/François Lyotard Φραγκίσκος Φουρκέ/François Fourquet Φράνσις Μπέικον/Francis Bacon Φρανσουά Γκρουά/François Grua Φρανσουά Καραντέκ/François Caradec Φρανσουά Σιμιάν/François Simiand Φρανσουά Φουρκέ/François Fourquet Φρανσουά-Μαρί Βολταίρος/François-Marie Voltaire Φραντς Κάφκα/Frantz Kafka Φρειδερίκος Έμπερτ/Fredrich Ebert Φρειδερίκος Ένγκελς/Friedrich Engels Φρειδερίκος Μουρνάου/Friedrich Murnau Φρειδερίκος Νίτσε/Friedrich Nietsche Φρέντερικ Τέιλορ/Frederick Taylor Φρέντερικ Τζέιμσον/Frederick Jameson Φρήντριχ Γιάκομπι/Friedrich Jacobi Φρήντριχ Χάγιεκ/Friedriech Hayek φρίκη Φριτς Λάιστ/Fritz Leist φρμκ Φώτης Τερζάκης Χ. Λ. Μπόρχες/J. L. Borges Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ/H. M. Enzensberger χαρά Χάρβαρντ Χάρι Χόλε Χάρυ Γκουγκενχάιμ/Harry Guggenheim Χάρυ Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Χέγκελ/Hegel Χέερτ Μακ/Geert Mak Χέρμαν Μέλβιλ/Herman Melville Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse χιούμορ Χιροσίμα Χλόη Κολλύρη Χουάλ Βίβες/Juan Vives χρεοκοπία χρήμα Χρήστος Βακαλόπουλος χρόνος ψυχή ωφελιμισμός Bar Beduin beton7 BHL Biennale Bloomberg Bob Marley Bodies Bruce Springsteen Cinemarian D-503 dada dangerfew David Bowie DAVOS DOCUMENTA Einsatzgruppe D EMAF Frank Zappa Happyfew HighSpeedAcces Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Il Consigliere intothepill izi Jazz Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer Johnny Cash Keith Richards La Tribune lifestyle Malaguena memento mori Miles Davis Monty Python Muppet Show nem68 Nick Cave Nosotros RadioBubble Renty robe de chambre Salon De Vortex Scott Asheton Serajevomag sexbox socialmedia Tales from the Crypt TESTS! The Guardian TwixtLab urban hacking Vince Taylor Wall Street Journal WIRED wobblies Zabriskie Point Zoviets