21 Ιουλίου 2017

ΤΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ ΤΟΥ ΕΡΩΔΙΟΥ























Κατά την τελευταία συνδιάσκεψη των Σοφών (18/07/2017) σημειώθηκε καταρχήν έλλειψη απαρτίας καθώς έδωσαν το παρόν μόνο οι Αλφειός, Ίζι, Λυγκέας και Χόλοου, με αποτέλεσμα να αναβληθεί μέχρι νεωτέρας η λήψη καθοριστικών για το μέλλον του κόσμου αποφάσεων.

Παρ’ όλα αυτά η συζήτηση ήταν θερμή, ζωντανή και έντονη καθώς συζητήθηκαν, μεταξύ άλλων καυτών θεμάτων, και τα ζητήματα γύρω από το αν είμαστε προγραμματισμένοι ή αν έχουμε ελεύθερη βούληση. Εδώ εντοπίστηκαν μια σειρά από βαθιές αποκλίσεις απόψεων, αλλά και σημαντικές συγκλίσεις. Τις παραθέτουμε εδώ με συντομία.


1. Μια βασική απόκλιση εντοπίστηκε στον ορισμό της έννοιας «ελευθερία». Σύμφωνα με μια άποψη (Λυγκέας), η έννοια αυτή σημαίνει την απόλυτη ελευθερία ή απουσία προκαθορισμών, καθορισμών ή προγραμματισμών κάθε είδους, ακόμα και φυσικοβιολογικών. Για παράδειγμα, θεωρεί αναίρεση της ελευθερίας το γεγονός ότι δεν έχουμε τη φυσική δυνατότητα να πετάμε από μόνοι μας, ή να αλλάζουμε κατά βούληση την τροχιά της Γης, και οπωσδήποτε το γεγονός ότι ερχόμαστε σ’ ένα κόσμο ήδη διαμορφωμένο πριν από τη γέννησή μας. Στην άποψη αυτή, αντιπαρατέθηκε (Ίζι, Αλφειός, Χόλλοου) η γνώμη ότι πρόκειται για μια θέση που καθιστά την ελευθερία εξωπραγματική. Αντιπροτάθηκε λοιπόν μια διαφορετική ιδέα της ελευθερίας, σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη τέτοιου τύπου περιορισμών ούτε αναιρεί την ελευθερία, ούτε δεν αναιρεί την ελευθερία, διότι η ελευθερία αφορά σε μια δυνατότητα ή ικανότητα σε σχέση με αυτά που μπορούμε να κάνουμε· αν δηλαδή θα επιλέξουμε να τα κάνουμε έτσι ή αλλιώς, κι αν είμαστε πραγματικά ελεύθεροι να κάνουμε επιλογές εδώ (π.χ. αν θα φτιάξουμε ή όχι μια πυρηνική βόμβα, την οποία μπορούμε να φτιάξουμε).

2. Ανάγκη περισσότερου ξεκαθαρίσματος εντοπίστηκε στην έννοια της «βούλησης». Υποστηρίχτηκε (Ίζι) ότι η έννοια «ελευθερία της βούλησης» είναι πλεονασμός, διότι έχω βούληση σημαίνει «θέλω αυτό και όχι εκείνο», οπότε η βούληση είναι ελεύθερη. Η συζήτηση επ’ αυτού ανέδειξε ένα πρόβλημα, που αφορά στη διάκριση μεταξύ επιθυμίας και βούλησης. Πράγματι, φαίνεται ότι στην επιθυμία δεν υπάρχει ελευθερία: το «ποθώ αυτό» δεν τίθεται σε συνάρτηση, σύγκριση, επιλογή ως προς κάτι άλλο. Η επιθυμία σε πηγαίνει «σέρνοντας» προς το αντικείμενό της, όμως αυτό δεν ισχύει για τη βούληση: μπορεί κανείς να επιθυμεί σφοδρά κάτι, αλλά με τη βούλησή του να το αρνηθεί. Μια σειρά συγχύσεων λοιπόν, αναφορικά με το ζήτημα της ελευθερίας βούλησης ή του αυτεξούσιου προκύπτει από το μπέρδεμα μεταξύ επιθυμίας και βούλησης. Αυτό το μπέρδεμα πρέπει να λήξει.

3. Μια σημαντική απόκλιση εντοπίστηκε στην έννοια του «προγραμματισμού». Σημειώθηκε (Χόλοου) ότι η έννοια του προγραμματισμού σημαίνει την κατάρτιση μιας λίστας οδηγιών ή εντολών, την οποία ο προγραμματιζόμενος οφείλει να ακολουθεί απαρέγκλιτα, και ότι οι κοινωνικοί κανόνες δεν είναι ακριβώς κάτι τέτοιο. Παρατηρήθηκε (Λυγκέας) ότι αυτό κάνουν οι γονείς στα μικρά παιδιά τους: τα προγραμματίζουν να πάνε π.χ. σχολείο, να μάθουν να γράφουν, να περάσουν στο πανεπιστήμιο, κ.ο.κ. Αναγνωρίστηκε η σχετική βασιμότητα αυτού του επιχειρήματος, αλλά αντιπροτάθηκε (Χόλοου) ότι η εκμάθηση των κοινωνικών κανόνων από τους ανθρώπους δεν είναι μια μηχανική διαδικασία, δεν είναι σαν τον προγραμματισμό μηχανών, ούτε

19 Ιουλίου 2017

Μανιφέστα 30 | Ο homo faber είναι μύθος




«Σε όλα τα στάδια, οι τεχνολογικές επεκτάσεις και μετασχηματισμοί του ανθρώπου αποσκοπούσαν λιγότερο στην άμεση αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας της τροφής ή του ελέγχου της Φύσης, και περισσότερο στη χρησιμοποίηση των τεράστιων  εσωτερικών πόρων του και την έκφραση των λανθανουσών υπεροργανικών δυνατοτήτων του. Όταν δεν απειλούνταν από ένα εχθρικό περιβάλλον, η πλούσια, υπερενεργητική ─αν και συχνά ανορθολογική και δυσκολοκυβερνήσιμη─ νευρική οργάνωση του ανθρώπου πιθανό να ήταν μπελάς μάλλον παρά βοήθεια την επιβίωσή του. Αν πράγματι συνέβαινε αυτό, ο έλεγχός του πάνω στο ψυχοκοινωνικό περιβάλλον του μέσω της επεξεργασίας ενός κοινού συμβολικού πολιτισμού, ήταν πιο επιτακτική ανάγκη από τον έλεγχο πάνω στο εξωτερικό περιβάλλον.

Πάνω σε αυτή τη βάση, η εμφάνιση της γλώσσας ─που ήταν μια επίπονη κορύφωση των πιο στοιχειωδών μορφών έκφρασης και μεταβίβασης του νοήματος που διέθετε ο άνθρωπος─ ήταν ασύγκριτα σπουδαιότερη για την περαιτέρω ανθρώπινη ανάπτυξη από την κατασκευή μιας τεράστιας ποσότητας χειροπελέκεων. (…) Διότι μόνο όταν η γνώση και η πρακτική μπόρεσαν να ‘‘αποθηκευτούν’’ σε συμβολικές μορφές και άρχισαν να περνούν από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, κατέστη δυνατό να διαφυλαχτούν όλες οι πολιτισμικές κατακτήσεις και να μη σβήνουν μαζί με τη στιγμή που περνούσε ή με τη γενιά που χανόταν. (…)

Επομένως, όταν θεωρούμε τον άνθρωπο σαν ζώο που κατασκευάζει εργαλεία, παραλείπουμε τα κυριότερα κεφάλαια της ανθρώπινης προϊστορίας, στα οποία έλαβε χώρα μια αποφασιστικής σημασίας ανάπτυξη. Σε αντίθεση προς αυτό το στερεότυπο, στο οποίο δεσπόζει το εργαλείο, υποστηρίζω ότι ο άνθρωπος είναι κατά κύριο λόγο ζώο που χρησιμοποιεί το μυαλό του, κατασκευάζει σύμβολα και κυριαρχεί τον εαυτό του· και το κύριο κέντρο όλων των δραστηριοτήτων του βρίσκεται στον ίδιο του τον εαυτό. Αν ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτα στον εαυτό του, δεν θα μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα στον κόσμο που τον περιβάλλει.»

Λιούις Μάμφορντ, «Τεχνική και ανθρώπινη φύση»,
στο Η φωτιά του Προμηθέα,
μτφρ. Ζήσης Σαρίκας

15 Ιουλίου 2017

Στον κόσμο όπου σβήνει η αλήθεια



«Από νωρίς στη ζωή μου είχα καταλάβει πως οι εφημερίδες δεν μεταδίδουν ποτέ σωστά τα γεγονότα, αλλά στην Ισπανία είδα για πρώτη μου φορά να γράφονται ρεπορτάζ που δεν είχαν καμιά σχέση με τα γεγονότα, ούτε καν με την έννοια του συνηθισμένου ψέμματος. Είδα στις εφημερίδες ρεπορτάζ για εντελώς ανύπαρκτες ‘‘μεγάλες μάχες’’, ενώ την ίδια στιγμή δεν έλεγαν λέξη για γεγονότα στα οποία είχαν σκοτωθεί εκατοντάδες άνθρωποι. Είδα να συκοφαντούν αποκαλώντας ‘‘δειλούς’’ στρατιώτες που είχαν πολεμήσει με γενναιότητα, ενώ άλλους, που δεν είχαν ρίξει ούτε μια ντουφεκιά, να τους εξυμνούν σαν ήρωες ανύπαρκτων θριάμβων. Είδα τις εφημερίδες του Λονδίνου να μοσχοπουλούν αυτά τα ψέμματα και διανοούμενους να υψώνουν συγκινησιακούς πύργους πάνω σε γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ. (…)

Αυτό το πράγμα με τρομάζει, διότι μου δίνει την αίσθηση ότι η ίδια η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας σβήνει από τον κόσμο. Τρέμω στην ιδέα ότι όλα αυτά τα ψέμματα κι οι συκοφαντίες μπορεί να περάσουν στην ιστορία. Πώς θα γραφτεί άραγε η ιστορία του Ισπανικού πολέμου; (…)

Γνωρίζω καλά πως είναι πια της μόδας να θεωρείται, ότι είναι ψέμματα τα περισσότερα από όσα έχουν γραφτεί για την Ιστορία. Δεν έχω πρόβλημα να δεχτώ ότι, πράγματι, η γραπτή Ιστορία κατά κύριο λόγο είναι μεροληπτική και βρίθει αναληθειών. Όμως η εποχή μας έχει εγκαταλείψει την ίδια την ιδέα ότι η Ιστορία μπορεί να γραφτεί αμερόληπτα και με σεβασμό στην αλήθεια.

Στο παρελθόν, οι άνθρωποι έγραφαν συνειδητά ψέμματα ή, χωρίς να το καταλαβαίνουν, χρωμάτιζαν μεροληπτικά αυτά που έγραφαν· ή πάλι αγωνίζονταν να εντοπίσουν και να γράψουν την αλήθεια, γνωρίζοντας καλά ότι μπορεί να κάνουν πολλά σφάλματα. Σε κάθε περίπτωση όμως, πίστευαν ότι ‘‘τα πραγματικά γεγονότα’’ υπήρξαν και ότι θα μπορούσε κανείς, αν ήθελε, να τα ανακαλύψει. (…)

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ναζιστικής θεωρίας είναι ακριβώς ότι αρνείται πως υπάρχει ‘‘η αλήθεια’’. Κατ’ αυτήν δεν υπάρχει ‘‘η επιστήμη’’· υπάρχει μόνο ‘‘η Γερμανική επιστήμη’’, ‘‘η Εβραϊκή επιστήμη’’, κ.ο.κ. Σε αυτό το είδος σκέψης, το ‘‘αντικειμενικό’’ είναι ένας εφιαλτικός κόσμος, όπου ο Ηγέτης, ή κάποια κυρίαρχη κλίκα, δεν ελέγχει μόνο το μέλλον αλλά και το παρελθόν. Αν ο Ηγέτης πει ότι το τάδε γεγονός ‘‘δεν συνέβη ποτέ’’, ε τότε δεν συνέβη! Αν πει ότι ‘‘δυο και δυο κάνουν πέντε’’, ε τότε κάνουν πέντε.

Αυτό με τρομάζει πολύ περισσότερο από τις βόμβες ─κι από αυτά που έζησα τα τελευταία χρόνια σας διαβεβαιώνω ότι δεν το λέω ελαφρά τη καρδία.»

υπάρχει στοThe Collected Essays, Journalism and Letters of George Orwell, τ. 2
επιμέλεια Σόνια Όργουελ και Ίαν Άνγκους (1968)


Σημ.HS. Ασφαλώς, τα όσα λέει η πρώτη παράγραφος θεωρούνται πια από τους πάντες εντελώς δεδομένα. Ωστόσο, η ουσία βρίσκεται στις επόμενες παραγράφους για το σβήσιμο της ίδιας της ιδέας της «αντικειμενικής αλήθειας» και εκεί νομίζω ότι οι περισσότεροι θα μαγκωθούν ολίγον τι, αφού αυτό που τότε ο Όργουελ κατέγραφε σαν «μόδα», σήμερα είναι κυρίαρχη ιδέα. Προτείνω να διαβαστεί μαζί με αυτό εδώ.



29 Ιουνίου 2017

Εκπομπή #43 | Φαρενάιτ 110



Μια πα-ρα-λη-ρη-μα-τι-κή εκπομπή με 43ο C υπό ανεμιστήρα κλείνει τον Δ’ κύκλο των εκπομπών μας στο RadioBubble! Πώς κάποιοι λύνουν στο άψε-σβήσε το πολύπλοκο ερώτημα περί της «ταυτότητος», που επί αιώνες ταλαιπώρησε τους σοφούς. Αλυσοδεμένοι στο σπήλαιο ενώ η ελευθερία μάς καίει την ψυχή! Οι δομές, τα συμβολικά συστήματα, οι ΙΜΚ και το χρυσό κλουβί του στρουκτουραλισμένου «υποκειμένου». Σύντομο ιστορικό: πώς φτάσαμε από τη σιγουριά πως όταν κάνουμε κάτι, το κάνουμε εμείς αυτοπροσώπως, στην υποψία ότι αντί για εμάς το κάνουν κάτι ξώφαλτσα lapsus απωθημένων ενορμήσεων και από εκεί, κατρακυλώντας, στη βεβαιότητα ότι το υποκείμενο απλά «δεν υπάρχει». Τι λέτε ρεεεεε!!! Φως στο κελί: οι «μεταστρουκτουραλιστικές» ανάσες. Εμείς όμως το πάμε ακόμα παρακάτω! Και με μουσική που σπάει τον καύσωνα κομματάκια!

15 Ιουνίου 2017

Η συνείδηση είναι το τελευταίο καταφύγιο των ρομαντικών (και τους έχουμε περικυκλώσει!)

Με μια σύντομη ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι, κι ένα ποίημα του Ρέϋμοντ Κάρβερ


ΤΙ  ΕΙΠΕ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ

Είπε  δεν δείχνει καλά
Είπε  δείχνει άσκημα, στην πραγματικότητα πολύ άσκημα
είπε  μέτρησα τριάντα δύο από αυτούς στον ένα πνεύμονα πριν
εγώ σταματώ να τους μετρώ
είπα  χαίρομαι δεν θα ήθελα  να ξέρω
πως υπάρχουν εκεί περισσότεροι από τόσους
είπε  είσαι θρησκευόμενος  άνθρωπος γονατίζεις
στα δάση και αφήνεις  τον εαυτό σου  να ζητήσει βοήθεια
όταν  φτάνεις σε κάποιο καταρράκτη
με  την ομίχλη να φυσά στο πρόσωπο και στην αγκαλιά σου
σταματάς  και ζητάς κατανόηση  εκείνες τις στιγμές
είπα  όχι ακόμα σκοπεύω  όμως να ξεκινήσω σήμερα
είπε  λυπάμαι πραγματικά είπε
μακάρι  να είχα κάποια άλλα νέα να σου πω
είπα  Αμήν και είπε κάτι άλλο
δεν τό’πιασα και μη ξέροντας τι άλλο να κάνω
κι  επειδή δεν ήθελα  να υποχρεωθεί να το επαναλάβει
κι  εγώ να πρέπει να το χωνέψω εντελώς
απλώς τον κοίταξα
για ένα λεπτό και  με κοίταξε κι εκείνος  και ήταν τότε
που πετάχτηκα πάνω και  έσφιξα τα χέρια με αυτόν τον άνθρωπο  που μόλις μου είχε δώσει
κάτι  που κανείς άλλος  στη γη δεν μου  είχε δώσει ποτέ
μπορεί  να τον ευχαρίστησα  κιόλας—η συνήθεια είναι πολύ δυνατή

Raymond Carver, 1987
μτφ. Μαρία Φακίνου, περιοδικό  Ποίηση τεύχος 30

13 Ιουνίου 2017

Όταν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα | Γιατί η Χιλή, είναι τόσο κοντά




Ο Ραούλ Σουρίτα γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1950. Σπούδασε στο Σαντιάγο και στο Βαλπαραΐσο. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, ημέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος, συλλαμβάνεται στο Πανεπιστήμιο του Βαλπαραΐσο και κλείνεται μαζί με άλλους στο αμπάρι ενός πλοίου. Όπως αφηγείται ο ίδιος σε μια συνέντευξή του, τη στιγμή της σύλληψης είχε στην τσέπη του τα ποιήματα της πρώτης του συλλογής. Όταν κάποιος στρατιωτικός ανακάλυψε τα χειρόγραφα, τα πέρασε για συνθηματικό κώδικα, με αποτέλεσμα να ξυλοκοπηθεί άγρια. Όταν, τελικά, ανακάλυψαν ότι επρόκειτο απλώς για ποιήματα, τα άρπαξαν, τα έσχισαν και τα πέταξαν στη θάλασσα.(….)Το 1989 τιμήθηκε με το Βραβείο Πάμπλο Νερούδα και το 2000 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Χιλής. Ο Σουρίτα υπήρξε μέλος και συνιδρυτής της ριζοσπαστικής καλλιτεχνικής ομάδας CADA, η οποία έδρασε τα χρόνια της δικτατορίας, κάνοντας προκλητικές καλλιτεχνικές δράσεις πολιτικού χαρακτήρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Σουρίτα νοίκιασε αεροπλάνα για να γράψει αποσπάσματα από το ποίημά του (“La vita nueva”) πάνω από το Μανχάταν και αργότερα σχημάτισε τη φράση Ni Pena Ni Miedo  (Χωρίς πόνο, χωρίς φόβο) στην έρημο Ατακάμα της Χιλής.Τα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ, ανήκουν στη συλλογή ΙΝRΙ, που εκδόθηκε το 2003 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Στο έργο αυτό, ο ποιητής επιχειρεί να μιλήσει για την πληγή και το πένθος. Το ΙΝRΙ είναι ένα μεγάλο έργο, ένα ρέκβιεμ για τους χιλιάδες αγνοούμενους και δολοφονημένους από το αιματοβαμμένο καθεστώς του Πινοσέτ, που βασανίζονταν, δολοφονούνταν, εξαφανίζονταν, και τα κορμιά τους πετάγονταν από ελικόπτερα στα ηφαίστεια και στη θάλασσα της Χιλής.

Εισαγωγή-μετάφραση:  Σταμάτης Πολενάκης
από το δεύτερο τεύχος του περιοδικού [ΦΡΜΚ]

02 Ιουνίου 2017

Εκπομπή #42 | Η κοινωνία ως «σύστημα πίστης»


Από το «ανεπικοινώνητο» των συναισθημάτων στην οντολογία της επικοινωνίας. Το καλοκαίρι δεν έρχεται για όλους. Δεν είμαστε αθάνατοι, αλλά δε γίνεται να πεθαίνουμε με το βούρδουλα στην πλάτη. Σύνοψη των εκπομπών 40 και 41. Τα θεμελιακά χαρακτηριστικά της (επι)κοινωνίας. Το συλλογικό υποκείμενο ως «σύστημα αλληλοαναγνώρισης». Όχι, δεν πρόκειται για γιγάντιο άτομο, ούτε και για άθροισμα ατόμων. Επιλογή από τα καλύτερα μουσικά κομμάτια μας. Δεν κάνουμε πίσω!

30 Μαΐου 2017

Σχετικά με το «ανεπικοινώνητο» των αισθημάτων και του βιώματος


Όπως φάνηκε κι από πρόσφατες συζητήσεις μας, το ζήτημα που θα θίξουμε σήμερα έρχεται και ξανάρχεται, και απηχεί μια άποψη τόσο πολύ διαδεδομένη όσο και κρίσιμη για την αντίληψη των προβλημάτων που παρουσιάζει η κοινωνική σχέση, ώστε είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε την θέση μας.

Το ζήτημα αυτό είναι η άποψη για το ριζικά «ανεπικοινώνητο» των αισθημάτων και του βιώματος, η οποία συνοπτικά αλλά πολύ καθαρά υποστηρίζει το εξής: «Το αίσθημα δεν επικοινωνείται ποτέ κυριολεκτικά, ακόμα και ανάμεσα σε ερωτευμένους, ή σε ανθρώπους που επιβεβαιωμένα αγαπιούνται. Περιγράφεται γλαφυρά, ποιητικά, όμως κυριολεκτικά δεν μεταφέρεται. Δεν μπορώ να αισθανθώ ακριβώς ούτε τι περνάς, ούτε τι έχεις περάσει, ούτε πώς το αισθάνεσαι και βιώνεις, ούτε πως το έχεις αισθανθεί και βίωσες. Αυτό το γεγονός περιορίζει την επικοινωνία  συντελεστικά».

Σύμφωνα με αυτή την άποψη λοιπόν, ανεξάρτητα από την ποιότητα της κοινωνικής σχέσης υπάρχει κάτι στην ίδια τη φύση των αισθημάτων και του βιώματος, στην ίδια τη φύση του ανθρώπου, που τα καθιστά ριζικά ανεπικοινώνητα, που αποκλείει την άμεση πρόσβαση του ενός στα αισθήματα και το βίωμα του άλλου, κιι έτσι περιορίζει καταλυτικά την επικοινωνία και κατ’ επέκταση την ποιότητα της κοινωνικής σχέσης: όσο κι αν προσπαθήσουμε, δηλαδή, να συναισθανθούμε ο ένας τον άλλον και να χτίσουμε μεταξύ μας σχέσεις βαθιάς επικοινωνίας, σε τελική ανάλυση στον πυρήνα της υπαρξής μας είμαστε και θα είμαστε για πάντα «ξένοι» μεταξύ μας και «μόνος του» ο καθένας.

Τη θέση αυτή τη θεωρούμε απαράδεκτη. Πρόκειται καθαρά ένα λεκτικό σχήμα, η παγίδα του οποίου βρίσκεται στις μικρές προτάσεις που λένε: «Δεν επικοινωνείται ποτέ κυριολεκτικά», «κυριολεκτικά δεν μεταφέρεται», «δεν μπορώ να αισθανθώ ακριβώς...». Τι εννοεί κανείς με αυτά; Τι θα μπορούσε να είναι μια «κυριολεκτική» επικοινωνία ενός αισθήματος, μια «κυριολεκτική» μεταφορά του και το να αισθανθεί κανείς «ακριβώς» αυτό που αισθάνεται ο άλλος;

Ας το δούμε. Προφανώς κάτι τέτοιο εννοεί ότι λ.χ. βαράω κατά λάθος το δάχτυλό μου με το σφυρί, φωνάζω απ' τον πόνο, έρχεστε απ’ το διπλανό και με ρωτάτε «τι έπαθες;» κι εγώ σας λέω: «Τι να σας πω και τι να καταλάβετε. Βάρεσα το δάχτυλό με το σφυρί, αλλά είναι αδύνατο να σας μεταφέρω κυριολεκτικά το πώς ένιωσα και να το αισθανθείτε ακριβώς … χμμμ … εκτός κι αν σας βαρέσω κι εσάς μια με το σφυρί στο δάχτυλο!». Κουφό;

Αλλά να το συνεχίσουμε. Οπότε κι εσείς, για να γλυτώσετε τη σφυριά, απαντάτε: «Μα ούτε κι έτσι θα αισθανούμε ακριβώς αυτό που αισθάνθηκες, διότι είναι άλλο το δικό μας δάχτυλο κι άλλο το δικό σου, άλλοι οργανισμοί εμείς κι άλλος εσύ, άσε που η ροπή του χτυπήματος δεν θα είναι ακριβώς η ίδια», κ.λπ. Θεόκουφο;

Ας το δούμε κι από μια άλλη οπτική γωνία. Χτυπάω ο ταλαίπωρος με το σφυρί κι εσείς με κοιτάζετε απαθώς, χωρίς κανένα μορφασμό, ίσως με κάποια απορία μόνο, ενώ φωνάζω απ' τον πόνο. «Ρε αναίσθητα γομάρια!», σας λεω κι εσείς απαντάτε ατάραχοι: «Μα τι εννοείς; Αφού δεν ξέρουμε ακριβώς τι ένιωσες, τι να αισθανθούμε δηλαδή και τι να συναισθανθούμε; Μεταφορικά δεν αισθάνεται κανείς». Θεοπάλαβο;

Θα το προχωρήσουμε όμως κι άλλο, για να φανεί ακόμα πιο καλά η παγίδα του λεκτικού σχήματος με τα «κυριολεκτικά» και τα «ακριβώς» των αισθημάτων και του βιώματος. Έρχεται λοιπόν κι ο αδερφός μου και μου λέει: «Πωπώ, πρόσεχε ρε παιδί με τα σφυριά, και πριν ένα μήνα είχες πάθει το ίδιο!», οπότε εγώ του απαντώ: «Και πώς μπορώ να ξέρω αν είχα πάθει το ίδιο ακριβώς αφού δεν είναι σίγουρο ότι τότε βίωσα ακριβώς το ίδιο με αυτό που νιώθω τώρα;». Αποθέωση!

Και όμως, αυτά τα περίεργα εννοεί το λεκτικό σχήμα που είπαμε, χτίζοντας πάνω στα «κυριολεκτικά» και τα «ακριβώς» την ιδέα του ανεπικοινώνητου των αισθημάτων και του βιώματος.

Αλλά ευτυχώς, η επικοινωνία δεν παίζεται με τους όρους αυτού του λεκτικού σχήματος, δεν παίζεται στο «κυριολεκτικά» και το «ακριβώς» ─αλλά ούτε και στο «μεταφορικά» και το «περίπου»!─, διότι αυτά είναι λέξεις που όταν χρησιμοποιούνται με αυτό τον τρόπο, δηλαδή καταχρηστικά, είναι κενολογίες που απλώς προκαλούν σύγχυση. Το να συναισθανθείς τον άλλον δεν είναι ζήτημα «κυριολεξίας», ούτε «ακριβούς σύμπτωσης συναισθημάτων». Ούτε είναι ζήτημα «γλαφυρότητας» και «ποιητικότητας». Δεν παίζεται ούτε στο «ακριβώς» , ούτε στο «περίπου». Γι' αυτό το λόγο όταν κάποιος χτυπάει άσχημα μπροστά μας, μορφάζουμε από πόνο κι αγωνία εμείς οι ίδιοι! Ή μας πιάνει ευχάριστη διάθεση όταν τον βλέπουμε να γελάει από χαρά!

Είναι όμως το ζήτημα αυτό θέμα απλώς λεκτικής παγίδας; Όχι. Η λεκτική παγίδα έρχεται να τσιμεντάρει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Πρόκειται για το πολύ πραγματικό γεγονός ότι μπορεί κανείς να επιλέξει να μη φανερώσει αυτό που βιώνει ή αισθάνεται, ή να υποκριθεί κι ακόμα να παίξει «θέατρο»: να δείξει ότι δεν πονάει ενώ πονάει, ή να καμωθεί πως υποφέρει ενώ απλά θέλει να μας πιέσει για να του κάνουμε το χατήρι. Αυτό μάλιστα γίνεται τις περισσότερες ίσως φορές κι είμαστε εκπαιδευμένοι να «κρυβόμαστε», ή να υποκρινόμαστε και να «παίζουμε θέατρο» με τις σκέψεις μας, μ’ αυτά που αισθανόμαστε και βιώνουμε, για πολλούς και διάφορους λόγους ─χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι όλοι τους παράλογοι, ή εξουσιαστικά επιβεβλημένοι: π.χ. μπορεί κανείς να κρύβει ότι πονάει όταν κρίνει πως έτσι μπορεί να εμψυχώσει τους συντρόφους του.

Από εδώ όμως, πατώντας πάνω σ’ αυτό το πολύ πραγματικό δεδομένο της ζωής μας, κάνουμε το λάθος να θεωρούμε πως τα αισθήματα και τα βιώματά μας είναι καθεαυτά ανεπικοινώνητα, δηλαδή να νομίζουμε ότι ανήκουν σε κάτι το «πολύ εσωτερικό» δικό μας, στο οποίο ο άλλος δεν μπορεί ποτέ να έχει πρόσβαση ─οπότε, υποτίθεται, δεν μπορούμε να του το μεταφέρουμε «κυριολεκτικά» και να αισθανθεί «ακριβώς» αυτό που αισθανόμαστε.

Ωστόσο είναι άλλο τ' ότι επιλέγουμε να μη φανερώνουμε σκέψεις, αισθήματα ή το βίωμά μας, και τελείως άλλο να θεωρούμε πως αυτά είναι αυτά καθαυτά ανεπικοινώνητα, ότι ο άλλος δεν μπορεί να καταλάβει τι αισθανόμαστε, να μας συναισθανθεί, να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά πάνω στα βιώματα ή τα αισθήματά μας, ότι είναι αδύνατο να έχει πρόσβαση σε αυτά!

Το ότι συγχέουμε αυτά τα δυο είναι λάθος και το λάθος αυτό έχει να κάνει μ' ένα βαθύτερο δυΐσμό, ο οποίος χωρίζει το σώμα με τις εκδηλώσεις του από την ψυχή. Θεωρούμε δηλαδή πως όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο να λυπάται, δεν βλέπουμε τη λύπη του αλλά μόνο την «εξωτερική» εκδήλωση (στις μυΐκές συσπάσεις του προσώπου και του σώματός του) μιας «εσωτερικής» ψυχικής κατάστασης, στην οποία είναι αδύνατο να έχουμε «άμεση πρόσβαση».

Αυτό είναι λάθος! Όταν ο άλλος δεν κρύβεται, ούτε παίζει θέατρο, τότε αυτό που βλέπουμε όταν τον βλέπουμε να λυπάται, είναι η λύπη του, κι όταν το βλέπουμε να γελάει, βλέπουμε τη χαρά του. Γι' αυτό νιώθουμε τότε κι εμείς χαρά, ή αν τον βλέπουμε να σφαδάζει, αγωνιούμε και σφιγγόμαστε σαν να πονάμε εμείς οι ίδιοι.

Επομένως, το πρόβλημα στην επικοινωνία δεν βρίσκεται στο υποτιθέμενο ανεπικοινώνητο των αισθημάτων και του βιώματος (ή και των σκέψεων, που επίσης μπορούμε να επιλέξουμε αν θα φανερώσουμε στον άλλον ή όχι). Βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στο «κρύψιμο», την «υποκρισία» και το «θέατρο» από τη μια πλευρά  και βέβαια στην ποιότητα της ενσυναίσθησης και της ευαισθησίας από την άλλη. Δεν είναι δηλαδή ένα πρόβλημα της «φύσης» των αισθημάτων και του βιώματος, δεν είναι πρόβλημα της «ανθρώπινης φύσης», αλλά της ανθρώπινης κοινωνικής σχέσης και της ποιότητάς της.


Με αυτά δεν θέλω με τίποτα να πω ότι μια ποιοτική ανθρώπινη σχέση στηρίζεται στη χύμα «φανέρωση» των πάντων! Όποιος έχει δει από κοντά την εφαρμογή τέτοιου τύπου «λύσεων», γνωρίζει πως δεν είναι παρά διανοουμενίστικες σαχλαμάρες, με την έννοια ότι θεωρούν πως αν το πρόβλημα είναι Α, η λύση του είναι να κάνουμε το ανάποδο (κάτι σαν το «έχουν οι άλλοι κοντά μαλλιά; εμείς τ' αφήνουμε να φτάσουν στο πάτωμα» κι αυτό μας κάνει ό,τι δεν είναι αυτοί). Τέτοιες φόρμουλες οδηγούν σε βαρβαρότητες χειρότερες καμιά φορά από αυτή που θέλουν να πολεμήσουν. Γι' αυτό λοιπόν απαιτούνται ποιοτικά κριτήρια στην προσπάθεια μετασχηματισμού της κοινωνικής σχέσης, με πρώτο και υπέρτατο το εξής γνωστό όσο και δύσκολο:

Αν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αλλά αγάπη δεν έχω, έχω γίνει χαλκός που ηχεί ή κύμβαλο αλαλάζον. Κι αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και ξέρω τα μυστήρια όλα κι όλη τη γνώση, κι αν έχω όλη την πίστη ώστε να μετακινώ βουνά, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν είμαι. Κι αν πουλήσω όλα τα υπάρχοντά μου για να τραφεί ο κόσμος, κι αν ακόμα παραδώσω το σώμα μου για να καώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, ευεργετεί και ωφελεί, δε ζηλεύει, δεν ξιπάζεται, δε φουσκώνει από υπερηφάνεια, δε συμπεριφέρεται άσχημα, δε ζητά τα συμφέροντά της, δεν παροξύνεται, δε λογίζεται το κακό, δε χαίρει για την αδικία, συγχαίρει όμως στην αλήθεια. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει.
«Ουτοπικό»; «Ανορθολογικό»; Ε, αφού μας θέλουμε ρεαλιστές κι ορθολογικούς, ας απαλλαχτούμε τότε από την πραγματική παράλογη λεκτική παγίδα για το «ανεπικοινώνητο» που προανέφερα ... και μετά βλέπουμε.




21 Μαΐου 2017

Ακόμα κι απ' το σκοτεινότερο σύννεφο μπορεί να περάσουν ακτίνες φωτός



«(…)Μια μέρα ξεκίνησα νωρίς το πρωί μαζί με κάποιον άλλο για να στήσουμε ενέδρα και να πυροβολήσουμε φασίστες στα χαρακώματα έξω από την Ούεσκα. Οι γραμμές μας απείχαν από των φασιστών γύρω στα 280 μέτρα. Απ’ αυτή την απόσταση τα παλιοντούφεκά μας δεν μπορούσαν να βρουν στόχο, αν όμως μπορούσες να πλησιάσεις τα φασιστικά χαρακώματα στα ενενήντα κάτι μέτρα τότε, με λίγη τύχη, θα κατάφερνες να χτυπήσεις κανένα από δαύτους ανάμεσα από κάποιο κενό στα προχώματα. Δυστυχώς, το μεταξύ μας έδαφος ήταν ένα επίπεδο χωράφι όπου δεν έβρισκες πουθενά να καλυφθείς πέρα από κάτι λάκκους, και μάλιστα έπρεπε να φτάσεις ώς εκεί έρποντας μέσα στη νύχτα και να γυρίσεις με το χάραμα, πριν ξημερώσει καλά-καλά. 

Τούτη τη φορά οι φασίστες δεν ξεμύτισαν και χρειάστηκε να παραφυλάμε στο λάκκο ίσαμε που μας έπιασε το φως της μέρας. Ήμασταν κρυμμένοι μέσα σ’ ένα χαντάκι, αλλά πίσω μας ήταν 280 μέτρα ίσωμα χωρίς κανένα σημείο να κρυφτεί όχι άνθρωπος αλλά μήτε λαγός. Πασχίζαμε να μείνουμε ήρεμοι όταν ξαφνικά ακούστηκε ένα μουγκρητό από τον ουρανό και συναγερμός από σφυρίχτρες στο φασιστικό χαράκωμα. Έρχονταν δικά μας αεροπλάνα. Τότε, ένας απ’ αυτούς, θέλοντας ίσως να μεταφέρει κάποιο μήνυμα στο αρχηγείο τους, πήδηξε έξω απ’ το χαράκωμά τους και βάλθηκε να τρέχει κατά μήκος του προχώματος χωρίς να παίρνει καμιά προφύλαξη. Ήταν μισοντυμένος και βαστούσε το παντελόνι του και με τα δυο του χέρια καθώς έτρεχε. 

Αρνήθηκα να πυροβολήσω αυτόν τον άνθρωπο. Είν’ αλήθεια πως δεν είμαι δεινός σκοπευτές και το πιθανότερο είναι πως δεν θα κατάφερνα να τον πετύχω έτσι που έτρεχε ενενήντα τόσα μέτρα μακριά. Άλλωστε είχα το νου μου κυρίως στο να βρω την ευκαιρία να επιστρέψω στο χαράκωμά μας τώρα που οι φασίστες είχαν στρέψει όλη τους την προσοχή στ’ αεροπλάνα. Όμως ο λόγος που δεν τον πυροβόλησα ήταν κατά βάση επειδή τον έβλεπα να τρέχει έτσι αφύλαχτος βαστώντας τα παντελόνια του. Είχα έρθει εδώ για να σκοτώσω ‘‘φασίστες’’, αλλά ένας άνθρωπος που τρέχει πασχίζοντας να βαστήξει τα παντελόνια του δεν είναι ‘‘φασίστας’’, είναι απλά ένας συνάνθρωπος, όμοιος μ’ εσένα και δεν σου κάνει καρδιά να τον πυροβολήσεις.

Τι δείχνει αυτό το περιστατικό; Όχι πολλά πράγματα, διότι είναι κάτι που συμβαίνει και συνέβαινε πάντα σε όλους τους πολέμους.(…)»



Σημ. HS. Ο τίτλος είναι παράφραση του όμορφου κινέζικου ρητού που λέει «Ακόμα και το σκοτεινότερο σύννεφο έχει ένα ασημένιο περίγραμμα». Και κάτι ακόμα, σαν ιστορική υπενθύμιση. Είμαστε στα ογδόντα χρόνια γύρω από τις μέρες της Γκερνίκα ή Γκουέρνικα (του γεγονότος και του πίνακα) και σχεδόν πάνω στις τραγικές «Μέρες του Μάη» στον ισπανικό εμφύλιο.




07 Μαΐου 2017

Μανιφέστα 30 | Ερμηνεία και αλλαγή του κόσμου



Δεν αρκεί ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Αυτό πασχίζαμε ανέκαθεν. Μα ο κόσμος αλλάζει και χωρίς εμάς. Πρέπει λοιπόν, επίσης, να ερμηνεύουμε τον κόσμο. Ακριβώς για να τον αλλάξουμε. Ώστε ο κόσμος να μην αλλάζει χωρίς εμάς. Και για να μην οδηγηθούμε στο τέλος σ’ ένα κόσμο χωρίς εμάς.

Γκύντερ Άντερς, Η Απαρχαίωση του Ανθρώπου, τ. 2  
- Η ψυχή στην εποχή της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης 

Σημ. HS. Παλιός γνωστός μας, εδώ, ο Άντερς. Ας θυμίσω μόνο μια αρκετά παλιότερη ανάρτησή μας από τον πρώτο τόμο της Απαρχαίωσης: Ο κόσμος σαν φάντασμα και σαν matrix...


 

03 Μαΐου 2017

Καταστασιακή Διεθνής | Συζήτηση του HS με τον Ελευθεριακό



Καθίστε στη σκιά, πάρτε χαρτιά, μολύβια και οπωσδήποτε μια παγοκύστη για το κεφάλι, 
κι απολαύστε μια 3ωρη+ παρουσίαση της καταστασιακής περιπέτειας από τον HollowSky και την Άλμα στον εξαιρετικό φίλο Ελευθεριακό, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά και γι’ αυτή τη δουλειά του και για όλες τις προηγούμενες και τις επόμενες ─θησαυρός κανονικός, ψάξτε τον αν δεν το έχετε κιόλας κάνει!

Καλό μήνα!

26 Απριλίου 2017

Προσοχή στις απομιμήσεις!

Διαψεύδουμε έντονα τις φήμες ότι το παρακάτω βίντεο είναι από εκπομπή των Dangerfew! Θα μπορούσε ίσως, αλλά όποιος ξέρει να διακρίνει τις κρίσιμες διαφορές καταλαβαίνει αμέσως πως δεν είναι! 



 

08 Απριλίου 2017

Εκπομπή #41 | Από το "εγώ" στο "εμείς" και πάλι πίσω



Τι είναι κοινωνική σχέση, μέρος δεύτερο. Γιατί δεν είναι «κοινωνικό συμβόλαιο». Η ατομιστική ματιά στο κοινωνικό το μεταμορφώνει σε οπτασία. Είμαστε τούβλα; Είναι η κοινωνική σχέση το (πιθανόν και αλλιεργογόνο) τσιμέντο που μας δένει μεταξύ μας; Μήπως είναι μια σκέτη ιδέα ή τελοσπάντων κάτι σαν συμβόλαιο; Έχει πραγματική υπόσταση το «εμείς»; Οι περιπέτειες των προσωπικών αντωνυμιών. Μουσική από άλλη διάσταση.



05 Απριλίου 2017

Αιχμάλωτες λέξεις | Ριζική κριτική του σολιψισμού 6



Norbert Elias (1897-1990)

«Ένα από τα περισσότερο ελπιδοφόρα πρότυπα εννοιών της καθημερινής μας γλώσσας που ξεφεύγουν από την πραγμοποίηση, το συναντάμε στις προσωπικές αντωνυμίες. Είναι βέβαια πασίγνωστο ότι τις χρησιμοποιούμε και στις κοινωνικές επιστήμες για να επινοήσουμε τις δικές τους έννοιες. Όμως από τον τρόπο που το κάνουμε αυτό στη σύγχρονη εποχή, βλέπουμε ξεκάθαρα τη δύναμη που ασκεί πάνω μας μια συγκεκριμένη παράδοση, η οποία υποχρεώνει τη σκέψη μας να μετασχηματίζει τις σχέσεις σε στατικά αντικείμενα αποκομμένα από κάθε σχέση.

Για παράδειγμα, ενώ στην καθημερινή γλώσσα χρησιμοποιούμε την προσωπική αντωνυμία ‘‘εγώ’’ για να επισημάνουμε το πρόσωπο που λέει κάτι, όταν περνάμε στην επιστήμη αυτή η αντωνυμία χρησιμοποιείται ξαφνικά σαν ουσιαστικό [‘‘το Εγώ’’]! Έτσι, με βάση το τι χρησιμοποιούμε ως ουσιαστικό στο λόγο μας, αυτή η ουσιαστικοποιημένη πλέον αντωνυμία μοιάζει ν’ αναφέρεται σε κάποια μοναδική, ανεξάρτητη κι απομονωμένη οντότητα. Αυτό ‘‘το Εγώ’’, όπως το χρησιμοποιούν ο Φρόυντ ή ο Τάλκοτ Πάρσονς, αποτελεί ένα θαυμάσιο παράδειγμα του μετασχηματισμού μιας έννοιας που αναφέρεται στη σχέση σε μια έννοια που αναφέρεται σ’ ένα πράγμα.

Ο τρόπος με τον οποίο ένας κοινωνιολόγος σαν τον Πάρσονς χρησιμοποιεί το ‘‘εγώ’’, αποδεικνύει τη δύναμη που ασκεί πάνω μας ο ατομοκεντρικός τρόπος σκέψης. Είναι πράγματι εντελώς χαρακτηριστικό ότι αποκόβει το ‘‘εγώ’’ από τις υπόλοιπες προσωπικές αντωνυμίες και τοποθετεί απέναντί του, σαν  ‘‘Άλλους’’, όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους ─παρ’ όλο που στην πραγματικότητα τους αντιλαμβανόμαστε ως ‘‘εσύ’’, ‘‘αυτός’’, ‘‘αυτή’’, ‘‘εμείς’’, ‘‘εσείς’’, ‘‘αυτοί’’ ή ‘‘αυτές’’, και όχι σαν ‘‘ετερότητα’’ ή ‘‘Άλλο’’.  Ελάχιστες όψεις της κοινωνιολογικής θεωρίας στη σημερινά κυρίαρχη μορφή της φανερώνουν τόσο καλά τα όριά της όσο αυτή εδώ.

Είναι όμως αρκετά εύκολο να καταλάβουμε ότι οι διαφορετικές θέσεις σε αυτό το φάσμα σχέσεων [‘‘εγώ’’, ‘‘εσύ’’, ‘‘αυτός’’, ‘‘αυτή’’, ‘‘εμείς’’, κ.λπ.], είναι στην πραγματικότητα αξεχώριστες. Η λειτουργία που επιτελεί η αντωνυμία ‘‘εγώ’’ στην ανθρώπινη επικοινωνία, δεν μπορεί να εννοηθεί παρά μόνο σε συνάρτηση με όλες τις υπόλοιπες θέσεις, στις οποίες παραπέμπουν οι άλλες προσωπικές αντωνυμίες. Όλες αυτές οι θέσεις είναι μεταξύ τους απολύτως αδιαχώριστες, διότι είναι αδύνατο να εννοήσουμε ένα ‘‘εγώ’’ χωρίς ένα ‘‘εσύ’’, ένα ‘‘αυτός’’, ένα ‘‘αυτή’’, χωρίς ένα ‘‘εμείς’’, ένα ‘‘εσείς’’, ένα ‘‘αυτοί’’ ή ‘‘αυτές’’.

Οι προσωπικές αντωνυμίες εκπροσωπούν το στοιχειώδες φάσμα συντεταγμένων, με τις οποίες μπορούν να απεικονιστούν όλες οι ανθρώπινες συνομαδώσεις ή κοινωνίες. (…)  Είναι πραγματικά μια στοιχειώδης έκφραση του γεγονότος ότι κάθε πρόσωπο σχετίζεται θεμελιωδώς με τους άλλους ανθρώπους και ότι είναι ουσιαστικά ένα κοινωνικό ον.»

Νόρμπερτ Ελίας, Τι είναι κοινωνιολογία; (1970)


Σημ. HS. Να λοιπόν πώς η σύγχρονη ατομοκεντρική κοινωνία αιχμαλωτίζει τις λέξεις και τις διαστρέφει απομακρύνοντας «επιστημονικά» τη σχεσιοκεντρική δυναμική τους. Κι όσο περισσότερο τείνουμε να θεωρούμε το Άτομο σαν μια περίφρακτη μονάδα, τόσο περισσότερο τείνουμε να πιστεύουμε πως «κόλαση είναι οι άλλοι» και πως κοινωνία και πολιτισμός σημαίνουν υποχρεωτικά καταπίεση, καταστολή κι εξαναγκασμό. Με τέτοιας λογής ιδέες περί ελευθερίας και ανελευθερίας όμως, δεν πάμε πουθενά. Για την ακρίβεια, μένουμε εδώ που είμαστε τώρα, γιατί αυτό είναι το σπίτι τους.

Θα τα πούμε λεπτομερέστερα στην 41η εκπομπή μας (Πέμπτη, 6/4, 3-5 μμ, RadioBubble), όπου θα προχωρήσουμε στο 2ο μέρος της ανάλυσής μας για το τι εστί κοινωνική σχέση και από εκεί στο θέμα αλλοτρίωση-εκμετάλλευση. 

04 Απριλίου 2017

Η εθελοδουλεία στον 21ο αιώνα



Από τη φίλη Αλίκη έλαβα την είδηση. Εμφυτεύουν, λέει, τσιπάκια στους εργαζόμενους μιας εταιρείας για ν' ανοίγουν τις πόρτες, να βάζουν μπρος τα κομπιούτερ, ν' αγοράζουν αναψυκτικά, κ.λπ. 

Για την πρωτοπόρο Σουηδία τα έχουμε ξαναπεί. Και για το βιορομποτικό όραμα πολλές φορές. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον, και προκαλεί πολλαπλάσια θλίψη, το γλίστρημα από την καθαρή τεχνοσάχλα στην αφελή εθελοδουλεία:
"People ask me; 'Are you chipped?' and I say; 'Yes, why not,'" said Fredric Kaijser, 47, the chief experience officer at Epicenter. "And they all get excited about privacy issues and what that means and so forth. And for me it's just a matter of I like to try new things and just see it as more of an enabler and what that would bring into the future."
Τι να πει κανείς; Χαζό παιδί χαρά γεμάτο. Δεν του έμαθε κανείς πως ο εφιάλτης έρχεται πάντοτε σφυρίζοντας γλυκά; Και σ' ανώτερα!

Εμείς θα τα πούμε λεπτομερέστερα στην 41η εκπομπή μας (Πεμπτη,6/4, 3-5 μμ, RadioBubble), όπου θα προχωρήσουμε στο 2ο μέρος της ανάλυσής μας για το τι εστί κοινωνική σχέση και από εκεί στο θέμα αλλοτρίωση-εκμετάλλευση. Μην τη χάσετε και την πάθετε σαν τον παραπάνω Φρέντρικ!




22 Μαρτίου 2017

Εκπομπή #40 | Τι είναι "κοινωνική σχέση"



Τι είναι κοινωνική σχέση; Οικονομικές σχέσεις, παραγωγικές σχέσεις, κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις, σχέσεις μεσολαβημένες από πράγματα, σχέσεις μεσολαβημένες από εικόνες ... Ωραία όλα αυτά, αλλά τι είναι τελοσπάντων κοινωνική σχέση; Τι προϋποθέτει; Πότε μπορούμε να πούμε ότι Χ άνθρωποι έχουν μεταξύ τους κοινωνική σχέση; 
Π.χ. Ο Α σκέφτεται τον Β. Αυτό είναι κοινωνική σχέση; Ο Α και ο Β λατρεύουν την ίδια ομάδα. 'Εχουν μεταξύ τους κοινωνική σχέση; Ο Α πέφτει καταλάθος πάνω στον Β στο δρόμο, ζητάει συγγνώμη, όλα εντάξει, συνεχίζουν το δρόμο τους. Αυτό είναι κοινωνική σχέση; 
Ο Α παίρνει το αυτοκίνητό του, παραμονεύει και πέφτει πάνω στον Β. Μπορούμε εδώ να μιλάμε για κοινωνική σχέση μεταξύ Α και Β.; Ο Α δίνει κάτι στον Β. Αυτό είναι κοινωνική σχέση; Ο Α δίνει κάτι στον Β και ο Β το παίρνει. Αυτό είναι κοινωνική σχέση; Μπορούν να έχουν κοινωνική σχέση μεταξύ τους άνθρωποι που ο ένας δεν καταλαβαίνει τον άλλον;
Για να έχω κοινωνική σχέση με κάποιον χρειάζεται να "διαβάσω" τι έχει στο νου του όταν απευθύνεται σε μένα; Μπορεί μια σχέση χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον να είναι κοινωνική σχέση; Ένα συμβόλαιο είναι κοινωνική σχέση;  
Όλα στο φως!!!

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017, 
από τις 3.00' μέχρι τις 5.00' το απόγευμα, 
στη συμπαντική ΡαδιόΦουσκα

13 Μαρτίου 2017

Για την «κουλτούρα του εγωισμού»



Πριν δυο χρόνια μου δόθηκε η ευκαιρία να πω δυο λόγια για την τρομερά ενδιαφέρουσα συζήτηση ανάμεσα στον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κρίστοφερ Λας, που είχε διοργανώσει το 1986 το βρετανικό κανάλι Channel 4 υπό τη διεύθυνση του Μάικλ Ιγνάτιεφ την οποία εξέδωσαν με τίτλο Η Κουλτούρα του Εγωισμού το 2014 οι «Εναλλακτικές Εκδόσεις» σε μετάφραση Χριστίνας Σταματοπούλου και με επίμετρο το κείμενο Η ψυχή του ανθρώπου στον καπιταλισμό, του Ζαν Κλωντ Μισεά. HS.


Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από τα λόγια με τα οποία έκλεισε τη συζήτηση ο πιο αφανής εκείνα τα χρόνια συντονιστής της συζήτησης, Καναδός ιστορικός Μάικλ Ιγνάτιεφ:

«(… Μέσα από αυτή τη συζήτηση) φτάνουμε στην άκρως ερεθιστική υπόθεση σύμφωνα με την οποία, στη σημερινή κοινωνία, δεν διαμορφώνονται πλέον άτομα ικανά να ενεργοποιήσουν το όραμα του Αριστοτέλη [για τον οποίον, Δεν μπορεί κανείς να έχει αρτιότητα ως ανθρώπινο ον παρά μόνο αν γίνει πολίτης, που συμμετέχει στη ζωή ενός δημόσιου χώρου κληροδοτημένου, μάλιστα, από πανάρχαιες παραδόσεις.] Και αυτό είναι ένα από τα μηνύματα της βραδιάς, ένα δύσκολο ερώτημα: μήπως έχουμε μεταβληθεί σε άλλο είδος ανθρώπων;  Μήπως έχουμε χάσει αυτό το ιδεώδες; Και εδώ νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουμε. Καλό βράδυ.»

Όπως καταλαβαίνετε, η συζήτηση φαίνεται να σταματάει στο καλύτερο! Μπορούμε όμως, και πρέπει, να το δούμε λίγο διαφορετικά: η συζήτηση εκείνη μάς προετοιμάζει, προλειαίνει το έδαφος, μας  δίνει μια σειρά από εντελώς απαραίτητα και ισχυρά εφόδια, τη σκυτάλη ας πούμε −άρα και την ευθύνη−, ώστε να απαντήσουμε εμείς στο ερώτημα.

Αυτό που μας παραδίδει εκείνη η συζήτηση, είναι η αγωνία για την κατάρρευση εκείνου του Αριστοτελικού πολιτικού ιδανικού, για την καλπάζουσα «αναχώρησή» του όχι μόνο από το πεδίο του κοινωνικού γίγνεσθαι αλλά και από τη μοντέρνα ψυχή. Αυτή η αγωνία οδηγεί τους εξαίρετους συνομιλητές στην ανάδειξη του Ατομισμού όχι ως ζωογόνου δύναμης  −έτσι τον βλέπουν άλλες «ομάδες»− αλλά ως δύναμης καταστροφικής∙ στην καταγγελία, δηλαδή, της κυρίαρχης σήμερα κουλτούρας ως «κουλτούρας του Εγωισμού».

Αριστοτεχνικά και προοδευτικά ξεδιπλώνουν οι συνομιλητές ένα προς ένα τα βασικά συστατικά, με τα οποία συγκροτείται και μας επιβάλλεται αυτή η κουλτούρα −ξεκινώντας από πιο εξωτερικές, κοινωνιολογικού ας πούμε τύπου, αλλά σημαντικές παρατηρήσεις, για να προχωρήσουν σε ολοένα και πιο βαθιά υποστρώματα του προβλήματος. Συνοψίζω σε 10 σημεία τα χαρακτηριστικά που επισημαίνουν. Ας τα δούμε με τη σειρά που μας τα αποκαλύπτει ο διάλογός τους.

Οι σπόνδυλοι της «εγωιστικής κουλτούρας» κατά τον Λας και τον Καστοριάδη

1.       
Ιδεολογία της επιβίωσης, πάθος της αυτοσυντήρησης. «Μονάχα στην εποχή μας η επιβίωση έχει αποκτήσει μια σχεδόν ηθική υπόσταση, σάμπως αυτή να ήταν το παν και όχι ο όρος για τη δυνατότητα ενός ηθικού βίου», δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα ο Κρίστοφερ Λας.

2.       
Απουσία οράματος. «Για μένα», παίρνει τη σκυτάλη και συνεχίζει ο Καστοριάδης, «αυτό που ειπώθηκε έχει μια σαφέστατη συνέπεια.  ‘Μέρα με τη μέρα’, για να επαναλάβω αυτή την πολύ σωστή έκφραση, είναι αυτό που εγώ αποκαλώ απουσία προτάγματος. (…) Κάποτε οι άνθρωποι της Αριστεράς μιλούσαν για τη Μεγάλη Νύχτα και οι άνθρωποι της Δεξιάς για την αέναη πρόοδο, κ.λπ. Σήμερα κανένας δεν τολμάει να εκφράσει ένα φιλόδοξο σχέδιο, ή τουλάχιστον ορθολογικό, που να πηγαίνει πέρα από τον προϋπολογισμό ή από τις προσεχείς εκλογές. (…) Κανένας δεν δεσμεύεται σε χρονικό ορίζοντα δημόσιου χαρακτήρα, ούτε εντάσσεται σε ένα δημόσιο χώρο.».

3.       
Υποκατάσταση του δημόσιου Λόγου από την Προπαγάνδα ώστε να τρέφονται με ενδιαφέρον και ελπίδες τα ασύνδετα μεταξύ τους  Άτομα. «Σήμερα, τι είναι ο δημόσιος χώρος;», ρωτάει ο Καστοριάδης, και απαντά: «Είναι κενός ή, με μια έννοια, κάτι ακόμα χειρότερο. Πρόκειται για ένα δημόσιο χώρο που προορίζεται αποκλειστικά για τη διαφήμιση, την πορνογραφία −και δεν αναφέρομαι μόνο στην πορνογραφία με την κυριολεκτική έννοια, υπάρχουν φιλόσοφοι που είναι πορνογράφοι».

Και ο Λας συμπληρώνει: «Ο κόσμος όπου ζούμε αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και τείνει όλο και περισσότερο −εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας− να αποκτήσει ένα παραισθησιογόνο χαρακτήρα […Γιατί πρόκειται για] μια επίθεση από εικόνες φτιαγμένες τις περισσότερες φορές για να ξυπνάνε τις φαντασιώσεις μας [όπου] ακόμα και η επιστήμη, που θεωρούνταν ένα από τα κυριότερα μέσα μιας πιο ορθολογικής κοσμοαντίληψης, εμφανίζεται στην καθημερινή ζωή σαν μια διαδοχή τεχνολογικών θαυμάτων που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά».

4.       
Αποπολιτικοποίηση. «Όλο αυτό έχει να κάνει με την παρακμή του πολιτικού λόγου σε όλα τα επίπεδα. Οι άνθρωποι μιλούν μόνο για τον εαυτό τους. Δεν υπάρχει πια καμμιά πραγματική σύγκρουση. (…) Η πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε ζήτημα ομάδων συμφερόντων (…) [Μάλιστα, ακόμα και] η ίδια η δυνατότητα να υπάρξει ένας λόγος κατανοητός από όλους και να αποτελεί βάση της δημόσιας ζωής, του πολιτικού διαλόγου, αποκλείεται σχεδόν εξ ορισμού», παρατηρεί ο Λας.

Ενώ από την πλευρά του ο Καστοριάδης επισημαίνοντας, εκ πείρας, τη διάψευση των επαναστατικών οραμάτων, τονίζει: «Οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση, δικαίως, ότι με τις πολιτικές ιδέες που κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά, δεν αξίζει τον κόπο να αγωνιστεί κανείς γι’ αυτές. (…) Λες και οι άνθρωποι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν γίνεται τίποτα και ότι πρέπει επομένως ο καθένας να κλειστεί στον εαυτό του −πράγμα που άλλωστε αντιστοιχεί στην ενδογενή κίνηση του καπιταλισμού».

5.       
Αντιστροφή της έννοιας του πολιτικού από το Κοινό στο Ιδιωτικό. «Για την πολιτική φιλοσοφία του 17ου αιώνα, αν εξαιρέσουμε τον Ρουσώ, η πολιτική αποσκοπεί στο να επιτρέπει στον καθένα να αμύνεται απέναντι στο κράτος∙ δεν εννοεί ότι εμείς οι ίδιοι αποτελούμε μια πολιτική κοινότητα, κάθε άλλο», λέει ο Καστοριάδης.

6.
Ιδιωτικότητα ως αξία και ιδιώτευση ως πρακτική. Ρωτάει ευθέως ο Καστοριάδης, βάζοντας το μαχαίρι στο κόκκαλο: «Ανάμεσα στα 55εκ. των Εγγλέζων, στα 55εκ. των Γάλλων, τα 230εκ. των Αμερικάνων, κ.ο.κ., πόσοι έχουν πραγματικά τη θέληση να δράσουν με υπεύθυνο τρόπο, για να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους; Από πού προέρχεται αυτή η επιθυμία;».

Από το σημείο αυτό και πέρα, αρχίζει η κάθοδος στα σκοτεινότερα βάθη του προβλήματος. Προηγείται μια μαεστρική σύνοψη από το Καστοριάδη: «Θα έλεγα, με ένα ελαφρώς υπεροπτικό τρόπο, πως υπάρχουν τρία επίπεδα. Κατ’ αρχάς η πραγματικότητα, η ουσία του προβλήματος (που είναι πως) η αύξηση της κατανάλωσης και της ικανοποίησης της ιδιωτικής ζωής είναι μια αύξηση του τίποτα. (…) Το δεύτερο σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται αυτή την πραγματικότητα. Είναι άραγε ικανοποιημένοι; (…) Και τρίτον, η δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει οπουδήποτε».

7.       
Κενότητα υποκειμένου. Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Ιγνάτιεφ επικεντρώνοντας δια του Λας (το βιβλίο του Ο ελάχιστος εαυτός) στην ουσία: «Η ιδέα ότι η κατανάλωση ικανοποιεί τους ανθρώπους προϋποθέτει ένα ειδικού τύπου Εγώ, ένα Εγώ που επιλέγει κάποια προϊόντα και απορρίπτει άλλα (όμως) ο προορισμός όλων αυτών των προϊόντων είναι ένα κενό κέντρο: Δεν υπάρχει κανείς πάνω στη γέφυρα αυτών των μικρών πλοίων».

8.       
Κρίση ταυτότητας. «Γιατί αυτό το Εγώ είναι κενό, ανίκανο να επιλέξει, απογυμνωμένο από δικούς του στόχους;», ρωτάει ο Ιγνάτιεφ και απαντάει ο Καστοριάδης: «Διότι η απάντηση στην ερώτηση ποιος είμαι; έχει ουσιώδη σχέση με αυτό που η θέσμιση της κοινωνίας οφείλει να προσφέρει στα άτομα, δηλαδή ένα νόημα, ή ένα πλαίσιο σημασιοδότησης για τη ζωή τους (….) και η σημερινή κοινωνία, αυτό δεν το κάνει».

9.
Η κρίση ταυτότητας στο ατομικό επίπεδο είναι κρίση της ίδιας της κοινωνίας ως συστήματος αλληλοαναγνώρισης. Ξεκάθαρη η τοποθέτηση από τον Καστοριάδη: «Αυτό που στηρίζει την εικόνα του Εγώ, είναι επίσης το γεγονός ότι οι άλλοι την αναγνωρίζουν και κατά μία έννοια την αποδέχονται. Γι’ αυτό έχει ανάγκη να καρφιτσωθεί σε κάτι που είναι διαφορετικό από την ίδια. Με την κατάρρευση όμως του δημόσιου χώρου, αυτό ακριβώς που ο Χέγκελ ονόμαζε αναγνώριση και που εμείς ονομάζουμε σεβασμό και οι Έλληνες αποκαλούσαν κλέος και κύδος, αυτό είναι που χάνει κάθε νόημα. Τι αναγνωρίζουμε σήμερα; Τους αστέρες που λάμπουν για μια περίοδο κι έπειτα εξαφανίζονται».

10.       
Τραγικότητα. Όλη αυτή η πορεία του σύγχρονου Ατόμου εκβάλλει τελικά σε μια διπλή τραγικότητα, μια τραγωδία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Όμως, πριν έρθω σε αυτό το καυτό σημείο −στο οποίο η συζήτηση είναι αλήθεια ότι εισέρχεται ακροθιγώς και σαν με ένα άλμα, για να κλείσει αμέσως, πριν προλάβουμε ν’ ακούσουμε τα ουσιαστικότερα−, οφείλω, παίρνοντας τη σκυτάλη απ’ όσα μας έδωσαν οι συζητητές, να θέσω μια κρίσιμη ερώτηση.

Ωραία λοιπόν∙ τα σύγχρονα υποκείμενα είναι παραδομένα στο πάθος του εγωισμού, δεν έχουν κέντρο, ούτε ταυτότητα, δεν έχουν όραμα, ούτε πλατιούς ορίζοντες, είναι αποπολιτικοποιημένα και έρμαια της προπαγάνδας, αυτοαναφορικά Άτομα και κατά βάση Ιδιώτες. Πώς όμως τέτοιας λογής όντα κατορθώνουν και συγκροτούν Κοινωνία; Πώς μπορούν και συνυπάρχουν, συνεργάζονται; Τι είναι τελοσπάντων αυτό που όχι απλώς τα κρατάει μαζί, αλλά και τα συνθέτει θεσμικά;

Το σύγχρονο Άτομο δεν είναι απλώς «εγωιστικό»

Λογικά, είναι αδύνατον καθαρώς εγωιστικά υποκείμενα να στήσουν κοινωνία. Μόνο στο όραμα του Μαξ Στίρνερ υπήρξε ένας «συνεταιρισμός των Μοναδικών». Στον πραγματικό όμως κόσμο, δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία στηριγμένη απλά και μόνο στον εγωισμό και την κουλτούρα του. Χρειάζεται το αυτοαναφορικό Άτομο να είναι πιο σύνθετο, «μιγαδικό» αν θέλετε. Αλλιώς δεν βγαίνει. Πώς συγκροτεί επομένως κοινωνία το σύγχρονο Άτομο;

Αν δεν απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, κινδυνεύουμε πρώτα-πρώτα να πέσουμε σε μια στεγνή ηθικολογία του τύπου «πόσο κακός είναι ο εγωισμός», από την οποία τίποτα δεν αποκλείει να προβάλλουν ως προσδοκώμενη διέξοδος μαζικοκολλεκτιβιστικού τύπου απαντήσεις. Το είδαμε μέσα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Αλλά πέρα από αυτό, κινδυνεύουμε ακόμα χειρότερα να μην καταλάβουμε τον κόσμο όπου ζούμε, δηλαδή από πού αντλεί τη δύναμη που τον έκανε κυρίαρχο σε πλανητική πλέον κλίμακα, τι είναι αυτό που τον συγκρατεί, άρα και πώς εισέρχεται σε ριζική (και όχι απλώς περιφερειακή) κρίση, καθώς και το τι είναι αυτό που έχουμε πραγματικά να του αντιτάξουμε, αν έχουμε κάτι τέτοιο.

Χωρίς να προχωρήσω εδώ σε πιο διεξοδικές απαντήσεις, θα επισημάνω ότι ένας πολύ καλός τρόπος για να γνωρίσεις ένα πρόβλημα, προέρχεται από μια αρχαιότερη, «γενεαλογική» ας πούμε μεθοδολογία: «Πες μου από πού έρχεσαι, ποια είναι η μάνα σου, ο πατέρας σου και τα παιδιά σου».  

Γνωρίζουμε λ.χ. μια διάσημη «εγγονή» αυτής της ατομιστικής ανθρωπολογίας στο πρόσωπο της Άυν Ραντ (1905-1982), που θέλησε να παρουσιάσει την ιδιοτέλεια σαν «ηθική αρετή». Αλλά πραγματικά ενδιαφέροντες είναι οι πρόγονοί της.

Ξέρουμε λ.χ. ότι ο θεμελιωτής της οικονομικής σκέψης, ο Άνταμ Σμιθ (1723-1790), στην πραγματεία του για τον Πλούτο των Εθνών (1776), υποστήριξε ότι το κοινό καλό προκύπτει, χάρη σ’ ένα «αόρατο χέρι», από την «ενάρετη φιλαυτία» των Ατόμων. Υπογραμμίζω: «ενάρετη φιλαυτία». Ένα παράξενο μιγαδικό σχήμα, ασφαλώς.

Πριν ακριβώς από αυτόν, ο Ολλανδός φιλόσοφος και οικονομολόγος Μπέρναρντ Μάντεβιλ (1670-1733), με το σατιρικό ποίημα-παραβολή του Η γκρινιάρα κυψέλη (1705) −όπου περιγράφει πώς μια ακμάζουσα κυψέλη ξεπέφτει στη μαύρη φτώχεια όταν ξαφνικά οι μέλισσες μεταλλάσσονται σε ενάρετα, ηθικά όντα−, υποστήριξε πως τα ιδιωτικά πάθη (του πλουτισμού, της άνεσης, της πολυτελούς διαβίωσης) είναι αυτά που προωθούν τελικά την κοινή ευημερία. Χάρη σε κάποιο «αόρατο χέρι» άραγε; Όχι ακριβώς. Λίγο μετά, στις σημειώσεις του στο Μύθο του μελισσιού με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο Ιδιωτικές αμαρτίες, δημόσια αρετές (1714), διευκρινίζει πως «τα ιδιωτικά πάθη μπορούν να οδηγήσουν στη δημόσια ευημερία χάρη στην κατάλληλη διαχείρισή τους από επιδέξιους πολιτικούς». Μιγαδικότητα και πάλι: η αυτοαναφορικότητα μπορεί, χωρίς να δώσει γη και ύδωρ στο ενδιαφέρον για τον Άλλον, να στήσει Κοινωνία.

Κι από πιο πριν, ο πατέρας ίσως όλων, Τόμας Χομπς (1588-1679), κάνοντας μια ριζοσπαστική τομή στην πολιτική σκέψη, θέλησε να θεμελιώσει το κοινό όφελος, την Κοινοπολιτεία του, ακριβώς πάνω στα ιδιωτικά συμφέροντα και την ιδιοτελή επιδίωξη της Ισχύος. Βέβαια, το Άτομο που περιγράφει ο Χομπς: ένα «πλάσμα που ποθεί την ισχύ, ολοένα και περισσότερη ισχύ», για το οποίο «λόγος και λογική δεν είναι τίποτε άλλο παρά λογάριασμα, υπολογισμός, λογιστική», και που «δεν βρίσκει καμιά ευχαρίστηση, τουναντίον άπειρη θλίψη στην παρέα με τους συνανθρώπους του αφού καμιά δύναμη δεν μπορεί ποτέ να τους δέσει με αμοιβαίο σεβασμό»…, αυτό το Άτομο καθεαυτό είναι αδύνατο να συγκροτήσει Κοινοπολιτεία.

Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να προσέξουμε πως ετούτες οι ιδέες προκύπτουν από τη μια πηγή από τις δυο πηγές της σκέψης του Χομπς, που είναι η επίθεσή του στο θρησκευτικοφιλοσοφικό Σχολαστικισμό. Υπάρχει όμως από κοντά κι η άλλη της πηγή, που είναι η λατρεία του για την Επιστήμη και τη Γεωμετρία, απ’ όπου πρότεινε (στη σύντομη Εισαγωγή του στο Λεβιάθαν, 1651) ότι ο άνθρωπος είναι «κάτι σαν μηχανή» και η Κοινοπολιτεία, ο πολιτικός σχηματισμός, ένα είδος τεχνητού ανθρώπου, δηλαδή θα λέγαμε κάτι σαν μια Μεγαμηχανή∙ και ότι για να ζήσει κανείς, απαραίτητο είναι να έχει αυτογνωσία, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τη μηχανικότητά του και τη κοινωνική Μεγαμηχανή. Ορίστε λοιπόν η τελική εικόνα για τον άνθρωπο του Χομπς: το Άτομο που ποθεί και λατρεύει την ισχύ δεν είναι κατά βάθος παρά μια ζωντανή μηχανή!

Το σύγχρονο «μιγαδικό» υποκείμενo: ένα απρόσωπο αυτοαναφορικό Άτομο

Από τη σύντομη «γενεαλογία» μας, προκύπτει λοιπόν μια πιο σύνθετη εικόνα για τον τύπο υποκειμένου που συγκροτεί το σύγχρονο πολιτισμό. Δεν πρόκειται ακριβώς για καθαρά ή απλά «εγωιστικό» Άτομο. Αυτό που βλέπουμε είναι μάλλον

·         ένα αυτοαναφορικό «απείθαρχο» Άτομο, που κινείται ιδιοτελώς, φίλαυτα, ιδιότροπα και χωρίς ηθική δέσμευση έναντι του Άλλου και της κοινωνίας,
·        ενσωματωμένο όμως πειθήνια μέσα σε ένα κατά το μέγιστο δυνατόν «απρόσωπο» Συλλογικό, από την Αγορά του «αόρατου χεριού» έως την πιο εξελιγμένη μορφή του, όταν έχει πλέον εκμηδενιστεί κάθε παραδοσιακού τύπου ηθική κανονιστικότητα,  το Τεχνικό Σύστημα −δηλαδή την ενοποίηση των ατομικών πειραματισμών μέσω της εκτεχνίκευσής τους και την αξιοποίηση του τεχνικού στοιχείου που μπορεί να έχουν.

Αυτό το μιγαδικό υποκείμενο, λοιπόν, το ικανό να παίζει κατά κάποιο τρόπο «διπολικά» και στα δυο αυτά ταμπλό: του Εγωισμού και του Απρόσωπου συνάμα, αυτό είναι το υποκείμενο του σημερινού πολιτισμού.

Προτυπική ενσάρκωσή του; Ο σύγχρονος Τεχνικός και, ως κοινωνική κατηγορία, η τεχνοκρατική ελίτ, που έχει πλέον αντικαταστήσει με καλπάζοντα ρυθμό την αστική τάξη −το βλέπουμε καθαρά σήμερα.

Επίλογος: η τραγωδία του καιρού μας

Τώρα μπορούμε, πιστεύω, να κατανοήσουμε καλύτερα την τραγικότητα, στην οποία καταλήγουν ο Καστοριάδης με τον Λας.

«Σε ποιο σημείο η ελευθερία του Ατόμου να επιλέγει και να διαμορφώνει μόνο του τον εαυτό του, να επιλέγει τις δικές του αξίες, πρέπει να υποχωρεί μπροστά στη συναίσθηση των συλλογικών υποχρεώσεων που δεσμεύουν όλα τα άτομα ως ανθρώπινα όντα;», ρωτάει ο Ιγνάτιεφ. Και ο Καστοριάδης απαντά: «Η ελευθερία δεν είναι εύκολη υπόθεση, δεν είναι εύκολη έννοια. Υπό μία έννοια, αν μιλήσουμε για πραγματική ελευθερία, θα έλεγα ότι πρόκειται για μία τραγική έννοια. Όπως και η δημοκρατία είναι τραγικό καθεστώς. Γιατί δεν υπάρχουν εξωτερικά όρια, δεν υπάρχουν μαθηματικά θεωρήματα που θα σας έλεγαν: Πρέπει να σταματήσετε εδώ! (…)».

Γνωρίζοντας, από τον Ζακ Ελλύλ, ότι η Τεχνική δεν μπορεί ποτέ να πει «πρέπει να σταματήσετε εδώ!» ─απεναντίας, η άνευ τελικού σκοπού μεγέθυνση αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της─, το μέλλον του σύγχρονου «αυτοαναφορικού» Ατόμου, που όπως είδαμε στηρίζει το κοινωνικό του Είναι στο Τεχνοσύστημα, προδιαγράφεται … λαμπρό. Γι’ αυτό, η αναζήτηση ανασχετικών σκέψεων και μέτρων στην ξέφρενη πορεία του επείγει όσο ποτέ.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1789 1864 190cm 1917 1929 1940 1955 1957 1965 1968 2008 2013 2014 3/45 Ά. Γιάπε/A.Jappe Α. Καγιέ/A. Caillé Α. Καμύ/A. Camus Α. Κοζέβ/A. Kojève Α. Σοπενχάουερ/A. Schopenhauer Ά. Σπέερ/A. Speer Ά. Τιούρινγκ/A. Turing αγάπη Αισχύλος Άκης Πάνου Αλ. Μπέρκμαν/Al. Berkman Αλ. Σμέμαν/Al. Schmeman Αλέκα Παπαρήγα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Τομπάζης Αλεξάντερ Τρόκκι/Alexander Trocchi Αλέξης Ασλάνογλου αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Άλμπερτ Φίνεϊ/Albert Finney Αλταμίρα αμνησία Αναξίμανδρος αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κρούγκερ/Ann Krueger Ανρί Λεφέβρ/Henri Lefebre Ανρί Μισώ/Henry Michaux Ανρί Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Άνταμ Κέρτις/A. Curtis Άνταμ Σμιθ/Adam Smith Αντίνοος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ Αντρέ Κερτέζ/André Kertész Αντρέ Ορλεάν/André Orléan Άντυ Γουώρχολ.Andy Warhol Άντυ Γουώρχολ/Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής Αποκάλυψη Ιωάννου Απόστολος Παύλος Άρβο Περτ/Arvo Pärt Αργυριάδης Άρης Κωνσταντινίδης Άρθουρ Λένινγκ/Arthur Lehning Άρθουρ Τζένσεν/Arthur Jensen Αριστερά Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Ασφαλιστικό Άυν Ραντ/Ayn Rand Β. Γκ. Ζέμπαλντ/W.G. Sebald Βαβυλώνα Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίν Βολόσινοφ/Valentin Voloshinov Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Ηλιακόπουλος Βασίλης Καραποστόλης Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βέρνερ Χέρτσογκ/Werner Herzog Βερολίνο βία Βιετνάμ Βίκτορ Μπούλλα/Victor Bulla Βικτόρ Σερζ/Victor Serge Βίκτορ Σκλόφκσι/Victor Chklovski Βίκτορ Φρανκλ/Victor Frankl Βίκτωρ Ουγκώ/Vicror Hugo Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνσεντ Μπράουν/Vincent Browne βιοτεχνολογία βοηθήματα μνήμης Βολταίρος Βομβάη Βόρειοι Γ. Γκ. Φίχτε/ J. G. Fichte Γ. Τζέης/W. James Γαλαρίες Γένεσις Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος Γιεβγκένι Ζαμιάτιν/Yevgeny Zamyatin Γιόζεφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen γιορτή Γιούργκεν Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιόχαν Γκριμονπρέ/Johan Grimonprez Γιόχαν Χάιζινχα/Johan Huizinga Γιώργος Γαϊτάνος Γιώργος Δάβος Γιώργος Μακρής Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton Γκ. Λούκατς/G. Lukacs Γκέοργκ Βύχνερ/Georg Büchner Γκεοργκ Ζίμελ/Georg Simmel Γκεόρκι Λούκατς/Georgy LuKacs Γκετζ Άλυ/Gotz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκιόργκι Λίγκετι/György Ligeti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουίλιαμ Ήγγλετον/William Eggleton Γουίλιαμ Μπάροους/William Burroughs Γουίλιαμ Σαίξπηρ/William Shakespear Γούντι Άλλεν/Woody Allen Γρηγόρης Βαλτινός Δανία του Βορρά Δανία του Νότου δάσκαλοι Δελφοί Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα δικαιοσύνη ΔΝΤΟΟΣΑΤΡΟϊΚΑΘΕΣΜΟΙ δόγμα Τρούμαν δοκιμασίες Δουβλίνο Ε. Βιλ/E. Will Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Χ. Γονατάς εγωπαθείς διανοούμενοι εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκλογές εκπομπές Έλεν Κέλλερ/Helen Keller Ελένη Μπέλλου Ελευθερία Ελευθεριακός Ελίας Κανέττι/Elias Canetti Ελίζαμπεθ Άνσκομπ/E. Anscombe Εμίλ Ντυρκέμ/Emile Durkheim Εμίλ Σιοράν/Emil Cioran Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier Έντγκαρ Λη Μάστερς / Edgar Lee Masters εξατομίκευση εξέγερση εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός Επενδυτικό περιβάλλον επιβίωση επιστήμη Έρασμος εργασία ερείπια Έρικ Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbawm Έρνεστ Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνστ Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνστ Κασσίρερ/Ernst Cassirer Έρνστ Μπλοχ/Ernst Bloch Ερυθρογράφος Ετιέν ντε λα Μποεσί/E. de la Boetie Ευγένιος Αρανίτσης Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία Ζ. Νταβί/G. Davy Ζ.Π. Βερνάν/J.P. Vernant Ζακ Ελλύλ/Jacques Ellul Ζακ Λακάν/Jacques Lacan Ζακ Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ζακ Ντεριντά/Jacques Derrida Ζακ Πρεβέρ/Jacques Prévert Ζακ Σαπίρ/Jacques Sapir Ζαν Ιτάρ/Jean Itard Ζαν Λυκ Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ζαν Μορώ/Jeanne Moreau Ζαν-Ζακ Ρουσσό/Jean-Jacques Rousseau Ζαν-Πιερ Βουαγιέ/Jean-Pierre Voyer Ζάχα Χαντίντ/Zaha Hadid Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζίγκμουντ Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Ζιλ Ντελέζ/Gilles Deleuze Ζιλ Ντωβέ/Gilles Dauvé Ζορ Βον/Zohr Vaughan Ζορζ Μπατάιγ/Georges Bataille ζωή Η Διεθνής ηθική Θ. Ρόσζακ/Th. Roszak Θανάσης Σβώλος Θάτσερ/Ρήγκαν θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεός Θεοφάνης Μελάς Θίοντορ Αντόρνο/Theodor Adorno θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Ίαν Χάκινγκ/Ian Hacking Ιβάν Παβλόφ/Ivan Pavlov Ιβάν Τοθργκένιεφ/I. Tourgueniev Ίγγα Κρεστενσεν/Inger Christensen Ιγνάτιος Λογιόλα ιδεολογία ιδρύματα τέχνης ικέτες και ξένιοι Ιράν Ισαάκ Μπ. Σίνγκερ/Isaac B. Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιχάμπ Χασσάν/Ihab Hassan Ιωάννα Τσιβάκου Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Καβαλκάντι/Cavalcanti Κάθλην Ράιν/Kathleen Raine Καλκούτα καλλιτέχνες Καλοκαίρι Καλούμενος Καντ κάπο Καραμανλής Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik Καρλ Κορς/Karl Korsch Καρλ Κράους/Karl Kraus Καρλ Μαρξ/Karl Marx Καρλ Πολάνυι/Karl Polanyi Καρλ Χέκερ/Karl Hocker Καρλομάγνος Καρτέσιος/Descartes καταναλωτικοπαραγωγισμός καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό Κιουσόπουλος Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλοντ Λεβί Στρώς/Claude Levy Strauss κοινωνιοποίηση Κομμούνα κομμουνισμός Κονγκό Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κορέα Κορνήλιος Καστοριάδης Κορνήλιος/Corneille κορπορατισμός Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil Κουρτ Σβίττερς/Kurt Schwitters κράτος κρίσεις πανικού κρίση κρισολογία Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κριστίν Λαγκάρντ Κρίστοφερ Λας/Ch. Lash Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαϊωάννου Κωστής Βελόνης Κωστής Παπαγιώργης Λ. Βαλράς/L. Walras λαβύρινθος Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε Λένιν Λεόν Βαλράς/Léon Walras Λέον Τρότσκι Λέσχη της Ρώμης Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λέων Σεστώφ/Lev Shestov Λίντον Τζόνσον/Lyndon Johnson Λιούις Μάμφορντ/Lewis Mumford Λισιέν Μαλζόν/Lucien Malson λογική λογοκρισία Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Μπάϋρον/Lord Byron Λουί Αλτουσέρ/Louis Althusser Λουί Ντυμόν/Louis Dumont Λουίς Μπουνιουέλ/Louis Bunuel Λούντβιχ Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λουσίντα και Ντέιβις Μάτλοκ Λυγκέας Λωτρεαμόν Μ. Ντριούρι/M. Drury Μ. Μπένετ/M. Bennet Μαγιακόφκι/Mayakovski μαγιονέζα μαθητές Μάικ Κέλυ/Mike Kelley Μάικλ Χάρντ/Michael Hardt Μάιλς Ντέιβις/Miles Davis Μάλκολμ Λόουρι/Malcolm Lowry Μάλκολμ Χ μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μάπετς Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρί ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Marina Tsvetaeva μαρξιστές-λενινιστές Μαρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρσέλ Μαριέν/Marcel Mariën Μαρσέλ Μως/Marcel Mauss Μαρσέλ Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρτζορυ Πέρλοφ/Marjorie Perloff Μάρτιν Μπούμπερ/Martin Buber Μάρτιν Χάϊντεγγερ/Martin Heidegger μελαγχολία Μεσαίωνας μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μετανάστευση μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίκαελ Λέβι/Michael Loewy Μικελάντζελο Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni μικροαστισμός Μίλτον Φρίντμαν/Milton Friedmann Μίλτος Σαχτούρης Μιράντα Τερζοπούλου μισαλλοδοξία Μισέλ Αλιετά/Michel Aglietta Μισέλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μισέλ Σερ/Michel Serres Μισέλ Τουρνιέ/Michel Tournier Μισέλ Φουκώ/Michel Foucault μισθωτοί σκλάβοι Μιχαήλ Μπακούνιν/Michail Bakunin Μιχαήλ Μπαχτίν/Mikhael Bachtine ΜΜΕ Μόμπυ Ντικ Μουσείο Ακρόπολης μουσική Μπ. Μάντεβιλ/B. Mandeville Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπάτσης Μπέλα Ταρ/Bela Tarr Μπερνάρντο Σοάρες/Bernardo Soares Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιενάλε Μπίφο Μπεράρντι/Bifo Berardi Μπουκανιέρος Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μπρους Σπρίνγκστιν/Bruce Springsteen Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί νεοφιλελευθερισμός Νικ Κέιβ/Nick Cave Νικολό Μακιαβέλλι Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νόρμπερτ Ελίας/Norbert Elias Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Νταβός νταντά Ντέιβιντ Λυντς/David Lynch Ντέιβιντ Μπομ/David Bohm Ντέιβιντ Ρικάρντο/David Ricardo Ντέιβιντ Χιούμ/David Hume Ντιμίτρι Πρίγκοφ Ντιτρόιτ Ντον Ντελίλο/Don Delillo Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott Ντονέλα Μήντοους/Donella Meadows Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Ο κήπος Ο Μικρός Πρίγκηπας Οδύσσεια οικονομία Οκτάβιο Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ολοκληρωτισμός ομιλίες Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden Π. Κονδύλης Π.Μ.Σ. Χάκερ/P.M.S. Hacker παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης πανοπτικόν πανσέληνος Παπάγος παράδοση παραλήρημα παραπληροφόρηση Πάσχος Μανδραβέλης Πέδρο Ματέρο πένθος Πέπη Ρηγοπούλου Πέτρος Αρτάνης Πέτρος Παπαθανασίου Πήτερ Γκητς/P.T. Geach Πήτερ Μπρουκ/Peter Brook Πήτερ Ουότκινς/Peter Watkins Πιέρ Κλαστρ/Pierre Clastres Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν/P.J. Proudhon πίστη Πίτερ Κρήφτ/Peter Kreeft Πλαστήρας Πλάτωνας Πλεύσις πλουραλισμός ποίηση Πολ Ρικέρ/Paul Ricoeur πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική Ποτάμι προλεταριάτο Προμηθέας Δεσμώτης πρόοδος προπαγάνδα Πωλ Βαλερύ/Paul Valery Πωλ Βιριλιό/Paul Virilio Πωλ Ζοριόν/Paul Jorion Πωλ Ζωγραφάκης Πωλ Λαφάργκ/Paul Lafargue Ρ. Τζακομπι/R. Jacobi Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρίνγκο Σταρ/Ringo Star Ρίτα Γκαβέρα Ρίτσαρντ Κόμπντεν/Richard Cobden Ρίτσαρντ Ρόρτι/Richard Rorty Ροβεσπιέρος Ροβινσώνας Κρούσος Ροζα Λουξεμπουργκ Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg ρομαντισμός Ρομπέρ Αντέλμ/Robert Antelme Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ρομπερτ Οπενχάϊμερ/Robert Oppenheimer Ρόμπερτ Φρανκ/Robert Frank Ρόμπερτ Χας/Robert Hass Ρούντι Σαιν Ζυστ/Saint Juste Σαρλ Μπωντλερ/Charles Baudeilaire Σαρλ Πεγκι/Charles Péguy Σαρλ Φουριέ/Ch. Fourier Σελίν/Céline Σεμπάστιαν Χάφνερ Σέρεν Κίρκεγκωρ/Soren Kierkegaard σθένος Σίγκμουντ Φρόιντ/Sigmund Freud Σιμόν Βέιλ/Simone Weil Σιμόν Λέις/Simon Leys σινεμά ΣΙΣΒ/SICV Σίσυφος σκεπτικισμός Σκιπίων ο Αφρικανός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Zizek Σοκούροφ/Sokurov σολιψισμός Σομαλία Σόνια Σουδάν Σουν Τζου σουρεαλισμός σοφία σοφιστές Σπιναλόγκα Σπινόζα/Spinoza Σπύρος Κυριαζόπουλος Στάλιν σταλινισμός Στάνλεϊ Καβέλ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στέλιος Ράμφος Στεφάν Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανος Λουπάσκο/Stephan Lupasco Στέφανoς Ροζάνης Στήβεν Πίνκερ/Steven Pinker στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου συμβολικό πεδίο συμβολισμός Σύναψις συνείδηση Συνταγή για μαγιονέζα Σύνταγμα συνωμοσιολογία Σφαγεία σχέδιο Μάρσαλ Σωκράτης σώμα Τ. Ρ. Μιλλς/C. W. Mills Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot τα κορδόνια σου! Τάκης Μίχας Τάσος Λάγγης τεστ τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα Τζ. Α. Γκόλντστοουν/J.A. Goldstone/Τζ. Τζ. Μ. Κούτσι/J.M..Coetzee Τζ. Ρ. Σάουλ/J.R. Saul Τζ.Μ. Κούτσι/J.M. Coetzee Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν/J.R.R. Tolkien Τζακάρτα Τζέημς Μπάλντουιν/James Baldwin Τζέιμς Φρέιζερ/James Frazer Τζέρεμι Μπένθαμ/Jeremy Bentham Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι/Gianfranco Sanguinetti Τζιόρτζιο Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Τζο Στράμερ/Joe Strummer Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ/J.K. Galbraith Τζον Σηρλ/John Searle Τζον Στάινμπεκ/John Steinbeck Τζον Χιούστον/John Houston Τζόρτζ Όργουελ/George Orwell Τζορτζ Στάινερ/George Steiner Τζούλια Κρίστεβα/Julia Cristeva Τζων Λοκ/John Locke Τζων Φόουλς/John Fowles Το καταραμένο απόθεμα Το Ξεπέρασμα της Τέχνης Τοκβίλ/Tocqueville Τόμας Μαν/Tomas Mann Τόμας Πίντσον/ Thomas Pynchon Τόμας Ράιντ/Thomas Reid Τόνι Νέγκρι/Toni Negri Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τραγωδία τριλεκτική Τσ. Σ. Περς/Ch. S. Peirce Τσαρλς Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Τσαρλς Ντέιβενπορτ/Charles Davenport Τσαρλς Τέιλορ/Charles Taylor Τσαρλς Φορτ/Charles Fort τυραννία τύψεις Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach υλισμός υπαρξισμός ύπνος υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Β. Μουρνάου/F.W. Murnau Φ. Γιάκομπι/F. Jacobi Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερνάντο Αρρραμπάλ/F. Arrabal Φερνάντο Πεσσόα/Fernando Pessoa Φίγκαρω Φιλανθρωπία φιλία Φίλιπ Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι/Fyodor Dostoevsky Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φρ. Έμπερτ/Fr. Ebert Φρ. Καραντέκ/F. Caradec Φρ. Φουρκέ/Fr. Fourquet Φρ. Χάγιεκ/Fr. Hayek Φρανκ Ζάπα/Frank Zappa Φράνσις Μπέικον/Francis Bacon Φρανσουά Λυοτάρ/François Lyotard Φρανσουά Σιμιάν/François Simiand Φραντς Κάφκα/Frantz Kafka Φρέντερικ Τέιλορ/Frederick Taylor Φρεντερικ Τζεϊμσον/Frederick Jameson Φρίντριχ Ένγκελς/Friedrich Engels Φρίντριχ Νίτσε/Friedrich Nietsche Φριτς Λάιστ/Fritz Leist φρμκ Φύση Φώτης Τερζάκης Χ. Τζ. Θορώ/H.J. Thoreau Χ.Λ. Μπόρχες/J.L. Borges Χ.Μ Ενζενσμπέργκερ χαρά Χάρι Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Χέγκελ/Hegel Χειρτ Μακ/Geert Mak Χέρμαν Μέλβιλ/Herman Melville Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse Χίλαρι Κλίντον χιούμορ χίπστερ Χιροσίμα Χλόη Κολλύρη Χομπς/Hobbes χοντρό δούλεμα Χουάν Βίβες/Juan Vives χρεοκοπία χρήμα Χρήμα και Μαγεία Χρήστος Βακαλόπουλος χριστιανισμός χρόνια πολλά χρόνος ψέμματα ψυχή Ψυχρή Ιδεολογία ωφελιμισμός AP auld lang syne beton7 Bob Dylan Bob Marley Bodies Christopher Cinemarian CoBrA D-503 dangerfew David Bowie DOCUMENTA Einsatzgruppe D European Media Art Festival F. C. Stanley Frank Zappa gosplan Grafton Happyfew Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Il Consigliere Internationale Lettriste/Λεττριστική Διεθνής Internationale Situationniste/Καταστασιακή Διεθνής intothepill izi Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer Johnny Cash Keith Moon Keith Richards Krzysztof Kieslowski/Κριστόφ Κισλόφσκι La Commune Les Levres Nues Les Lèvres Nues Malaguena Melanie Pain memento mori mofferism/μοφερισμός Monty Python Necrology Nosotros RadioBubble Raul Zurita/Ραούλ Σουρίτα Raymond Carver/ Ρέϋμοντ Κάρβερ remap 2 Renty Roberto Juarroz RSA Salon De Vortex sexbox Sunrise Tales from the Crypt The Adicts The Beatles The Crass The Great Society The Gun Club The Juniors The Meteors The Morlocks The Please The Rolling Stones The Ruts The Sonic Youth The Stooges The Stranglers The Three Johns The UK Subs The War TwixtLab Vince Taylor Wall Street Journal WIRED wobblies Zabriskie Point Zoviets