20 Σεπτεμβρίου 2016

Θεωρία και Πρακτική | μαλλιοτράβηγμα 1

Βενσάν Ντεκόμπ
«Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για να κάνουμε ή να μην κάνουμε αυτά που περνάνε απ’ το χέρι μας να κάνουμε στη ζωή. Κι από την αναμέτρηση αυτών των λόγων στο στίβο της (ατομικής ή συλλογικής) διαβούλευσης γεννιούνται διαμάχες και πολεμικές, που μπορεί να πάρουν μια φιλοσοφική τροπή. Η πρακτική φιλοσοφία είναι αυτή που συγκεντρώνει τέτοιας λογής διαμάχες μέσα σε επιμέρους θεωρητικούς κλάδους, όπως είναι η πολιτική φιλοσοφία, η φιλοσοφία του Δικαίου, η ηθική φιλοσοφία, η οικονομική φιλοσοφία, κ.ο.κ. (…)

Εδώ όμως προκύπτει το ζήτημα: Εάν η πρακτική φιλοσοφία είναι πρακτική με την έννοια της κλασικής αντίθεσης μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η αντίθεση; Τι ακριβώς σημαίνει;

Μπορούμε να επισημάνουμε σήμερα δυο εκδοχές αυτής της αντίθεσης, τις οποίες είναι σημαντικό να μη συγχέουμε, διότι οδηγούν σε διαφορετικές αντιλήψεις για τον πρακτικό, άρα και το φιλοσοφικό, συλλογισμό. [Θα ονομάσουμε την πρώτη καντιανή και τη δεύτερη αριστοτελική-αναλυτική.]

Η καντιανή προσέγγιση

Κατά την πρώτη εκδοχή, την αντίθεση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής πρέπει να την λαμβάνουμε με την έννοια του ‘‘κοινού τόπου’’, που συζήτησε ο Καντ στο δοκίμιό του Σχετικά με το κοινότοπο απόφθεγμα: ‘‘Μπορεί αυτό να είναι θεωρητικά σωστό, αλλά πρακτικά δεν ισχύει’’ (1793). Η φράση αυτή θέλει να πει ότι, πολύ συχνά, οι θεωρητικές περιγραφές και συνταγές αποδεικνύονται εντελώς ανεφάρμοστες. Οι μαθητές που μόλις έβγαλαν το σχολείο, δεν έχουν πάρει παρά μόνο θεωρητικές γνώσεις. Απομένει να μάθουν ότι στη ζωή τα πράγματα δεν είναι όπως στα βιβλία. Με άλλα λόγια, η αντίθεση θεωρίας και πρακτικής υποτίθεται πως είναι η αντίθεση ανάμεσα στις λύσεις που προτείνει ο φιλόσοφος ή ο θεωρητικός και τις λύσεις που προτείνει ο άνθρωπος της εμπειρίας, της πιάτσας. Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο Καντ απέρριψε, και δικαιολογημένα, αυτή την ιδέα ως σκοταδιστική. (…)

Σύμφωνα με την [καντιανή] εκδοχή, η θεωρία ─σε αντίθεση με την πρακτική─ είναι ένα σύνολο από υποθέσεις, τις οποίες έχουμε να εφαρμόσουμε πρακτικά. Το ζήτημα εδώ είναι να γνωρίζουμε εάν μια θεωρία είναι εφαρμόσιμη έτσι όπως έχει, ή μήπως χρειάζεται μια περαιτέρω επανεκτίμηση από την πλευρά εκείνου που θα την εφαρμόσει, μια επανεκτίμηση ‘‘στην πράξη’’ που η ίδια η θεωρία δεν μπορεί να προσφέρει, έναν ‘‘εμπλουτισμό’’ της από την εμπειρία. (…)
Πάνω σε αυτό, φαίνεται ότι ο Καντ εξάντλησε όλα όσα είχε να πει. Συγκεκριμένα:
- Από τη μια μεριά, ο θεωρητικός μπορεί, είπε, να συνειδητοποιήσει τα όρια της θεωρίας του, δηλαδή να αναγνωρίσει ότι η θεωρία του δεν είναι πλήρης μιας και δεν του επιτρέπει να εισαγάγει στο (θεωρητικό) συλλογισμό του όλους τους παράγοντες του προβλήματος που του έχει τεθεί. Ωστόσο, αυτό που μια συγκεκριμένη θεωρία δεν κατορθώνει να κάνει, μια άλλη, ισχυρότερη θεωρία θα μπορέσει να το βγάλει σε πέρας. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αξιωματικά κανένα όριο στην εφαρμοσιμότητα των θεωριών. «Δεν είναι λάθος της θεωρίας όταν αποδεικνύεται φτωχή στην πράξη. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπήρχε αρκετή θεωρία» (στο πιο πάνω δοκίμιο).
- Από την άλλη, καμιά θεωρία δεν εμπεριέχει τον τρόπο χρήσης της με κάποια μορφή, που θα της επέτρεπε να εφαρμοστεί από μόνη της στην πράξη. Η θεωρία δίνει τις γενικές γραμμές, τους κανόνες που είναι να εφαρμοστούν, αλλά είναι παράλογο να της ζητάμε κανόνες που θα λένε πώς εφαρμόζονται οι κανόνες (βλ. Κριτική του καθαρού λόγου, εισαγωγή).
Το πρόβλημα αυτής της προσέγγισης είναι βέβαια, ότι δεν διακρίνει τη διαφορά μεταξύ θεωρητικού και πρακτικού συλλογισμού, και δεν αφήνει χώρο στον πρακτικό συλλογισμό [άρα και στην πρακτική απόφαση ─με πλήθος συνεπειών για την ίδια την πρακτική ζωή]. (…)

Η αριστοτελική-αναλυτική προσέγγιση

Εντελώς διαφορετικά από την προσέγγιση αυτή, η δεύτερη εκδοχή θεωρεί πως η αντίθεση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής είναι μια κανονιστικού τύπου αντίθεση μεταξύ δύο διαφορετικών τύπων σφάλματος, και επομένως μεταξύ δυο διαφορετικών τύπων διόρθωσης: άλλοτε κάνουμε σφάλματα περιγραφής ─οπότε πρέπει να διορθώσουμε τη θεωρία μας συναρτώντας την με την πραγματικότητα ─, κι άλλοτε κάνουμε σφάλματα εκτέλεσης, οπότε πρέπει να διορθώσουμε τις πράξεις μας ώστε να τις συμμορφώσουμε προς τα σχέδια και τις βλέψεις που έχουμε θέσει.

Όταν η αντίθεση θεωρίας-πρακτικής γίνεται αντιληπτή με αυτό τον τρόπο, τότε δεν υπάρχει θέμα επανεκτίμησης της θεωρίας με την έννοια του ‘‘δεν υπήρχε αρκετή θεωρία’’ και πρέπει να την κάνουμε ‘‘περισσότερο εφαρμόσιμη’’. Το ζήτημα είναι να διακρίνουμε μεταξύ δυο διαφορετικών τρόπων αποτίμησης ενός λόγου ανάλογα με το εάν αυτός αποβλέπει στη γνώση της πραγματικότητας [αν είναι θεωρητικός λόγος] ή στο να δείξει τι πρέπει να γίνει [αν είναι πρακτικός λόγος]. (…)

Εδώ, η αντίθεση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής προσεγγίζεται με τους όρους της αριστοτελικής φρόνησης, του αριστοτελικού πρακτικού συλλογισμού, όπως τον προσέγγισαν αναλυτικοί φιλόσοφοι στηριγμένοι στον Βιτγκενστάιν και τον Ώστιν. Οι φιλόσοφοι αυτοί (βλ. π.χ. Ελίζαμπεθ Άνσκομπ, Άνθονι Κέννι, Ντέιβιντ Γουίγκινς) συνομιλούσαν με ─ή μάλλον: αντιμάχονταν─ τους εμπειριστές και τους θετικιστές, δηλαδή φιλόσοφους για τους οποίους υπάρχει μόνο μια έννοια της γνώσης, η ‘‘θεωρητική’’ ή ‘‘θεωρησιακή’’ γνώση: γνωρίζω, με αυτή την εμπειριστική-θετικιστική έννοια, σημαίνει έχω στη διάθεσή μου αληθινές περιγραφές, δηλαδή περιγραφές σύμφωνες με τα γεγονότα, τα οποία προηγούνται των περιγραφών [υφίστανται ανεξάρτητα από εμάς] και μας υπαγορεύουν τη γνώση μέσω της παρατήρησής τους. (…)

Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη έννοια της γνώσης. Η πρακτική γνώση (όχι μόνο η γνώση του τι έχουμε να κάνουμε, αλλά και του τι κάνουμε ενόσω κάνουμε κάτι [: π.χ. ότι κόβοντας τα κρεμμύδια ετοιμάζω ένα γεύμα]) δεν αφορά σε μια πραγματικότητα ανεξάρτητη, την οποία το δρων υποκείμενο θα έπρεπε να εξετάσει εντός του (παρατηρώντας την πρόθεσή του). Υπάρχει ένας τρόπος γνώσης, που δεν στηρίζεται στην παρατήρηση: ξέρω πώς φτιάχτηκε κάτι, όχι επειδή το παρατήρησα, αλλά επειδή το έφτιαξα! (…)

Καθώς λοιπόν υπάρχουν δυο είδη γνώσης, υπάρχουν και δυο διαφορετικοί οδοί συναρμογής της θεωρίας με την πρακτική, ή των λόγων με το πραγματικό. Στη μια, πρέπει τα λόγια να έρθουν σε συμφωνία με τις πράξεις, ενώ στην άλλη πρέπει οι πράξεις να έρθουν σε συμφωνία με τη θεωρία.

Αυτό κατέδειξε η Άνσκομπ (βλ. Intention, 1957) με το παράδειγμα της λίστας με τα ψώνια. Ένας άντρας ψωνίζει σ’ ένα κατάστημα ακολουθώντας μια λίστα με ψώνια, που του έδωσε η γυναίκα του. Λίγο παραπέρα, ένας ντετέκτιβ παρακολουθεί τις κινήσεις του και καταγράφει σε μια δική του λίστα τα προϊόντα που ο άντρας βάζει μέσα στο καλάθι του. Ας υποθέσουμε τώρα ότι συγκρίνουμε τις δυο λίστες με το περιεχόμενο του καλαθιού. Τίποτα δεν αποκλείει να είναι ολόιδιες: βούτυρο, αλεύρι, αυγά, γάλα, κ.λπ. Τι συμβαίνει όμως αν μια από τις λίστες δεν αντιστοιχεί με το περιεχόμενο του καλαθιού;

Αυτό εξαρτάται από το σε ποια λίστα αναφερόμαστε. Αν μιλάμε για τη λίστα, που η χρήση της είναι θεωρητική [δηλαδή τη λίστα του ντετέκτιβ, που απλώς παρατηρεί και καταγράφει], τότε πρέπει να διορθωθεί η λίστα έτσι ώστε να συμφωνήσει με το περιεχόμενο του καλαθιού: να σβηστεί π.χ. η λέξη μαργαρίνη και να μπει στη θέση της η σωστή λέξη, βούτυρο (εφόσον υπάρχει βούτυρο και όχι μαργαρίνη στο καλάθι). Έχουμε δηλαδή εδώ την περίπτωση όπου τα γεγονότα προηγούνται της θεωρητικής ή περιγραφικής γνώσης.

Αν όμως μιλάμε για τη λίστα του συζύγου [που κάνει πρακτικά τις αγορές], αυτό σημαίνει ότι έβαλε κατά λάθος μαργαρίνη στο καλάθι του αντί για βούτυρο, που του είχε παραγγείλει η γυναίκα του. Σε αυτή την περίπτωση, το λάθος δεν διορθώνεται αν σβήσει από τη λίστα του τη λέξη βούτυρο και γράψει μαργαρίνη. Το προς διόρθωση λάθος πρέπει να αποδοθεί σε πρακτική αβλεψία, είναι σφάλμα πρακτικό.

Υπάρχει επομένως κάτι που μπορούμε να το πούμε πρακτική γνώση (επειδή μπορούμε να σφάλλουμε όχι μόνο στις περιγραφές μας αλλά και στα έργα μας) και κάτι που μπορούμε να το πούμε πρακτικό συλλογισμό. (…)

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η λέξη ‘‘θεωρία’’ δεν αναφέρεται σε γνώσεις που πρέπει να μπουν σε πράξη, αλλά σε μια στάση (παρατήρησης ή εξέτασης των πραγμάτων). Και στόχος δεν είναι η διαιτησία σε μια διαμάχη για το αν αξίζει πιο πολύ η θεωρία ή η πρακτική εμπειρία. Υπάρχει μια πρακτική λογική, επειδή υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο αυτοελέγχεται η ίδια η πρακτική καθώς και μια πρακτική στάση επαγρύπνησης ώστε να μην κάνουμε πρακτικά σφάλματα. Με άλλα λόγια, ο πρακτικός συλλογισμός δεν θεωρείται λιγότερος από το θεωρητικό, αλλά μια διαφορετική μορφή συλλογισμού, που έχει τους δικούς της κανόνες επαλήθευσης.

Σ΄αυτή την οπτική λοιπόν, το θέμα δεν είναι πώς θα ‘‘μειωθούν’’ οι φιλοδοξίες του λόγου όταν περνάμε στην πράξη, αλλά μάλλον ότι, εάν θέλουμε να έχουμε πρακτική λογική, οφείλουμε να σεβόμαστε τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του πρακτικού συλλογισμού, ο οποίος αποβλέπει να καταλήξει σε μια δράση μάλλον παρά σε μια άποψη (όπως συμβαίνει με το θεωρητικό συλλογισμό).

Τα γνωρίσματα του πρακτικού συλλογισμού

Ποια είναι αυτά τα γνωρίσματα; Ας επιστρέψουμε στο παράδειγμα της Άνσκομπ κι ας προσπαθήσουμε να του δώσουμε μια συνέχεια. Ας υποθέσουμε πως υπάρχει κι ένας δεύτερος ντετέκτιβ [=εκπρόσωπος του θεωρητικού συλλογισμού], που η δική του λίστα διαφέρει από αυτή του πρώτου ντετέκτιβ. Το ερώτημα είναι, ποιος έκανε λάθος; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας από τους δύο έσφαλε. Η λογική του αληθούς αποκλείει να συμφιλιώσουμε την καταγραφή ‘‘ο άντρας αγόρασε βούτυρο’’ με την καταγραφή ‘‘ο άντρας δεν αγόρασε βούτυρο’’.

Αλλά ας υποθέσουμε τώρα, πως η ίδια ακριβώς λίστα παραγγελίας για ψώνια δόθηκε σε δυο διαφορετικούς άντρες [=εκπρόσωπους του πρακτικού συλλογισμού] και ότι στο τέλος τα καλάθια τους δεν περιείχαν τα ίδια ακριβώς προϊόντα. Σε αυτή την περίπτωση είναι οπωσδήποτε απαραίτητο να έσφαλε ο ένας από τους δυο; Όχι, δεν είναι απαραίτητο. Δεν είναι απαραίτητο να έγινε πρακτικό σφάλμα. Θα ήταν απαραίτητο μόνο στην περίπτωση που δεν υπήρχε παρά ένας μόνο τρόπος να πραγματοποιήσουν τα ψώνια τους, δηλαδή στην περίπτωση που τους απαγορευόταν ν’ αποφασίσουν κάτι από μόνοι τους καθώς ψώνιζαν ─όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση των καθαρά τεχνικών οδηγιών, που οφείλει κανείς ν’ ακολουθήσει κατά γράμμα.

Ο Αριστοτέλης (Ηθικά Νικομάχεια, Γ’, 3, 112b1-7) δίνει εδώ το παράδειγμα του γραφέα, που οφείλει ν’ αντιγράφει ό,τι βλέπει χωρίς να έχει δικαίωμα ν’ αποφασίσει ο ίδιο για την ορθογραφία μιας λέξης ─ενώ απεναντίας, ένας συγγραφέας έχει ν’ αποφασίσει αν για λόγους ύφους θα χρησιμοποιήσει αυτή ή την άλλη λέξη. Κάτι τέτοιο μπορούμε να σκεφτούμε και στο ταπεινό παράδειγμα της λίστας με τα ψώνια: αυτός που ψωνίζει δεν αποκλείεται να χρειαστεί να πάρει μια δική του απόφαση για το αν θ’ αγοράσει ας πούμε βούτυρο ή μαργαρίνη. Ο πρακτικός συλλογισμός δεν επιβάλλει πρακτική ομοιομορφία. Χωρίς να είναι ‘‘λιγότερο’’ συλλογισμός, μπορεί να μας αφήνει την ελευθερία να πάρουμε εμείς την απόφαση (ή να μας υποδεικνύει ένα ορισμένο τρόπο δράσης χωρίς ν’ αποκλείει άλλους).»

Βενσάν Ντεκόμπ, Le Raisonnement de l’ Ours (2007)


Σημ. HS. Εξαιρετικού ενδιαφέροντος βιβλίο, αλλά και θέμα, στο οποίο όπως καταλαβαίνετε θα επανέλθουμε. Διευκρινίζω ότι πρόκειται για συρραφή αποσπασμάτων από ένα κεφάλαιο, και ότι τους τίτλους τους έβαλα εγώ για να διευκολύνω τη διαδικτυακή ανάγνωση (όπως και ό,τι είναι μέσα σε αγκύλες).  


17 Σεπτεμβρίου 2016

Φαινό-μενά


Ορμητική επαναφορά με απανωτές αναρτήσεις; Χμμμ… λοιπόν το πράγμα έχει κάπως έτσι: τον τελευταίο καιρό, με αφορμή την εκπομπή όπου περιλάβαμε τρυφερά (φαπ! φουπ!) κάποιες απόψεις του Αγκάμπεν, έχει ανάψει εντός και περί τους df μια θυελλώδης συζήτηση γύρω από το φλέγον ζήτημα του «υποκειμένου», με αποτέλεσμα ένα συναρπαστικό στροβιλισμό όλων των σχετικών κοινωνιολογικών θεωριών και φιλοσοφικών προσεγγίσεων. Ασφαλώς, όλα αυτά θα τα φέρουμε σιγά-σιγά στο άπλετο διαδικτυακό φως, αλλά ίσως δεν είναι άκαιρο να σας δώσουμε μια μικρή οπτικοακουστική γεύση του πεδίου μάχης. Ορίστε:




16 Σεπτεμβρίου 2016

Η ζωή στον εξαϋλωμένο κόσμο

Ένας άνθρωπος που αγωνιά δεν μπορεί παρά να ρωτήσει: 
όταν παραλογίζομαι, τι μπορώ να εμπιστευθώ;

Από τον άνθρωπο-δέσμη αντιλήψεων …

Ernest Gellner (1925-1995)
«Με τον ερχομό ενός ενοποιητικού οράματος του κόσμου [στη Νεωτερικότητα και μέσ’ από τα δίδυμα ρεύματα του Υλισμού και του Εμπειρισμού], ο άνθρωπος έπρεπε να επιστρέψει στη Φύση ─μια Φύση νοούμενη σαν ένα ενιαίο σύστημα, υποκείμενο σε σταθερούς και ουδέτερους νόμους─ και να γίνει κατανοητός σαν ένα μέρος της παρά ως συνέπεια παρέμβασης κάποιας ανώτερης, θεϊκής δύναμης στον κόσμο. Πιθανότατα, ο βασικός συντελεστής αυτής της αναφυσικοποίησης του ανθρώπου ήταν η θεωρία της γνώσης, η οποία λειτούργησε ως ο Μεγάλος Ισοπεδωτής, επιμένοντας ότι ο άνθρωπος γίνεται γνωστός στους άλλους και στον εαυτό του με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο γνωρίζει οτιδήποτε άλλο: μέσω των αισθήσεών του. Οι αισθήσεις ήταν οι οικουμενικές κατασκευαστικές μονάδες, το θεμελιώδες υλικό των πάντων. (…)

Οι στοχαστές της εμπειριστικής παράδοσης είχαν πράγματι υποθέσει ότι ο μόνος τρόπος για να αποκλείσουμε το υπερφυσικό από την αντίληψή μας για τον άνθρωπο, ήταν να επιμένουμε ότι όλη η γνώση προέρχεται αποκλειστικά από τις αισθήσεις. Το να ταυτίσουμε τα όρια του νου με τα όρια των αισθήσεων φαινόταν καλή ιδέα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο άνθρωπος ήταν πλασμένος αποκλειστικά από φυσικά υλικά. Υπέθεταν ότι τα υπερφυσικά στοιχεία εισέρχονταν από υπερφυσικά κανάλια, οπότε, εάν αυτά τα κανάλια φράσσονταν, τότε τα αλλότρια στοιχεία και απαιτήσεις δεν θα μπορούσαν πια να εισέλθουν, και το αποτέλεσμα θα ήταν ένας άνθρωπος φτιαγμένος αποκλειστικά από γήινα στοιχεία, που θα ανταποκρινόταν μόνο σε ανθρώπινες και ανθρωπιστικές προσταγές. (…)

Ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της θεώρησης αυτής ήταν ο Ντέιβιντ Χιούμ. (…) Το έργο του Πραγματεία για την Ανθρώπινη Φύση (1739) έδωσε μια πέρα ως μη-δυϊστική εκτίμηση του ανθρώπου, και μάλιστα σε συνέχεια με τη Φύση.  Οι απόψεις του όσον αφορά τα ανώτερα στοιχεία του ανθρώπου, τόσο για την αφηρημένη σκέψη όσο και για την ηθική, ανήκαν βαθύτατα σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, μακράν από το ν’ αποβλέπουν σε κάτι πέραν της φυσικής τάξης. Γι’ αυτόν, οι ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επίγευση των αισθήσεων (sensations) και η ηθική δεν είναι τίποτε άλλο από μια υπόθεση των αισθημάτων (feelings) –αισθήσεις, οι οποίες εν τέλει εξυπηρετούν τη συλλογική μας άνεση.

Έτσι, η παλιά συμβίωση Αγγέλου και Θηρίου [των προ-νεωτερικών αντιλήψεων για τον άνθρωπο] αντικαταστάθηκε από τη διάσημη ιδέα του εαυτού ως Δέσμη Αντιλήψεων (Bundle of Perceptions), οι οποίες διαδέχονται η μια την άλλη με ασύλληπτη ταχύτητα και βρίσκονται σε διαρκή ροή και κίνηση. Τα κατατετμημένα, διαφανή και συνεπώς κατά βάση ακίνδυνα στοιχεία από τα οποία συναπαρτίζεται αυτή η δέσμη, είναι ακριβώς  ίδια μ’ εκείνα που απαρτίζουν οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο της Φύσης, με τη μόνη διαφορά ότι συσσωρεύονται μέσω των αισθήσεων. (…)

Όμως οι αισθήσεις, οι οποίες ανέλαβαν έτσι όλη την ευθύνη για τους στόχους και τις αξίες μας, απλώς και μόνο λόγω της έλλειψης άλλου πιθανού ανταγωνιστή, ήταν κι αυτές οι ίδιες πολύ ήρεμες και συνετές. [Έτσι] ο Άνθρωπος-Δέσμη ήταν ένας συνδυασμός καλοφαγά και λογιστή, με μια επιπλέον δόση ελεήμονος ευαισθησίας. Διήγε τη ζωή του διερευνώντας τα γούστα του και προσχεδιάζοντας τη μεγαλύτερη ικανοποίησή τους. Η υποτιθέμενη συμπόνια του για τους άλλους τον προδιέθετε να διευκολύνει και τη δική τους ικανοποίηση, αν και σε κάπως μικρότερο βαθμό από τη δική του.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια περισσότερο άψυχη και μη-ρεαλιστική θεώρηση του ανθρώπου. (…)

Ένα παραπλανητικό επιχείρημα αποτελούσε τη βασική εξήγηση όλων αυτών: επειδή μόνον η εμπειρία μάς παρέχει αποδείξεις σχετικά με τον κόσμο (κάτι που πιθανότατα είναι αλήθεια), κι επειδή η εμπειρία αποκτάται λίγο-λίγο (πολύ αμφίβολο), ως εκ τούτου το μόνο σωστό μοντέλο ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι εκείνο που αντιμετωπίζει την εμπειρία σαν αποτέλεσμα της συσσώρευσης και του συνδυασμού συναισθημάτων και αισθήσεων, δυνάμενων να ενδοσκοπηθούν (κάτι που είναι εντελώς ανακριβές). (…)

Όμως στην πραγματικότητα, ο Άνθρωπος-Δέσμη έγινε αποδεκτός κι ευπρόσδεκτος, όχι μόνο επειδή ήταν το επακόλουθο ενός λανθασμένου συμπεράσματος. Υπήρχαν επίσης περισσότερο συγκεκριμένοι λόγοι για την αποδοχή ενός τόσο αισιόδοξου οράματος για τον άνθρωπο. Οπτιμιστικά κοινωνικά δόγματα, όπως η ‘‘φυσική αρμονία των συμφερόντων’’, η δυνατότητα επίτευξης μιας κοινωνικής ευρυθμίας στηριζόμενης στη συναίνεση και με ελάχιστο (ή ακόμα και καθόλου) εξαναγκασμό ─αυτά τα δόγματα πλανιόνταν επίσης στον αέρα κατά τη διάρκεια του 18 και του 19 αιώνα. Η εικόνα της αβλαβούς και άδολης ‘‘δέσμης αντιλήψεων’’ εναρμονιζόταν μ’ αυτές τις ουτοπικές προσδοκίες, κι εκείνες με τη σειρά τους φαίνονταν να παρέχουν ένα είδος επιβεβαίωσης για μια ψυχολογία γεννημένη από την εμπειριστική εικόνα της γνώσης. (…)

… στον κόσμο-δέσμη εικασιών

Στις ρίζες του Εμπειρισμού βρίσκεται η ιδέα ότι (1) όλα τα πράγματα γίνονται γνωστά με τον ίδιο κατά βάση τρόπο, και ότι (2) τίποτα δεν μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από την απόδειξη ότι υπάρχει –απόδειξη που διαμορφώνεται και αξιολογείται από τους ανθρώπους. […]

Αλλά αυτό μας φέρνει σε μια διπλά δυσχερή θέση. Εφ’ όσον δεν μπορούμε πλέον να ισχυριζόμαστε ότι γνωρίζουμε την αλήθεια και το ψέμμα a priori και να τα συνδέουμε με Καλούς και Κακούς ανθρώπους, όλες πεποιθήσεις απαιτείται, ιδανικά πλέον, να είναι αυθεντικές, ορθολογικά αιτιολογημένες βάσει κοινώς διαθέσιμων αποδείξεων. Όμως την ίδια ακριβώς στιγμή, επειδή δεν εξαιρούμε πια τον άνθρωπο από τη Φύση αλλά επιμένουμε να τον θεωρούμε σαν κομμάτι της που υπόκειται στους νόμους της, όλες οι πεποιθήσεις αντιμετωπίζονται ως συνέπειες των αιτιωδών διαδικασιών εντός μας και κατά συνέπεια ως μη-αυθεντικές, ως «αναγώγιμες» στα προηγούμενα ή αιτιώδη πλαίσια που τις προκαλούν ή τις δημιουργούν. (…)
Όμως το όριο μεταξύ αναγώγιμου και αυθεντικού δεν μπορεί μάλλον ποτέ να χαραχθεί με ακρίβεια. (…)
Ούτε εμείς, ούτε οι κοινότητες των οποίων είμαστε μέλη διαθέτουν πραγματικά οποιεσδήποτε a priori, απόλυτες βεβαιότητες. Ό,τι γνωρίζουμε, το γνωρίζουμε μόνον επειδή τα μέχρι τώρα στοιχεία έτυχε να δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Μέχρις εδώ όλα καλά: μ’ αυτή την απλή διατύπωση ο Εμπειρισμός δεν ακούγεται τόσο καταστροφικός. Αλλά είναι. Καταλήγει άμεσα στο ότι τα πάντα στον κόσμο είναι απλώς εικασίες. Στοιχεία που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον ─και τώρα πια είμαστε αναγκασμένοι να σεβόμαστε τα στοιχεία και μόνο τα στοιχεία─, μπορεί να τον ακυρώσουν ή να τον μεταμορφώσουν σε βαθμό που να μην αναγνωρίζεται καν.
Ο Καρτέσιος θεωρούσε πως η μέθοδος της ριζικής αμφιβολίας [η οποία συνίσταται στη σταδιακή απόρριψη οτιδήποτε εμπεριέχει έστω και την ελάχιστη αμφιβολία, ώστε να καταλήξει σε μια απόλυτα βέβαιη και αναμφίβολη αλήθεια, εφόσον αυτή υπάρχει] τον οδηγούσε προς το παρόν (pro tem) σε ένα προσωρινό (par provision) εαυτό. Αλλά τώρα είμαστε πια καταδικασμένοι να ζούμε σ’ ένα προσωρινό κόσμο. Ο Χιούμ θεωρούσε τον εαυτό ως μια δέσμη αντιλήψεων. Αλλά τώρα ζούμε σ’ ένα κόσμο ο οποίος είναι μια δέσμη εικασιών. Και μια δέσμη εικασιών δεν αποτελεί κατοικήσιμο κόσμο. (…)
Ένας άνθρωπος που κατοικεί σε έναν, κατά την Καρτεσιανή ορολογία, κόσμο όπου όλα είναι υποθετικά, όπου βασιλεύουν οι αποδείξεις και όπου όλες οι αξίες [δηλαδή τα πρίσματα με τα οποία αξιολογούμε τις πράξεις και τη ζωή μας] πλέουν αποσπασμένες από τα γεγονότα και τα μοτίβα τους, αιωρούμενες στη μεταβατική φάση μιας επ’ αόριστον διαρκούς προσωρινότητας, ένας τέτοιος άνθρωπος κατοικεί σ’ έναν ετοιμόρροπο και θλιμμένο κόσμο.»

Έρνεστ Γκέλνερ, Το ψυχαναλυτικό κίνημα. Η πανουργία του παραλόγου (1985)
στα ελληνικά, εκδ. Αρμός (2015)


Σημ. HS. Μετά τη μουσική επανάκαμψη, επανερχόμαστε και με το γραπτό λόγο μέσα την παραπάνω συρραφή αποσπασμάτων από ένα βιβλίο σημαντικό για την κατανόηση τόσο των βασικών ρευμάτων σκέψης που διαμόρφωσαν κυριαρχικά το σύγχρονο κόσμο μας, όσο και της μυθικής απόπειρας μιας συνθετικής αναπλήρωσης των κενών τους, η οποία έγινε γνωστή ως ψυχανάλυση. Βέβαια, σήμερα βρισκόμαστε ένα βήμα πιο πέρα, προς την κατεύθυνση όμως της διάλυσης μάλλον παρά του ξεπεράσματος αυτών των ρευμάτων σκέψης. Παρ’ όλα αυτά, αυτά που επισημαίνει ο Γκέλνερ δεν έχουν «παλιώσει». Ίσα-ίσα, διατηρούν την πολεμική αξία τους στο βαθμό που αυτός ο ετοιμόρροπος και θλιμμένος κόσμος παραμένει κυρίαρχος. 
 

Ο Γκέλνερ, φιλόσοφος και κοινωνικός ανθρωπολόγος, θεωρείται από τους σημαντικότερους μελετητές του προβλήματος του εθνικισμού, τον οποίο συνέδεσε με τη νεωτερικότητα, τη λεγόμενη «βιομηχανική επανάσταση» και την εκτεχνίκευση της κοινωνίας. Γνωστός έμεινε επίσης για την ολομέτωπη επίθεσή του (με το βιβλίο του Words and Things, 1959) εναντίον του φιλοσοφικού ρεύματος που εμπνεόταν από τον αγαπημένο και σεβαστό μας Λούντβιχ Βιτγκενστάιν.

05 Σεπτεμβρίου 2016

Με το φθινόπωρο ξανάρχονται...

Είμαστε εδώ
Όταν ανακαλύπτεις πως η αλήθεια ήταν ψέμμα
Και το μυαλό σου πάει να σπάσει
...


When the truth is found to be lies
And all the joy within you dies
Don't you want somebody to love
Don't you need somebody to love
Wouldn't you love somebody to love
You better find somebody to love

Tears are running down your dress
And your friends, baby they treat you like a guest
Don't you want somebody to love
Don't you need somebody to love
Wouldn't you love somebody to love
You better find somebody to love


 Your eyes, I say your eyes may look like his
Yeah, but you suddenly find out he never is

Don't you want somebody to love?
Don't you need somebody to love?
Wouldn't you love somebody to love?
You better find somebody to love


 When the garden flowers, baby are dead, yes and
Your mind, your mind is so full of red
Don't you want somebody to love
Don't you need somebody to love
Wouldn't you love somebody to love
You better find somebody to love

31 Ιουλίου 2016

Βοηθήματα μνήμης



Μίζερε μικροαστέ! Πάντα τούτος ο φόβος μη τύχει και πάει κάτι χαμένο, αυτή η στεναχώρια που νοιώθει ο τσιγκούνης για ο,τι πετιέται.
Μια έμμονη ιδέα, ένα ιδανικό:μια κοινωνία που δε θα πετά τίποτα,  που τα αντικείμενά της θα διαρκούν εσαεί και που
οι δύο κύριες λειτουργίες της -η παραγωγή και η κατανάλωση- θα επιτελούνται χωρίς να δημιουργούν κατάλοιπα!

Το όνειρο της τέλειας αστικής δυσκοιλιότητας.

ο Αλέξανδρος Συρέν, δανδής των σκουπιδιών, στα Μετεωρολογικά του Μ.Τουρνιέ (σ.80)
Βιβλίο που διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται.Σοβαρό βοήθημα μνήμης.
Για να μη ξεχνιόμαστε!
Ότι πρέπει για τις εντατικές καλοκαιρινές σας αναγνώσεις.


09 Ιουλίου 2016

Οι ενεργές δυνάμεις μας

Τόμας Ράιντ (1710-1796)
Με όλα όσα συμβαίνουν εδώ και καιρό, είναι να σου κόβεται η λαλιά, αλλά παρακαλώ, παρακαλώ, παρακαλώ μην αφήσετε ποτέ να σας συμβεί! Κοιτάξτε…

«Οι διεργασίες του ανθρώπινου πνεύματος μπορούν να χωριστούν σε δυο κατηγορίες: τις μοναχικές και τις κοινωνικές.

Ονομάζω μοναχικές τις διεργασίες που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μόνος του, χωρίς να σχετίζεται με κανένα άλλο νοήμον ον.

Ονομάζω κοινωνικές τις διεργασίες που δεν μπορούν να γίνουν χωρίς μια κοινωνική σχέση με κάποιο άλλο νοήμον ον.

Ένας άνθρωπος μπορεί να βλέπει, να ακούει, να θυμάται, να κρίνει, να συλλογίζεται, μπορεί ακόμα ν’ αποφασίζει, να κάνει σχέδια και να τα εκτελεί, όλα αυτά χωρίς να εμπλέκεται κανένα άλλο νοήμον ον. Αυτές είναι οι μοναχικές πράξεις.

Όταν όμως κάνει μια ερώτηση θέλοντας να λάβει μια πληροφορία, όταν δίνει τη μαρτυρία του για κάποιον γεγονός, όταν δίνει μια εντολή στον υπηρέτη του, όταν δίνει μια υπόσχεση ή όταν φτιάχνει ένα συμβόλαιο, όλες αυτές οι πράξεις είναι κοινωνικές πράξεις του πνεύματος, οι οποίες δεν μπορούν να υπάρξουν καν χωρίς την εμπλοκή κάποιου άλλου νοήμονος όντος, που μετέχει σε αυτές.

Ανάμεσα στις πνευματικές διεργασίες που, ελλείψει κάποιου καλύτερου όρου, ονόμασα μοναχικές και αυτές που ονόμασα κοινωνικές, υπάρχει η εξής σημαντική διαφορά: στην περίπτωση μιας μοναχικής διεργασίας, δεν είναι αναγκαία η έκφρασή της με λέξεις ή με κάποιο άλλο σημείο. Όμως στις κοινωνικές διεργασίες, η έκφρασή τους με λέξεις ή με κάποιο άλλο σημείο είναι ουσιώδης. Αυτές οι διεργασίες δεν μπορούν καν να υπάρξουν αν δεν εκφραστούν με λέξεις ή με σημεία, και αν δεν γνωστοποιηθούν στον άλλον, που μετέχει σε αυτές


Τόμας Ράιντ, Δοκίμια πάνω στις ενεργές δυνάμεις του ανθρώπου,
Δοκίμιο Δ΄: Περί Ηθικής
(1788)

Σημ. HS Με δυο λόγια, η γλώσσα παίζει συστατικό ρόλο στις κοινωνικές διεργασίες του ανθρώπινου πνεύματος. Από εξαιρετικό κείμενο του Β. Ντεκόμπ με τον πολύ πονηρό τίτλο «Κληρονομείστε τον εαυτό σας!».  
Ενημερωτικά: Οι ραδιοεκπομπές μας θα πάνε διακοπές. Οι αναρτήσεις μας εδώ θα συνεχιστούν σε καλοκαιριάτικους ρυθμούς. Καλό σαββατοκύριακο!



02 Ιουλίου 2016

Οικονομία και τέχνη και υποκείμενο. Δυο εκπομπές σε μια ανάρτηση!

Με καθυστέρηση δύο εβδομάδων ανεβάζουμε την 31η εκπομπή εκείνης της Τετάρτης της 15ης του Ιούνη όπου



τριγυρίζοντας  ένα κείμενο του Franco Bifo Berardi με τον μυστηριώδη τίτλο "Ποίηση και Οικονομία", ξαναθυμίζουμε τις σχέσεις του καλλιτέχνη με τον κόσμο, αναφερόμαστε σε κάποιες πρακτικές του -από δω κι από κει- και προσπαθούμε να τρομάξουμε τους ακροατές με κάποιες μουσικές επιλογές που κατηγορήθηκαν, σε στιγμές, για νεκρολυρικές, εκεί γύρω στο 21'-22' και δίχως να τα χάνουμε από την τρομερή ζέστη που μας χτυπά κατακέφαλα συνεχίζουμε ασυνεχώς

.... στην επόμενη εκπομπή όταν άξαφνα, δεκαπέντε μέρες μετά μέσα στην παραζάλη της καυτής Αθήνας, ξεπροβάλει το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ,όπου



με αφορμή αυτή τη φορά ένα κείμενο του Τζορτζιο Αγκάμπεν για τη Μητρόπολη, κείμενο εναλλασσόμενο πότε εδώ πότε εκεί, και το χειρότερο...και εδώ και εκεί ταυτόχρονα, επιχειρεί να μας μπερδέψει. Μα οι danger.few δεν δίστασαν σε άλλες και άλλες μπερδεψοδουλειές. Ξεκαθαρίζουμε το σεληνιακό έδαφος πάνω στο οποίο σκεφτόμαστε και μιλάμε έπειτα από την έκλειψη του κλασικού επαναστατικού υποκειμένο και προχωράμε με μουσικές επιλογές, που λίγο πολύ αναφέρονται και στο πρόσφατο Μπρέξιτ. Οι ευρωσκεπτικιστές αγανακτούν, οι ευρωτζουτζούκοι χτυπιούνται...με δηλώσεις όπως αυτή των Motorhead: "Ρε παιδιά δεν μας νοιάζει το μέλλον της Ευρώπης, τι θέλετε να κάνουμε;" (και πράγματι ο Lemmy απήχε!)
Ναι γιατι; Το lost Johnny θα το παίζουμε εκπομπή παρά εκπομπή τι θες;
Ακούστε τι έγινε...!

29 Ιουνίου 2016

ΣΗΜΕΡΟΝ! Εκπομπή 32 | ΟΙ περιπέτειες του υποκειμένου συνεχίζονται


...και θα συνεχίζονται από ότι όλα δείχνουν

Στο διαγαλαξιάκό radiobubble στις 4μμ. ακριβώς, θα προσπαθήσουμε ξανά να βρούμε την άκρη.

Υπάρχει "διττή φύση του υποκειμένου";
Τι'ν τούτο;
Μπορεί ο άθρώπος να τρέχει και να στέκεται;
Να ζητά τη σκλαβιά που θα τον ελευθερώσει;
Να βασανίζει και να βασανίζεται;
Να κατανοεί απορώντας;
Να ελπίζει και να απελπίζεται;
Υπάρχει η ακινησία;
Ωπ, για κάτσε....
και τότε τι είναι τα αντικέιμενα αν όλα είναι υποκείμενα;
Ουφ, μισό λεπτό ζαλίστηκα!

Λίγο νερό...

Συντονίσου!


Κατα τη διαρκεια της εκπομπής μπορείτε να κάνετε εδώ σχόλια. 
Τα βλέπουμε!

15 Ιουνίου 2016

Όλα συνεχίζονται x3



Στην κοινωνική παραγωγή της ύπαρξής τους οι άνθρωποι έρχονται αναπόφευκτα σε καθορισμένες σχέσεις, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, δηλαδή σε σχέσεις παραγωγής, που αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα στην ανάπτυξη των υλικών δυνάμεων της παραγωγής. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, την υλική βάση, πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής των συνθηκών της υλικής ζωής καθορίζει τη γενική διαδικασία της κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ζωής. Δεν είναι η συνείδηση που καθορίζει την ύπαρξη των ανθρώπων, αλλά η κοινωνική τους ύπαρξη καθορίζει τη συνείδησή τους. -
Καρλ Μαρξ, 1859

Προσφέροντας μια καρικατούρα των ανταγωνισμών, η εξουσία πιέζει τον καθένα να είναι υπέρ ή κατά της Μπριζίτ Μπαρντό, του νέου μυθιστορήματος, της Σιτροέν Κατρ Σεβώ, του σπαγκέτι, της τεκίλας, της μίνι φούστας, του ΟΗΕ, των κλασικών ανθρωπιστικών σπουδών, της εθνικοποίησης, του θερμοπυρηνικού πολέμου και του ώτο-στοπ. Ζητιέται η γνώμη όλων για κάθε λεπτομέρεια προκειμένου να τους αφαιρεθεί ακόμη αποτελεσματικότερα η δυνατότητα να έχουν μια γνώμη για την ολότητα. Ο ελιγμός, όσο χοντροκομμένος κι αν είναι, θα πετύχαινε αν οι περιοδεύοντες αντιπρόσωποι, που έχουν επιφορτιστεί να τον πλασάρουν χτυπώντας κάθε πόρτα, δεν ανακάλυπταν κι αυτοί την αλλοτρίωσή τους. - Ραούλ Βανεγκέμ, 1963


Θα κλείσω τα πενήντα, έζησα τριάντα χρόνια σε μια εποχή αδιάκοπα ταραγμένη, γεμάτη φόβο και ελπίδα, και ήλπιζα ότι κάποτε θα τελείωναν ο φόβος και η ελπίδα. 

Είμαι υποχρεωμένος να παραδεχτώ ότι όλα συνεχίζονται.
- G.Hegel, 1819



13 Ιουνίου 2016

Εκπομπή 31 | Η τέχνη στο απόσπασμα και τα μυαλά στα κάγκελα



Αύριο, Τετάρτη, 14/6, κι αν όλα πάνε καλά, θα βάλουμε σε δοκιμασία όλα όσα, δικιολογημένα ή αδικιολόγητα, μας έχουν κάνει ─στα μάτια πολλών και μάλλον όχι για καλό─ «τεχνολάτρες». 

Και δεν είναι λίγα, παναθεμά τα!

Από πού ν’ αρχίσουμε, από πού να περάσουμε και πού να τελειώσουμε

Θα πουν ίσως ορισμένοι: «εδώ ο κόσμος καίγεται…» ─όμως αξίζει, λέμε, να σκεφτούν το ενδεχόμενο ότι τα ζητήματα αυτά πρέπει να μπαίνουν στο τραπέζι ειδικά όταν ο κόσμος καίγεται.


Κλασικά στη Ραδιόφουσκα

σταθερά 4 με 6 το απόγευμα

κι όπως πάντα καυτή συζήτηση - τρελή μουσική


26 Μαΐου 2016

Λέξεις με προοπτική την ανία, τη θολούρα και την παρεξήγηση

«Η μεταβίβαση της εμπειρίας από τον ένα άνθρωπο στον άλλο γίνεται μέσω της λέξης. Ό,τι έχει γίνει βίωμα, δίνει στη λέξη υπεύθυνο βάθος, την κάνει μαρτυρία του προσώπου, μια όψη της προσωπικής του ουσίας. Μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, εμπειρικοί ή θεωρητικοί, επιστήμονες ή χειρώνακτες, οι άνθρωποι είναι η εμπειρία του κόσμου. Γι’ αυτό το λόγο έχει μικρή σημασία εάν η εμπειρία του ενός ανθρώπου είναι διαφορετική από την εμπειρία του άλλου, εφόσον αυτή ακριβώς η διαφορά επιτρέπει να υπάρξει ο διάλογος και δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να διακρίνει τον κόσμο μέσω ενός άλλου ανθρώπου, να κοινωνήσει ένα σύνδεσμο που δημιούργησε ο άλλος άνθρωπος. (…)

Η επιθετική ασυνεννοησία της εποχής μας τρέφεται από το γεγονός ότι η τεχνική ζωή συσκοτίζει το περιεχόμενο του κόσμου για χάρη πράξεων, οι οποίες συμβαίνουν χωρίς τον άνθρωπο. Έτσι οι άνθρωποι καταντούν να διαθέτουν λέξεις, μέσα στις οποίες συχνά δεν υπάρχει απολύτως τίποτε. Αν όμως η λέξη δεν περιέχει τον κόσμο όπως τον εσωτερικεύει ο άνθρωπος, τότε δεν είναι δυνατό να προσφέρει την εγγύηση της εμπειρίας του, ούτε και να δεχτεί την εγγύηση μιας άλλης προσωπικής εμπειρίας. Κι όταν η γλώσσα δεν διαθέτει αντίκρυσμα, τίποτα δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να φουσκώνουν αυθαίρετα την πραγματικότητα και όταν συνομιλούν, να εκπροσωπούν μια υπόθεση που δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει με τις άλλες, παράλληλες μεγαλοστομίες. (…)

Τελικά, η ίδια η συνομιλία χάνει το ενδιαφέρον της αφού κατά βάθος η ζωή του ανθρώπου παύει να ενδιαφέρει όσους ζουν κοντά του: όταν ο άνθρωπος δεν επιβάλλει πια τη θέλησή του στον κόσμο, τότε η ζωή του παύει να έχει βιογραφική αξία. Ακόμα κι αν του συμβεί κάτι το έκτακτο, πρόκειται περί κάποιου αναπόφευκτου γενικού απρόοπτου συμβάντος (ένας σεισμός, μια καταστροφή, κ.λπ.) που, ακριβώς επειδή είναι αναπότρεπτο και κοινό για όλους, δεν αξίζει τον κόπο να μεταδοθεί στους άλλους και μέσα από τη γλώσσα. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που οι άνθρωποι βαλθούν να μεταδώσουν γλωσσικά τέτοιας λογής συμβάντα σε όσους δεν τα υπέστησαν, τις περισσότερες φορές δεν αφηγούνται πώς αντιμετώπισαν τον αιφνιδιασμό και πώς φάνηκαν άξιοι της στιγμής, ώστε να δώσουν στους ακροατές τους ένα παράδειγμα συμπεριφοράς, αλλά πώς παραδόθηκαν στον απροσδόκητο ξένο και τι ακριβώς είπε και έπραξε αυτός. Έτσι, ακόμη κι αν η ιστορία αυτή είναι καμιά φορά ενδιαφέρουσα, το ενδιαφέρον της δεν βασίζεται σ’ εκείνους που τη διηγούνται.

Οι άνθρωποι γίνονται λοιπόν μεταξύ τους ανιαροί, καθώς δεν έχουν να διηγηθούν τίποτε άλλο παρά μόνο ό,τι πληροφορούνται: «έμαθες τα νέα;», «διάβασες τι είπε ο Χ;», «είδες το τάδε φιλμ;», ρωτούν, και συνεχίζουν για να δείξουν ότι όχι μόνο δεν έχασαν την ευκαιρία, αλλά συνέλαβαν το φαινόμενο με λεπτομέρειες, τις οποίες οι άλλοι δεν πρόσεξαν —κι ούτε καν τους περνάει απ’ το μυαλό ότι, κομπάζοντας, διατρέχουν τον κίνδυνο να θίξουν πράγματα που δεν γνωρίζουν. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ομιλία αποκτά ένα περίεργο υποκειμενικό χαρακτήρα, που κάποια στιγμή θα εξοργίσει τους άλλους άπαξ και αντιληφθούν ότι τα λεγόμενα δεν συμφωνούν προς ό,τι εκείνοι υποθέτουν. Αυτό βέβαια δεν διορθώνει τα πράγματα, διότι οι αποδέκτες της ένστασης, ακριβώς επειδή μιλούν για να κάνουν επίδειξη, θεωρούν ότι θίγονται και βιάζουν τη γλώσσα ακόμα περισσότερο να τους ακολουθήσει στην καταστροφή του νοήματός της.

Ο λόγος γίνεται σήμερα άμετρος επειδή δεν βασίζεται στην πραγματικότητα, αλλά εκφράζει την προσπάθεια του ανθρώπου να ξεχωρίσει απο τη μάζα, να παρουσιαστεί όπως δεν είναι, να υπερνικήσει τη μηδαμινότητά του προβάλλοντας ακλόνητους ισχυρισμούς, να δώσει στον εαυτό του και στους άλλους την αίσθηση ενός εγώ, το οποίο, σε ό,τι το πολυτιμότερο έχει, σκορπίζεται μέσα στον κόσμο. Να λοιπόν πώς συμβαίνει οι άνθρωποι, μην έχοντας εσωτερική αντίληψη των πραγμάτων, να διαπληκτίζονται ατέρμονα. (…)

Έτσι πολλαπλασιάζεται το φαινόμενο των ‘‘πνευμάτων αντιλογίας’’. Όσοι κινδυνεύουν να χάσουν την αίσθηση της ύπαρξής τους, αρνούνται κι αντιλέγουν συνεχώς και χωρίς λόγο με την ελπίδα ότι, αντιλέγοντας και πάλι αντιλέγοντας, θα δοκιμάσουν τι είναι οι ίδιοι. Μοιάζουν δηλαδή με ανθρώπους που θα έπαιρναν φόρα και θα ’πεφταν πάνω σ’ ένα τοίχο ώστε να πονέσουν και να καταλάβουν έτσι πως υπάρχουν. (…)

Ο άνθρωπος που κλονίζεται εσωτερικά αναγκάζει σήμερα το λόγο του να γίνει αυταρχικός και να μη θέλει να διακρίνει την ορθότητα ιδίως όπου αυτή υπάρχει, αφού η παραδοχή αυτή θα σήμαινε για τον ίδιο ότι απέτυχε στη σκέψη του και θα πρέπει να έρθουν άλλοι για να τον απαλλάξουν από την πλάνη. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, η συστηματική αντίρρηση και αντιλογία είναι μια προσπάθεια να υπερνικηθεί η κρίση της συνείδησης —μια τακτική για να μην παρατηρήσει ο άνθρωπος πού βρίσκεται το πραγματικό του πρόβλημα κι έτσι να λησμονήσει ό,τι ακριβώς δεν θέλει να παραδεχτεί. (…)

Κατά συνέπεια, ο σημερινός, τεχνικός άνθρωπος δεν κινείται μόνο εκτός λόγου, αλλά επιπλέον φοβάται το λόγο αφού υπάρχει κίνδυνος να του δείξει ότι τόσο καιρό τον πέρασε άσκεφτα. Το ότι με αυτό τον τρόπο στο τέλος υποβιβάζει τη λέξη σε τεχνικό σήμα και τον εαυτό του σε εκτελεστή του σήματος, αυτό είναι κάτι που δεν του περνάει απ' το μυαλό. (…)

Από εδώ προκύπτει η αδιαφορία και η απαξίωση του σημερινού ανθρώπου για την αλήθεια. Αφ’ ενός μεν οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πια το βάθος του κόσμου, διότι τότε θα ήταν δυνατό να προκύψουν υποχρεώσεις που να καθυστερήσουν την τεχνική τους απόδοση και κατά συνέπεια να βλάψουν την κοινωνική τους θέση. Αφ’ ετέρου, δεν είναι περήφανοι για την ύπαρξή τους, αποδοκιμάζουν σιωπηρά τον τρόπο ζωής τους και δεν αντέχουν, έτσι όπως είναι, στο εσωτερικό βλέμμα όσων ζουν στο πλευρό τους. Κι ένας τρίτος λόγος είναι ότι η ζωή προγραμματίζεται μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια, περιορίζεται μέσα σε πράγματα που δεν μιλούν και συγχρόνως χάνει την εσωτερική της ένταση και το σύνδεσμό της προς το περιβάλλον, το οποίο αποκρούει τον άνθρωπο και μένει απαθές σε ό,τι τον συγκινεί και τον φοβίζει. (…)

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άνθρωποι αρχίζουν ολοένα και περισσότερο να ζουν από την ικανότητά τους να δημιουργούν και να προμηθεύονται σενάρια προσωπικής ανωτερότητας. Και καθώς ο σημερινός άνθρωπος τείνει να χρειάζεται την πλάνη σαν όρο για να ζήσει αυτή την απρόσωπη ζωή, το ψέμμα γίνεται η βιολογική βάση της ιστορίας: στο όνομά του επιτρέπονται τα πάντα.

Φυσικά, όσο ο άνθρωπος τάσσεται υπέρ του ψεύδους άλλο τόσο θα ήθελε στην τάση του αυτή να μην συμμετέχει άλλος κανείς. Ο ίδιος θέλει να πλανά τους άλλους, αλλά με τίποτα δεν θέλει να πέφτει θύμα της δικής τους ικανότητας να ψεύδονται και να τον παραπλανούν. 

Σε αυτό το πλαίσιο ζωής, το πού βρίσκεται η αλήθεια, καταντάει μια ερώτηση άνευ σημασίας κι οι άνθρωποι λογομαχούν χωρίς ούτε και να ελπίζουν ακόμα ότι το έπαθλο της διαμάχης τους θα είναι η αλήθεια: το μόνο που τους ενδιαφέρει, είναι ο τρόπος με τον οποίο μια πλάνη θα καταρρίψει μια άλλη πλάνη, ή μια άγνοια θα ξεγυμνώσει μια άλλη άγνοια.»

Σπύρος Κυριαζόπουλος, Η σημερινή γλώσσα. Γλωσσολογία της Τεχνικής. (1964)


Σημ. HS. Το βιβλίο είναι στην καθαρεύουσα, οπότε έκανα μια σχετική απόδοση για να διαβάζεται ευκολότερα σήμερα. Αξίζει να θυμίσουμε τις πιο πρόσφατες εκλεπτύνσεις της σύγχρονης απαξίωσης της αλήθειας, όπως μας τις κατέδειξαν π.χ. ο φιλόσοφος, ή ο σύγχρονος οικονομικοπολιτικός λόγος, και πώς στέκεται απέναντί τους ο ποιητής.




25 Μαΐου 2016

Κύριε διαιτητά, με κοίταξε! Σφύρα φάουλ, δώσε πέναλτι, βγάλε κόκκινηηηη!


Είναι πολύ γνωστή στους απανταχού Γης μπαλαφίλ η φάση κι η καζούρα που πέφτει με ομάδες ή παίκτες που –είτε επειδή είναι απλώς άβγαλτοι, είτε το συνηθέστερο επειδή έχουν καλομάθει να τους παίζει η διαιτησία 90-10 υπέρ τους (να ‘ναι καλά η προεδράρα!)–, με το που τους κοιτάζει ο αντίπαλος, πέφτουν κάτω και ωρύονται για φάουλ.

Ε, λοιπόν, τέτοια ευτράπελα δεν συμβαίνουν μόνο στα γήπεδα-γήπεδα, αλλά και σε άλλες αρένες της ζωής, ειδικότατα δε στο Μαρακανά του δημόσιου λόγου. Ω ναι! Μόλις χτες λ.χ., είδαμε στο διαδίκτυο κάποιους να φωνάζουν και να καταγγέλλουν για «κακόβουλο σχόλιο», «φανατισμό» (!), «ανελευθερία και εμπάθεια» (!!), «δογματικό μίσος» (!!!) και «ρητορική μίσους» (!!!!) έναν άνθρωπο που απλώς τους κοίταξε!

Απίστευτο; Και όμως…

Ο Κώστας Δεσποινιάδης είναι ο άνθρωπος που κοίταξε:

και η Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης είναι οι … μάτιασμένοι:

Φιλελεύθερα παιδιά ψυχραιμία, δεν παίζεται έτσι η μπάλα. Ούτε καν το μπάντμινγκτον!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1789 190cm 1917 1965 1968 2008 Α. Σοπενχάουερ/A. Schopenhauer αγάπη Αισχύλος Άκης Πάνου Αλαίν Καγιέ/Alain Caillé Άλαν Τιούρινγκ/Alan Turing Αλέξανδρος Κοζέβ/Alexandre Kojève Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Σμέμαν/Alexander Schmeman Αλέξανδρος Τομπάζης Αλεξάντερ Μπέρκμαν/Alexander Berkman Αλέξης Ασλάνογλου αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Αλμπέρ Καμύ/Albert Camus Άλμπερτ Σπέερ/Albert Speer Αλταμίρα αμνησία Αναξίμανδρος αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κρούγκερ/Ann Krueger Ανρί Λεφέβρ/Henri Lefebre Ανρί Μισώ/Henry Michaux Ανρί Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Άνταμ Σμιθ/Adam Smith Αντίνοος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ Αντρέ Κερτέζ/André Kertész Αντρέ Ορλεάν/André Orléan Άντυ Γουώρχολ.Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής απανθρωπιά Αποκάλυψη Ιωάννου Αργυριάδης Άρης Κωνσταντινίδης Άρθουρ Λένινγκ/Arthur Lehning Άρθουρ Τζένσεν/Arthur Jensen Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Ασφαλιστικό Άυν Ραντ/Ayn Rand αυτό που θα ξανάρθει αυτογκόλ Β. Γκ. Ζέμπαλντ/W.G. Sebald Β.Η. Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίν Βολόσινοφ/Valentin Voloshinov Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Καραποστόλης Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βέρνερ Χέρτσογκ/Wernwe Herzog Βερολίνο βία Βιετνάμ Βίκτορ Μπούλλα/Victor Bulla Βίκτορ Σκλόφκσι/Victor Chklovski Βίκτορ Φρανκλ/Victor Frankl Βίκτωρ Ουγκώ/Vicror Hugo Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνσεντ Μπράουν/Vincent Browne βιοτεχνολογία βοηθήματα μνήμης Βολταίρος Βομβάη Βόρειοι Γαλαρίες Γένεσις Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γιάννηδες Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος Γιεβγκένι Ζαμιάτιν/Yevgeny Zamyatin Γιόζεφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen γιορτή Γιούργκεν Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιόχαν Γκριμονπρε/Johan Grimonprez Γιόχαν Χάιζινχα/Johan Huizinga Γιώργος Μακρής Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton γκαντέμης απολογητής Γκέοργκ Βύχνερ/Georg Büchner Γκεοργκ Ζίμελ/Georg Simmel Γκεόρκι Λούκατς/Georgy LuKacs Γκετζ Άλυ/Gotz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκιόργκι Λίγκετι/György Ligeti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουίλιαμ Έγγλετον/William Eggleton Γουίλιαμ Μόρρις/William Morris Γουίλιαμ Μπάροους/William Burroughs Γουίλιαμ Σαίξπηρ/William Shakespear Γρηγόρης Βαλτινός Δανία του Βορρά Δανία του Νότου Δελφοί Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα δικαιοσύνη ΔΝΤΟΟΣΑΤΡΟϊΚΑΘΕΣΜΟΙ δόγμα Τρούμαν Δουβλίνο Ε. Βιλ/E. Will Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Ο.Ζ. Ε.Χ. Γονατάς εγωπαθείς διανοούμενοι εθελοδουλεία εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκλογές εκπομπές Ελένη Μπέλου Ελευθερία Ελίας Κανέττι/Elias Canetti Ελίζαμπεθ Άνσκομπ/E. Anscombe Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier Έντγκαρ Λη Μάστερς / Edgar Lee Masters εντιμότητα εξατομίκευση εξέγερση εξορία εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός επαναφορά Επενδυτικό περιβάλλον επιβίωση επιστήμη Έρασμος εργασία ερείπια Έρικ Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbawm Έρνεστ Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνστ Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνστ Κασσίρερ/Ernst Cassirer Έρνστ Μπλοχ/Ernst Bloch Ερυθρογράφος Ετιέν ντε λα Μποεσί/E. de la Boetie Ευγένιος Αρανίτσης Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez ευγονική ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία ευχές Ζ. Νταβί/G. Davy Ζακ Ελλύλ/Jacques Ellul Ζακ Λακάν/Jacques Lacan Ζακ Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ζακ Ντεριντά/Jacques Derrida Ζακ Πρεβέρ/Jacques Prévert Ζακ Σαπίρ/Jacques Sapir Ζαν Ιτάρ/Jean Itard Ζαν Λυκ Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ζαν Μορώ/Jeanne Moreau Ζαν-Ζακ Ρουσσό/Jean-Jacques Rousseau Ζαν-Πιερ Βουαγιέ/Jean-Pierre Voyer Ζάχα Χαντίντ/Zaha Hadid Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζίγκμουντ Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Ζιλ Ντελέζ/Gilles Deleuze Ζιλ Ντωβέ/Gilles Dauvé Ζορ Βον/Zohr Vaughan Ζορζ Μπατάιγ/Georges Bataille ζωή ΗΒ ηθική Θ. Ρόσζακ/Th. Roszak Θανάσης Σβώλος θάνατος Θάτσερ/Ρήγκαν θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεός Θεοφάνης Μελάς Θίοντορ Αντόρνο/Theodor Adorno θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Ίαν Χάκινγκ/Ian Hacking Ιβάν Παβλόφ/Ivan Pavlov Ιγνάτιος Λογιόλα ιδεολογία ιδρύματα τέχνης Ιζιντόρ Ντυκάς Λωτρεαμόν/Isidore Ducasse Lautréamont ικέτες Ιράν Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ/Isaac Bashevis Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιωάννα Τσιβάκου Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Καβαλκάντι/Cavalcanti Κάθλην Ράιν/Kathleen Raine Καλκούτα καλλιτέχνες Καλοκαίρι Καλούμενος Καντ κάπο Καραμανλής Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik καριοφίλι Καρλ Κορς/Karl Korsch Καρλ Κράους/Karl Kraus Καρλ Μαρξ/Karl Marx Καρλ Πολάνυι/Karl Polanyi Καρλ Χέκερ/Karl Hocker Καρτέσιος/Descartes καταναλωτικοπαραγωγισμός καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου κατηχητική νοσταλγία Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό Κιουσόπουλος Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλοντ Λεβί Στρώς/Claude Levy Strauss κοινωνιοποίηση Κομμούνα κομμουνισμός Κομμουνιστικό Μανιφέστο Κονγκό Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κορέα Κορνήλιος Καστοριάδης κορπορατισμός Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil κράτος κρίσεις πανικού κρίση κρισολογία Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κριστίν Λαγκάρντ Κρίστοφερ Λας/Ch. Lash Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαιωάνου Κώστας Παπαϊωάνου Κωστής Βελόνης λαβύρινθος Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε Λένιν Λεόν Βαλράς/Léon Walras Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λέων Σεστώφ/Lev Shestov Λίντον Τζόνσον/Lyndon Johnson Λιούις Μάμφορντ/Lewis Mumford Λισιέν Μαλζόν/Lucien Malson λογική λογοκρισία Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Μπάϋρον/Lord Byron Λουί Ντυμόν/Louis Dumont Λουίς Μπουνιουέλ/Louis Bunuel Λούντβιχ Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λυγκέας Μ. Ντριούρι/M. Drury Μαγιακόφκι/Mayakovski μαγιονέζα Μάικ Κέλυ/Mike Kelley Μάικλ Χάρντ/Michael Hardt Μάιλς Ντέιβις/Miles Davis Μάλκολμ Χ μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μάπετς Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρί ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Marina Tsvetaeva μαρξιστές-λενινιστές Μαρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρσέλ Μαριέν/Marcel Mariën Μαρσέλ Μως/Marcel Mauss Μαρσέλ Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρτιν Μπούμπερ/Martin Buber Μάρτιν Χάϊντεγγερ/Martin Heidegger μελαγχολία Μεσαίωνας μετά τον πόλεμο μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μετανάστευση μεταφυσική μετάλλαξη Μετεωρολογικά μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίκαελ Λέβι/Michael Loewy Μικελάντζελο Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni μικροαστισμός Μίλτον Φρίντμαν/Milton Friedmann Μίλτος Σαχτούρης Μιράντα Τερζοπούλου μισαλλοδοξία Μισέλ Αλιετά/Michel Aglietta Μισέλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μισέλ Σερ/Michel Serres Μισέλ Τουρνιέ/Michel Tournier Μισέλ Φουκώ/Michel Foucault μισθωτοί σκλάβοι Μιχαήλ Μπακούνιν/Michail Bakunin Μιχαήλ Μπαχτίν/Mikhael Bachtine ΜΜΕ Μόμπυ Ντικ Μουσείο Ακρόπολης μουσική Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπάτσης Μπερνάρντο Σοάρες/Bernardo Soares Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιενάλε Μπουκανιέρος Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μπρους Σπρίνγκστιν/Bruce Springsteen Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί νεοφιλελευθερισμός Νικ Κέιβ/Nick Cave Νικολό Μακιαβέλλι Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Νταβός νταντά Ντέιβιντ Λυντς/David Lynch Ντέιβιντ Μπομ/David Bohm Ντέιβιντ Ρικάρντο/David Ricardo Ντέιβιντ Χιούμ/David Hume Ντιμίτρι Πρίγκοφ Ντιτρόιτ Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott ξένιοι Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Ο κήπος Ο Μικρός Πρίγκηπας Ο. Χ. Άουντεν/W. H. Auden οικονομία Οκτάβιο Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ολοκληρωτισμός ομιλίες Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης πανοπτικόν πανσέληνος Παπάγος παράδοση παραπληροφόρηση Παρίσι Πάσχος Μανδραβέλης Πάτρικ Ούρεντνικ/Patrik Ourednik πένθος Πέπη Ρηγοπούλου Πέτρος Αρτάνης Πήτερ Μπρουκ/Peter Brook Πήτερ Ουότκινς/Peter Watkins Πιέρ Κλαστρ/Pierre Clastres Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν/P.J. Proudhon πίστη Πίτερ Κρήφτ/Peter Kreeft Πλαστήρας Πλάτωνας Πλεύσις πλουραλισμός ποίηση πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική προλεταριάτο Προμηθέας Δεσμώτης πρόοδος προπαγάνδα Πωλ Βαλερύ/Paul Valery Πωλ Βιριλιό/Paul Virilio Πωλ Ζοριόν/Paul Jorion Πωλ Ζωγραφάκης Ρ. Τζακομπι/R. Jacobi Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρίνγκο Σταρ/Ringo Star Ρίτσαρντ Κόμπντεν/Richard Cobden Ρίτσαρντ Ρόρτι/Richard Rorty Ροβεσπιέρος Ροβινσώνας Κρούσος Ροζα Λουξεμπουργκ Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg Ροκαμπίλι Ροκφέλερ Ρομπέρ Αντέλμ/Robert Antelme Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ρόμπερτ Φρανκ/Robert Frank Ρόμπερτ Χας/Robert Hass Ρούντι Σαιν Ζυστ/Saint Juste Σαρλ Μπωντλερ/Charles Baudeilaire Σελίν/Céline Σεμπάστιαν Χάφνερ Σέρεν Κίρκεγκωρ/Soren Kierkegaard σθένος Σίγκμουντ Φρόιντ/Sigmund Freud Σιμόν Βέιλ/Simone Weil Σιμόν Λέις/Simon Leys σινεμά ΣΙΣΒ/SICV Σίσυφος σκάκι σκεπτικισμός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Zizek Σλάβοϋ Ζιζεκ/Slavoj Zizek Σοκούροφ/Sokurov σολιψισμός Σομαλία σοσιαλδημοκρατία Σουδάν Σουν Τζου σουρεαλισμός σοφία σοφιστές Σπιναλόγκα Σπινόζα/Spinoza Σπύρος Κυριαζόπουλος Στάλιν σταλινισμός Στάνλεϊ Κάβελ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στεφάν Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανoς Ροζάνης Στήβεν Πίνκερ/Steven Pinker στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου συμβολικό πεδίο Σύναψις Συνταγή για μαγιονέζα Σύνταγμα Σφαγεία σχέδιο Μάρσαλ Σωκράτης σώμα Τ. Λεπελτιέ/Th. Lepeltier Τ. Ρ. Μιλλς/C. W. Mills Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot Τάκης Μίχας Τάσος Λάγγης τεστ τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα τεχνοφύση Τζ. Α. Γκόλντστοουν/J.A. Goldstone/Τζ. Τζ. Μ. Κούτσι/J.M..Coetzee Τζ. Ρ. Σάουλ/J.R. Saul Τζ.Μ. Κούτσι/J.M. Coetzee Τζακάρτα Τζέημς Μπάλντουιν/James Baldwin Τζέιμς Φρέιζερ/James Frazer Τζέρεμι Μπένθαμ/Jeremy Bentham Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι/Gianfranco Sanguinetti Τζιόρτζιο Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Τζο Στράμερ/Joe Strummer Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ/J.K. Galbraith Τζον Σηρλ/John Searle Τζον Στάινμπεκ/John Steinbeck Τζόρτζ Όργουελ/George Orwell Τζορτζ Στάινερ/George Steiner Τζούλια Κρίστεβα/Julia Cristeva Το καταραμένο απόθεμα Το Ξεπέρασμα της Τέχνης Τοκβίλ/Tocqueville Τόμας Μαν/Tomas Mann Τόμας Πίντσον/ Thomas Pynchon Τόμας Ράιντ/Thomas Reid Τόνι Νέγκρι/Toni Negri Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τουρισμός τραγωδία τριλεκτική Τσαρλς Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Τσαρλς Ντέιβενπορτ/Charles Davenport τυραννία τύψεις Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach υλισμός ύπνος υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Β. Μουρνάου/F.W. Murnau Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερνάντο Πεσσόα/Fernando Pessoa Φιλανθρωπία φιλία Φίλιπ Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι/Fyodor Dostoevsky Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φρ. Έμπερτ/Fr. Ebert Φρ. Φουρκέ/Fr. Fourquet Φρ. Χάγιεκ/Fr. Hayek Φράνσις Μπέικον/Francis Bacon Φρανσουά Λυοτάρ/François Lyotard Φρανσουά Σιμιάν/François Simiand Φραντς Κάφκα/Frantz Kafka Φρέντερικ Τέιλορ/Frederick Taylor Φρεντερικ Τζεϊμσον/Frederick Jameson Φρίντριχ Ένγκελς/Friedrich Engels Φρίντριχ Νίτσε/Friedrich Nietsche Φριτς Λάιστ/Fritz Leist φρμκ Φύση Φώτης Τερζάκης Χ. Τζ. Θορώ/H.J. Thoreau Χ.Λ. Μπόρχες/J.L. Borges Χ.Μ Ενζενσμπέργκερ χαρά Χάρι Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Χέγκελ/Hegel Χειρτ Μακ/Geert Mak Χέρμαν Μέλβιλ/Herman Melville Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse Χίλαρι Κλίντον χιούμορ Χιροσίμα Χομπς/Hobbes χοντρό δούλεμα Χουάν Βίβες/Juan Vives χρεοκοπία χρήμα Χρήμα και Μαγεία Χρήστος Βακαλόπουλος χριστιανισμός χρόνια πολλά χρόνος ψέμματα ψυχή Ψυχρή Ιδεολογία ωφελιμισμός Arvo Pärt/Άρβο Παρτ auld lang syne beton7 Bob Dylan Bob Marley Bodies Christopher Cinemarian CoBrA comedia dell' arte dangerfew David Bowie Don Delillo/Ντον Ντελίλο Donella Meadows/Ντονέλα Μήντοους Einsatzgruppe D Emil Cioran/Εμιλ Σιοράν Emile Durkheim/Εμίλ Ντυρκέμ European Media Art Festival F. C. Stanley Finno-Ugrian suicide hypothesis Franco "Bifo" Berardi/Φράνκο "Μπίφο" Μπεράρντι Frank Zappa gosplan Grafton Happyfew Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Ihab Hassan/Ιχάμπ Χασσάν Il Consigliere Inger Christensen/Ίγγα Κρεστενσεν Internationale Lettriste/Λεττριστική Διεθνής Internationale Situationniste/Καταστασιακή Διεθνής intothepill izi Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer John Fowles/Τζον Φόουλς John Locke/Τζων Λοκ Johnny Cash Keith Richards Kurt Schwitters/Κουρτ Σβίττερς L'Internazionale La Commune Les Levres Nues Malaguena Marjorie Perloff/Μάρτζορυ Πέρλοφ Melanie Pain memento mori mofferism/μοφερισμός Necrology No name in the street Nosotros RadioBubble remap 2 Robert Oppenheimer/Ρομπερτ Οπενχάϊμερ Roberto Juarroz RSA Salon De Vortex sexbox Sunrise Tales from the Crypt The Adicts The Beatles The Crass The Great Society The Gun Club The Juniors The Meteors The Morlocks The Please The Rolling Stones The Ruts The Sonic Youth The Stooges The Stranglers The Three Johns The UK Subs TwixtLab Vince Taylor Wall Street Journal War wobblies Woody Allen/Γούντι Άλλεν Zabriskie Point Zoviets