18 Οκτωβρίου 2018

Χρόνος και υποκείμενο στον Γκυ Ντεμπόρ

Αναδημοσιεύω εδώ ένα αρκετά παλιότερο κείμενό μου (2003) - τον άλλο μήνα θα κλείσουν 24 χρόνια από το θάνατο του Ντεμπόρ. HS

Διαβάζοντας το βιβλίο του  Anselm Jappe για τον Γκυ Ντεμπόρ (Γκυ Ντεμπόρ, Ελεύθερος Τύπος, 1998), διαπίστωσα ότι παρ’ ό,τι ο συγγραφέας του έχει μια αρκετά καλή αντίληψη του  θέματος, του διαφεύγει η ουσία. Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου απλό το θέμα «Γκυ Ντεμπόρ». Νομίζω όμως ότι ο Γιάπε στενεύει υπερβολικά τον Γκυ Ντεμπόρ προκειμένου να ενισχύσει τη δική του άποψη των πραγμάτων.

Μια προκρούστεια προσέγγιση

Για παράδειγμα, ευθύς εξαρχής αφαιρεί από το σώμα της σκέψης του Ντεμπόρ όλα όσα αφορούν στο ζήτημα της οργάνωσης με το σκεπτικό, ότι αυτό το ζήτημα «ήταν σημαντικό άλλοτε, αλλά σήμερα παραπέμπει μάλλον σε βυζαντινές διαμάχες γύρω από την ανθρώπινη ή θεία φύση του Χριστού» (Γιάπε, σελ. 15).  Έτσι όμως ξεχνάει αυτό που δήλωνε με έμφαση ο ίδιος ο Ντεμπόρ:

Η άγνοια πάνω στην οργάνωση είναι η κεντρική άγνοια πάνω στην πράξη. Όταν είναι ηθελημένη άγνοια, τότε δεν εκφράζει παρά τη δειλή πρόθεση μιας απόσυρσης από τον ιστορικό αγώνα (…) Το σφάλμα πάνω στην οργάνωση είναι το κεντρικό πρακτικό σφάλμα. Αν είναι θελημένο, αποσκοπεί στο χειρισμό των μαζών. Αλλιώς, είναι τουλάχιστον το πλήρες σφάλμα πάνω στις συνθήκες της ιστορικής πρακτικής. Είναι λοιπόν το θεμελιώδες σφάλμα μέσα στην ίδια τη θεωρία της επανάστασης.[1]


Αυτή η παρασπονδία του Γιάπε δεν εξυπηρετεί μια καλύτερη αποτίμηση του Γκυ Ντεμπόρ, αλλά μάλλον την ενίσχυση της δικής του άποψης, σύμφωνα με την οποία τα οργανωτικά ζητήματα υποτίθεται πως ανήκουν στο παρελθόν και μάλιστα συνδέονται με την «οντολογική» ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρχει ένα «υγιές» υποκείμενο μέσα στον αλλοτριωμένο κόσμο. Διότι κατά τον Γιάπε, το «προτσέσο της αφαίρεσης» κυριαρχεί τόσο ολοκληρωτικά στην σημερινή κοινωνία, ώστε είναι αφελές να μιλάμε, όπως οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ, για «επικοινωνία»:

Όπως συνέβη και στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε στην υπόθεση ότι η πραγμοποίηση συγκρούεται μ’ ένα υποκείμενο η ουσία του οποίου δεν υποκύπτει στην πραγμοποίηση. Το υποκείμενο, ακόμα και όπως παρουσιάζεται εδώ και τώρα, πρέπει να είναι, εν μέρει τουλάχιστον, φορέας απαιτήσεων και επιθυμιών διαφορετικών από  εκείνες που δημιουργεί η πραγμοποίηση. Στο Ιστορία και ταξική συνείδηση, όπως και στην Κοινωνία του Θεάματος, μοιάζει να απουσιάζει η υποψία ότι το υποκείμενο θα μπορούσε να έχει διαβρωθεί εντός του από  τις δυνάμεις της αλλοτρίωσης η οποία, καθορίζοντας έτσι το ασυνείδητο των υποκειμένων, τα κάνει να ταυτίζονται ενεργά με το σύστημα που τα εμπεριέχει (Γιάπε, σελ. 41).
Οι λέξεις «ψέμα» και «ψεύδομαι» είναι πολύ συχνές στην Κοινωνία του  Θεάματος και η σπουδαιότητα που αποδίδεται στην «επικοινωνία» παραπέμπει επίσης στην ιδέα μιας αλήθειας που κρύβεται κάτω από το πέπλο της πλαστοποίησης και περιμένει να έλθει στο φως. Μια τέτοια αλήθεια οφείλει να ανήκει σ’ αυτό το αναπαλλοτρίωτο, ως προς την ουσία του, υποκείμενο, για το οποίο μιλήσαμε ήδη. (στο ίδιο, σελ. 167).

Έτσι, μετά από αυτή τη χειρουργική αφαίρεση της οργανωτικής σκέψης από το σώμα του Ντεμπόρ, ο Γιάπε προχωράει σε μια «ψυχιατρική» εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία το ενδιαφέρον των καταστασιακών για τα οργανωτικά ζητήματα ήταν «σχεδόν ψυχαναγκαστικό» (Γιάπε, σελ. 163)!

Η αποκοπή του θεωρητικού από τον αγωνιστή Ντεμπόρ

Το αποτέλεσμα αυτών των αυθαίρετων αφαιρέσεων και στενεμάτων είναι ότι τελικά, κατά τον Γιάπε, το μοναδικό ενδιαφέρον της σκέψης του  Ντεμπόρ, η μοναδική «επικαιρότητα» και η «πραγματική καινοτομία της, βρίσκεται κατά μεγάλο μέρος στην υπογράμμιση του βασικού ρόλου της ανταλλαγής και της αρχής της ισοτιμίας στη σύγχρονη κοινωνία» (σελ. 175). Γιατί; Όχι διότι έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα, αλλά επειδή ο ίδιος ο Γιάπε δεν βλέπει στη σημερινή κοινωνία παρά ένα ολοκληρωτικό θρίαμβο της αλλοτρίωσης και σε καμμιά στιγμή κάποιες όψεις του  αγώνα εναντίον της. Γι’ αυτό άλλωστε, πολύ χαρακτηριστικά, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι οι ιδέες του  Ντεμπόρ παρέχουν «τουλάχιστον ΕΝΑ πλεονέκτημα για το απελευθερωτικό σχέδιο: για πρώτη φορά μπορεί να κινητοποιήσει προς όφελός του το ένστικτο της επιβίωσης» (σελ. 187, η υπογράμμιση του  Γιάπε). Το ένστικτο της επιβίωσης! Μπορντίγκα![2]

Με αυτό τον τρόπο, ο Γιάπε βλέπει τον Ντεμπόρ ουσιαστικά σαν ένα «θεωρητικό της αλλοτρίωσης», κάπως ανάλογο π.χ. του Λούκατς ή του Αντόρνο, και εκτιμά σαν «πραγματική καινοτομία» του ως προς εκείνους το ότι ο Ντεμπόρ ανέλυσε τη σύγχρονη μορφή της αλλοτρίωσης, το «θέαμα». Από εδώ είναι σαφές, ότι ο Γιάπε υποτιμά πλήρως τον Ντεμπόρ ως αγωνιστή εναντίον της αλλοτρίωσης. Η αγωνιστική σκέψη του Ντεμπόρ, η οποία αποτυπώνεται στις οργανωτικές συλλήψεις του, στην οργανωτική πράξη του και στον τρόπο που συνέλαβε το ιστορικό υποκείμενο, ανήκουν κατά τον Γιάπε στο παρελθόν και δεν απηχούν παρά ψευδαισθήσεις, «οντολογικές» παρεκκλίσεις και «σχεδόν ψυχαναγκαστικά» ενδιαφέροντα!

Αυτή η οπωσδήποτε προκρούστεια προσέγγιση του  Γιάπε στον Ντεμπόρ φαίνεται και από δύο ακόμα πολύ σημαντικές μειώσεις και αφαιρέσεις. Κατ’ αρχήν, ενώ ο Γιάπε εντοπίζει πολύ σωστά στο Ιστορία και Ταξική συνείδηση του Γκιόργκι Λούκατς μια πολύ σημαντική πηγή έμπνευσης του Ντεμπόρ, την υπερτιμά σε βάρος άλλων εξίσου σημαντικών πηγών της σκέψης του με αποτέλεσμα να διαβάζει την «Κοινωνία του Θεάματος» σχεδόν αποκλειστικά με βάση το δεύτερο κεφάλαιό της («Το εμπόρευμα σαν θέαμα»). Όμως έτσι, του  διαφεύγει η σημασία του τέταρτου κεφαλαίου που είναι και το μεγαλύτερο και πιο αγωνιστικό κεφάλαιο  της Κοινωνίας του  Θεάματος, στο οποίο ο Ντεμπόρ δεν αντλεί πλέον από τον Λούκατς αλλά από άλλες μαρξιστικές πηγές, όπως ο Καρλ Κορς (εδώ, η όλη ανάλυση του Ντεμπόρ για τον Χέγκελ, τη σοσιαλδημοκρατία και το λενινισμό, ή ακόμα και για την ιστορικότητα της κριτικής θεωρίας, είναι παρμένη από τον Κορς[3]) και την ιστορική συμβουλιακή «υπεραριστερά» (η οποία καταπιάστηκε ακριβώς με το ζήτημα της οργάνωσης και της αντιπροσώπευσης[4]). 

Επόμενο λοιπόν είναι, ότι ο Γιάπε δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σημασία των παρακάτω διαπιστώσεων, που ο Ντεμπόρ άντλησε από τη δική τους εμπειρία:

Η ίδια ιστορική στιγμή όπου ο μπολσεβικισμός θριάμβευσε για λογαριασμό του στη Ρωσία και η σοσιαλδημοκρατία αγωνιζόταν νικηφόρα υπέρ του  παλιού κόσμου, σημαδεύει την ολοκληρωμένη γένεση μιας τάξης πραγμάτων που βρίσκεται στο κέντρο της κυριαρχίας του  σύγχρονου θεάματος : η εργατική αντιπροσώπευση ήρθε σε ριζική αντίθεση με την εργατική τάξη. (Η Κοινωνία του  Θεάματος, § 100).

Η επαναστατική αντιπροσώπευση του  προλεταριάτου σ’ αυτό το στάδιο αποτέλεσε συγχρόνως τον κύριο παράγοντα και το βασικό αποτέλεσμα της γενικής πλαστοποίησης της κοινωνίας. (ΚτΘ, § 101).

Αλλά είπαμε, για τον Γιάπε η ενασχόληση με την αντιπροσώπευση είναι σύμπτωμα … «ψυχαναγκασμού»!

Η αποκοπή του Ντεμπόρ από το συλλογικό καταστασιακό εγχείρημα

Η άλλη αφαίρεση του  Γιάπε, είναι η σχετική «αποκοπή» του  Ντεμπόρ από τους καταστασιακούς. Πράγματι ο Ντεμπόρ, όπως τον θέλει ο Γιάπε, δηλαδή σαν απλός  «θεωρητικός της αλλοτρίωσης» και σαν «θεωρητικός του  θεάματος», σε αρκετά σημεία απομακρύνεται από τη σκέψη των καταστασιακών. Ωστόσο, όλα τα μεγάλα θέματα της αγωνιστικής σκέψης του  Ντεμπόρ ανήκουν πλήρως στη σκέψη και το συνολικό εγχείρημα των καταστασιακών και η αλήθεια είναι, ότι μόνο στο πλαίσιο αυτού του συλλογικού εγχειρήματος μπόρεσε ο Ντεμπόρ να τα συλλάβει στον μεγαλύτερο πλούτο τους. Αντίθετα, όσο το συνολικό καταστασιακό εγχείρημα (και με ευθύνη του  Ντεμπόρ) φτώχαινε και όσο ο Ντεμπόρ απομακρυνόταν από αυτό, τόσο περισσότερο η σκέψη του είτε έχανε τον αγωνιστικό χαρακτήρα της και μετατρεπόταν σταδιακά σε μια εν πολλοίς ασφυκτική, αυτοαναφορική και αδιέξοδη[5], θεωρία-πασπαρτού του  «θεάματος» αυτήν ακριβώς τη «θεωρία», που σήμερα επικροτούν διανοουμενίστικοι κοινωνιολογικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι από την Αριστερά έως τη Δεξιά (λ.χ. ο Alain de Benoist και ο Charles Champetier), ακριβώς επειδή της λείπει το αγωνιστικό στοιχείο, ή πάλι μεταλλασσόταν σε μια ελιτίστικη και ναρκισσιστική θεωρία της «απόλαυσης» και της «γοητείας»[6], την οποία επικροτούν με ενθουσιασμό διάφοροι καλλιτεχνίζοντες μποέμικοι κύκλοι, και πάλι ακριβώς επειδή η υιοθέτησή της δεν έχει καμμιά κοινωνική ευθύνη και συνέπεια.

Όπως έχω ήδη επισημάνει αλλού[7], το καταστασιακό εγχείρημα δεν μπορεί να ιδωθεί σαν κάτι περισσότερο ούτε λιγότερο από μια απόπειρα σύντηξης μεταξύ τριών μεγάλων ιστορικών ρευμάτων: της υπαρξιακής σκέψης, με το αίτημά της για υπαρκτική πληρότητα και σύνδεση μεταξύ βιώματος και αναπαράστασης· της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με το αίτημά της για μια συγκλονιστικά όμορφη ζωή· και της πολιτικής πράξης με το αίτημά της για μια κοινωνική ζωή χωρίς διαχωρισμένη εξουσία.

Όσο λοιπόν περιστέλλουμε, όπως κάνει ο Γιάπε, τη σκέψη του  Ντεμπόρ π.χ. στον Λούκατς ή ακόμα και μόνο στον Χέγκελ, είναι αδύνατον να τη συλλάβουμε σε όλο της τον πλούτο – και ταυτόχρονα, αδύνατο να συλλάβουμε πόσο φτώχαινε απομακρυνόμενη από αυτό το συνολικό εγχείρημα.

Ο Γιάπε θεωρεί πως οι απόψεις του  Ντεμπόρ και των καταστασιακών για το υποκείμενο, δηλαδή οι αγωνιστικές τους απόψεις, φλερτάρουν επικίνδυνα με την «οντολογία». Βεβαίως δεν κρίνει σκόπιμο να ξεκαθαρίσει τι εννοεί ως «οντολογία». Είναι γνωστή η προκατάληψη των κλασικών υλιστών εναντίον της οντολογίας, την οποία όμως συνταυτίζουν λαθεμένα με την αντίληψη περί μιας «φύσης» του  ανθρώπου, ενώ απεναντίας η οντολογία αναφέρεται στο «είναι» του  ανθρώπου.

Εδώ λοιπόν, υπάρχει πράγματι ένα πρόβλημα, το οποίο αφορά στον ορισμό του  ιστορικού υποκειμένου —και η αλήθεια είναι, πως δεν είναι πρόβλημα μόνο του  Γιάπε αλλά και του  ίδιου Ντεμπόρ και των καταστασιακών. Στον Ντεμπόρ ωστόσο, και ακόμα περισσότερο στους καταστασιακούς της Διεθνούς, η προβληματική του  υποκειμένου είναι πολύ πιο πλούσια από αυτήν του  Γιάπε.

Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: συνέπειες

Πολύ σωστά ο Γιάπε επισημαίνει ότι ο Ντεμπόρ συνταυτίζει το υποκείμενο με το χρόνο:

Σε πολλές περιστάσεις ο Ντεμπόρ υπογράμμισε ότι η καταστασιακή στάση συνίσταται στην ταύτιση του  υποκειμένου με το πέρασμα του  χρόνου (Γιάπε, σελ. 41).

Ωστόσο, όταν θεωρεί οντολογικές ψευδαισθήσεις και «νεο-αριστερές» παρεκκλίσεις (σελ. 163) τις αναφορές των καταστασιακών στην «επικοινωνία», δείχνει πως δεν κατανοεί ότι, αυτή η σύλληψη του  υποκειμένου σε συνάρτηση με το χρόνο, δεν είναι «οντολογική» με την (παρεξηγημένη) έννοια της αναφοράς σε ένα «φύσει υγιές» υποκείμενο. Ούτε κατανοεί, πως αυτή ακριβώς η σύλληψη του  υποκειμένου σχετίζεται με όλα όσα εννοούσαν οι καταστασιακοί ως «επικοινωνία» συνδέοντάς την με τη «γιορτή», την «κατασκευή καταστάσεων», την «πολυτέλεια»[8], την «κοινότητα» ΚΑΙ με το αγωνιστικό συλλογικό υποκείμενο που εναντιώνεται στην αλλοτρίωση. Έτσι ο Γιάπε φαίνεται να παραβλέπει το γιατί και από πού ο Ντεμπόρ οδηγήθηκε να ορίσει το θέαμα ως «το αντίθετο του  διαλόγου» (ΚτΘ § 18), και για ποιο λόγο, κλείνοντας την «Κοινωνία του  Θεάματος», προσδοκούσε την «επιστροφή του  διαλόγου» (ΚτΘ § 221).

Όμως το γεγονός ότι για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ «ο άνθρωπος (…) είναι ταυτόσημος με το χρόνο» (ΚτΘ § 125), έχει μια μεγάλη σειρά τόσο από προϋποθέσεις όσο και από συνέπειες.

Ας δούμε πρώτα τις συνέπειες, όπως τις εκθέτει ο Ντεμπόρ :

Η νίκη της αστικής τάξης είναι νίκη του  βαθιά ιστορικού χρόνου, γιατί ο χρόνος της οικονομικής παραγωγής μεταμορφώνει την κοινωνία διαρκώς και εξ ολοκλήρου. (ΚτΘ § 141).

Επειδή όμως, συνεχίζει, η αστική τάξη υποτάσσει τα πάντα στην  «ανταλλακτική αξία», γι’ αυτό το λόγο:

[Η] ιστορία, ενώ είναι παρούσα σε όλο το βάθος της κοινωνίας, τείνει να χαθεί στην επιφάνεια. Ο θρίαμβος του ανεπίστρεπτου χρόνου είναι επίσης η μεταμόρφωσή του σε χρόνο των πραγμάτων, διότι το όπλο της νίκης του υπήρξε ακριβώς η μαζική παραγωγή αντικειμένων σύμφωνα με του ς νόμους του  εμπορεύματος. (ΚτΘ § 142)

Η ίδια η αλλοτρίωση είναι, για τον Ντεμπόρ, απαλλοτρίωση του  χρόνου των ανθρώπων:

Απαραίτητη προϋπόθεση για να οδηγηθούν οι εργαζόμενοι στην κατάσταση παραγωγών και «ελεύθερων» καταναλωτών του  χρόνου-εμπόρευμα, υπήρξε η βίαιη απαλλοτρίωση του  χρόνου τους. (ΚτΘ § 159)

 Ωστόσο, ακριβώς επειδή στην αστική τάξη η ιστορία (ο ανεπίστρεπτος χρόνος) είναι παρούσα «σε όλο το βάθος της κοινωνίας», γι’ αυτό:

[Γ]ια πρώτη φορά ο εργαζόμενος, στη βάση της κοινωνίας, δεν είναι πια υλικά ξένος προς την ιστορία, διότι τώρα η κοινωνία κινείται ανεπίστρεπτα από τη βάση της. Το προλεταριάτο, αξιώνοντας να βιώσει τον ιστορικό χρόνο που το ίδιο παράγει, ανακαλύπτει τον αναλλοίωτο πυρήνα του  επαναστατικού σχεδίου, που δεν λησμονήθηκε. (ΚτΘ § 143)

Επομένως, για τους καταστασιακούς και τον Ντεμπόρ το επαναστατικό πρόταγμα και το προλεταριάτο συνδέονται άμεσα με την απαίτηση «βίωσης του  ιστορικού χρόνου». Μάλιστα, αυτό το πρόταγμα το θεωρούσαν αναπόσπαστο από τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», την «κοινότητα» και την «επικοινωνία», ακριβώς επειδή στην απαλλοτρίωσή τους στήθηκε η εμπορευματική κοινωνία :

Αυτή η [αστική] εποχή, που επιδεικνύει στον εαυτό της το χρόνο της, κυρίως σαν ξαφνική επιστροφή πολλαπλών εορτασμών, είναι εξίσου μια εποχή χωρίς γιορτή. Εκείνο που μέσα στον κυκλικό χρόνο ήταν η στιγμή της συμμετοχής μιας κοινότητας στο πολυτελές ξόδεμα της ζωής, είναι αδύνατο για μια κοινωνία χωρίς κοινότητα και χωρίς πολυτέλεια. (ΚτΘ § 154)

Ο Γιάπε τα επισημαίνει όλα αυτά, όμως, έχοντας προσεγγίσει τον Ντεμπόρ από μια πολύ στενή οπτική γωνία, δεν βρίσκει τη βαθύτερη διασύνδεσή τους.

Η καταστασιακή ταύτιση του υποκειμένου με το χρόνο: προϋποθέσεις

Ας δούμε λοιπόν τις ευρύτερες προϋποθέσεις ­της καταστασιακής συνταύτισης του  υποκειμένου με το χρόνο. Επισημαίνοντας μια υπόδειξη του  Ντεμπόρ (ΚτΘ §  161), ο Γιάπε ανάγει την καταστασιακή προβληματική για τη σχέση μεταξύ υποκειμένου και χρόνου αποκλειστικά στον Χέγκελ. Ωστόσο, ο Χέγκελ είναι ένα μόνο από τα στηρίγματα της καταστασιακής σκέψης. Ένας άλλος πυλώνας της, εξίσου σημαντικός, ο οποίος έχει μάλιστα να κάνει άμεσα με αυτή την καταστασιακή προβληματική για το υποκείμενο, είναι η αντί-χεγκελιανή «υπαρξιστική» φιλοσοφία. Ας το εξετάσουμε.

Κάτι που δεν επισημαίνει καθόλου ο Γιάπε όταν εξετάζει τη σύνδεση υποκειμένου και χρόνου στον Ντεμπόρ, είναι το αίσθημα της μελαγχολίας, το οποίο συνοδεύει διαρκώς αυτή τη σύνδεση στο έργο του Ντεμπόρ. Είναι βέβαια αλήθεια, ότι στην Κοινωνία του  Θεάματος ο Ντεμπόρ απλώς το υπαινίσσεται σε μια μόνο στιγμή, όταν αναφέρεται στο τραγούδι του Λορέντζου των Μεδίκων (ΚτΘ § 139). Είναι επίσης αλήθεια, ότι στα «θεωρητικά» γραπτά του γενικότερα συχνά δεν το υπαινίσσεται καν. Ωστόσο, αυτό το αίσθημα της μελαγχολίας είναι διάχυτο και μάλλον κυρίαρχο στο καλλιτεχνικό έργο του  Ντεμπόρ, ιδιαίτερα στις πρώτες του ταινίες που έκανε έως το 1961.[9]

Πράγματι, για τον Ντεμπόρ και τους καταστασιακούς, η χεγκελιανή «αναγκαία αλλοτρίωση» την οποία συνεπάγεται ο χρόνος, δεν είναι καθόλου κατ’ ανάγκην αποδεκτή με νηφαλιότητα, και διόλου χαρά. Για να κατανοήσουμε όμως τι συμβαίνει εδώ, πρέπει να ξεφύγουμε από τις χεγκελιανές και μαρξιστικές πηγές τους, και να εξετάσουμε τις εξίσου σημαντικές «υπαρξιστικές» καταβολές τους. Χρειάζεται δηλαδή μια σφαιρικότερη ματιά στην όλη περιπέτειά τους.

Ο «υπαρξισμός» της καταστασιακής θεώρησης του υποκειμένου: ντεμπορική «μελαγχολία» και κιρκεγκωριανή «απελπισία»

Είναι βέβαιο ότι ο Ντεμπόρ επηρεάστηκε από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και ότι, κατά ένα μέρος, εμπνεύστηκε από αυτόν την έννοια της «κατάστασης»[10]. Ακολουθώντας τον Σαρτρ αλλά και απομακρυνόμενος από αυτόν, ο Ντεμπόρ έγραφε το 1957:

Η ζωή του ανθρώπου είναι μια σειρά αναγκαστικών καταστάσεων. Αν και καμμιά απ’ αυτές δεν είναι ολόιδια με τις άλλες, στην τεράστια πλειοψηφία τους αυτές οι καταστάσεις διαφέρουν τόσο ελάχιστα και είναι τόσο θολές, που δίκαια δίνουν την εντύπωση ότι είναι απαράλλαχτες. Έτσι, οι σπάνιες αληθινά συναρπαστικές καταστάσεις που γνωρίζουμε στη ζωή, την ακινητοποιούν και την οριοθετούν αυστηρά. Πρέπει να προσπαθήσουμε για την κατασκευή καταστάσεων, δηλαδή συλλογικών ατμοσφαιρών, ενός συνόλου εντυπώσεων που θα καθορίζει την ποιότητα μιας στιγμής. (Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων…, βλ. Το Ξεπέρασμα της Τέχνης).

Σε συνάρτηση με αυτά, έγραφε επίσης στο ίδιο κείμενο:

Η καταστασιακή θεωρία υποστηρίζει αποφασιστικά μια ασυνεχή αντίληψη της ζωής. Η έννοια της ενότητας θα πρέπει να μεταφερθεί από την προοπτική μιας ολόκληρης ζωής (…) στην προοπτική μεμονωμένων στιγμών της ζωής και της κατασκευής κάθε στιγμής, χάρη στην ενιαία χρήση των καταστασιακών μέσων. (στο ίδιο).

Οι μη-χεγκελιανές καταβολές αυτών των προτάσεων είναι σαφείς. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια «υπαρξιστική» προσέγγιση των πραγμάτων, στην οποία, όπως γνωρίζουμε, ο Ντεμπόρ είχε έναν εξαιρετικό δάσκαλο, τον Άσγκερ Γιόρν[11]. Πράγματι, κατά τη δεκαετία του  1950 ο Γιόρν είχε αναδείξει τα όρια της χεγκελιανής διαλεκτικής και φαίνεται να βοήθησε τον νεαρό Ντεμπόρ τόσο στην απομάκρυνσή του από τη φιλοσοφία του Σαρτρ όσο και σε μια μύηση στις ιδέες του  προπάτορα του  «υπαρξισμού», του Σέρεν Κίρκεγκωρ[12]. Αξίζει λοιπόν να σταθώ λιγάκι σ’ αυτό το θέμα, διότι από εδώ θα μπορέσουμε να διακρίνουμε με ποιο τρόπο ο Ντεμπόρ αντιλαμβανόταν το υποκείμενο και για ποιο λόγο δεν το αντιλαμβανόταν ούτε ακριβώς «οντολογικά», ούτε ακριβώς ως «υγιές», όπως υποστηρίζει ο Γιάπε.

Είναι γνωστό ότι ο Κίρκεγκωρ διαμόρφωσε τη δική του φιλοσοφία κατά πολύ σημαντικό βαθμό σε αντιπαράθεση με τη φιλοσοφία του  Χέγκελ, για τον οποίον έλεγε πολύ χαρακτηριστικά ότι «δεν ήταν παρά ένας καθηγητής φιλοσοφίας και όχι ένας στοχαστής» (Ημερολόγιο, 1849-1850). Πού εντοπιζόταν αυτή η αντιπαράθεση; Ο Κίρκεγκωρ θεώρησε πως, στην αντίληψη του Χέγκελ το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως διάνοια και μόνο. Για τον Κίρκεγκωρ όμως (και εδώ έχει μεγάλη σημασία το ότι ήταν, έστω και κάπως ιδιότυπα, χριστιανός), η ηθική απόφαση και πράξη δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλής νοητικής ή λογικής διεργασίας. Έτσι, εισήγαγε τον όρο «Ύπαρξη», αντιπαραβάλλοντάς την στο «Είναι», και υποστήριξε πως το υποκείμενο ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώνεται ως «ύπαρξη» (δηλαδή θα λέγαμε: διάνοια συν αίσθηση/σώμα συν συναίσθημα), διευκρινίζοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι αλλά γίνεται «ύπαρξη».

Σε αυτό το «δεν είναι αλλά γίνεται» εντοπίζεται, στον Κίρκεγκωρ (και σε όλη την υπαρξιστική φιλοσοφία), η αγωνιστική και συνάμα εν πολλοίς τραγική σχέση του  ανθρώπου με το χρόνο. Διότι σε αυτή την αντίληψη, η ολοκλήρωση του  ανθρώπου ως ύπαρξη δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων, από τη «φύση» του, αλλά αποτελεί καθήκον του και διακύβευμα της ελευθερίας του. Μέσα στο χρόνο, ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει τον εαυτό του, αλλά μπορεί και να τον χάσει! Αλλά ακόμα κι αν τον κερδίσει κάποια στιγμή, πάλι μπορεί την επόμενη στιγμή να τον χάσει εάν αφεθεί να «διασκορπιστεί» σε ενέργειες αντίθετες προς την υπαρκτική ολοκλήρωση, στην οποία παίρνει μέρος ολόκληρος (ας θυμηθούμε εδώ τι έλεγε ο Γιόρν στο Περί Μορφής). Γι’ αυτό και κατά τον Κίρκεγκωρ, στο χρόνο ο άνθρωπος ζει κατά κανόνα μέσα στην απελπισία.

Πέρα από την εμφανή συγγένεια της κιρκεγκωριανής «απελπισίας» με τη ντεμπορική «μελαγχολία»,  είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της σύλληψης και η συγγένειά της με την «ασυνεχή αντίληψη της ζωής», την οποία υποστήριξε ο Ντεμπόρ στην Έκθεση για την Κατασκευή Καταστάσεων (1956), εφόσον και η μία και η άλλη απορρίπτουν τη (χεγκελιανή) γραμμική αντίληψη του  χρόνου και της εξέλιξης του  υποκειμένου. Πράγματι, εδώ η «σωτηρία», η «ολοκλήρωση» του υποκειμένου, δεν είναι ποτέ βέβαιη αφού καμιά προηγούμενη σωτήρια πράξη δεν μπορεί να αποτελεί σίγουρο έδαφος και κεκτημένο «αίτιο» ενός επόμενου σωτήριου «αποτελέσματος» —οπότε, κάθε «ντετερμινιστικός» εφησυχασμός (π.χ. στο «σχέδιο» της ιστορίας, ή στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων») καθίσταται αδύνατος και γελοίος. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό εδώ, το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κίρκεγκωρ παρουσίαζε κάθε φορά τον εαυτό του «ασυνεχή», με διαφορετικά ψευδώνυμα, όχι από λατρεία του  ψευδωνύμου όσο για να καταδείξει ότι εκείνος που κάθε φορά μιλάει είναι ο ανολοκλήρωτος υπαρκτικά Σέρεν.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός, ότι από τον Κίρκεγκωρ κι έπειτα (δηλαδή πάρα πολύ νωρίτερα από την εμφάνιση της κβαντομηχανικής) ο φιλοσοφικός ντετερμινισμός στη Δύση αρχίζει να χάνει τα πρωτεία του. Μαζί του χάνει το πρωτείο και η διάνοια. Σε αυτή τη γραμμή σκέψης συναντάμε πράγματι, στη συνέχεια τον Φρίντριχ Νίτσε με την συγκλονιστικά τραγική ιδέα του  «εσταυρωμένου Διονύσου» —και αργότερα, πάνω στην ίδια γραμμή, τον φιλόσοφο του Είναι και Χρόνος, τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, που πολύ πριν από τον Ντεμπόρ καταγγέλλει, με τον όρο «Man» (που τόσο μοιάζει με τον «Ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ) τη συμβατικότητα, την «κοινή γνώμη», την ανικανότητα για πρωτοτυπία και προσωπικό τρόπο έκφρασης, την ομοιομορφία της καθημερινής συμπεριφοράς, θεωρώντας ότι μοναδικό μέλημα του  ανθρώπου είναι να ξεφύγει από τις συμβάσεις του Man και να παλέψει για να γίνει «ύπαρξη». Είναι αξιοσημείωτο ότι, και γι’ αυτόν το φιλόσοφο της «ύπαρξης» ο άνθρωπος ζει μέσα στην αγωνία, δηλαδή στον «αόριστο φόβο» μήπως συναντήσει το «Τίποτα», μήπως δεν ολοκληρωθεί υπαρκτικά. Όπως αξιοσημείωτο είναι και το ότι, για τον επόμενο «υπαρξιστή» στοχαστή, τον Σαρτρ, το κύριο συναίσθημα του  ανθρώπου που αναζητεί την υπαρκτική ολοκλήρωση είναι, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, η ναυτία και η αηδία –ενώ για τον Αλμπέρ Καμύ, η τραγική κατάσταση του  «ξένου» και του  «Σισύφου».

Μια μαρτυρία του  Ζαν-Μισέλ Μανσιόν, παλιού φίλου και συντρόφου του  Ντεμπόρ από τα χρόνια του  λετρισμού, είναι διαφωτιστική εδώ και κατά την γνώμη μου ειλικρινής:

Στον Γκυ υπήρχε η αναζήτηση μιας απάντησης, η θέληση να πάει κανείς πιο πέρα από την εξέγερση, κι αυτό ήταν το συναρπαστικό (…) Ο Γκυ ήταν ωστόσο ένας άνθρωπος θλιμμένος. Είχε μια αρκετά πεσιμιστική θεώρηση του  μέλλοντος, έστω κι αν αυτό δεν τον εμπόδιζε να αγωνίζεται. Δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε ότι ήταν διχασμένος αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι πίστευε αληθινά στη δυνατότητα ανατροπής του  κόσμου. Πίστευε απόλυτα στην ανάγκη να την προσπαθήσει κανείς, κι εδώ ήταν σωστός, αλλά κατά βάθος ήταν μάλλον πεσιμιστής. (La Tribu, εκδόσεις Allia, 1998).

Ας θυμηθούμε επίσης εδώ την αναφορά του Ντεμπόρ (στον Πανηγυρικό) στον Εκκλησιαστή και στον Ομάρ Καγιάμ.

Το πάσχον υποκείμενο είναι αυτό που ταυτίζεται με το χρόνο

Εάν έπειτα από όλα αυτά, δούμε την εικόνα του  υποκειμένου στον Ντεμπόρ, καταλαβαίνουμε πως ο Γιάπε κάνει λάθος όταν νομίζει ότι ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί, μιλώντας για «αλλοτρίωση», «επικοινωνία» και «διάλογο», υπονοούν οπωσδήποτε ένα «υγιές» υποκείμενο, ένα «φύσει» υποκείμενο και ότι υιοθετούν μια «οντολογική» (ή μάλλον «φυσική») σύλληψη του  υποκειμένου.

Ο Γιάπε φαίνεται να παραβλέπει, συν τοις άλλοις, το σημαντικό γεγονός ότι ο Ντεμπόρ ήταν ένας άνθρωπος που έπινε συνειδητά, μέχρι και την πλήρη αυτοκαταστροφή του! Ας μην ξεχνάμε, ότι τέτοιες «υπερβολές» ήταν συνήθης πρακτική στους καταστασιακούς. Ας το συνδέσουμε και αυτό με τη συνταύτιση του  ανθρώπου με τον «ανεπίστρεπτο χρόνο» και την υπαρξιακή μελαγχολία. Τότε θα δούμε ότι, κατά ένα πολύ σημαντικό μέρος της σκέψης τους, ο Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί δεν συλλαμβάνουν το υποκείμενο αποκλειστικά και μόνο χεγκελιανά, ούτε μαρξιστικά. Πώς ακριβώς το συλλαμβάνουν όμως;

Εδώ δυστυχώς, δεν μάς βοηθούν οι ίδιοι γενικά, ούτε ο Ντεμπόρ ειδικά. Όχι επειδή δεν το θέλησαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν να το αποσαφηνίσουν. Ο μαρξισμός του Ντεμπόρ, με την εμπιστοσύνη στην «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» και τον αγωνιστικό βολονταρισμό, όπως και η δηλωμένη «μεγαλομανία» του και το γητευτικό παιχνίδι του με τις εντυπώσεις, τον έστρεφαν διαρκώς προς την ιδέα ενός θριαμβεύοντος υποκειμένου, ενός υποκειμένου μάλιστα «απολύτως συνεκτικού», που ασφαλώς ήταν πολύ λίγο καταστασιακό, ελάχιστα σύμφωνο με μια «ασυνεχή αντίληψη της ζωής» και την ποιητική μελαγχολία, ενός υποκειμένου που στο τέλος αφήνεται ανερυθρίαστα να κάνει τον «αυτοπανηγυρικό» του. Όμως με αυτό τον τρόπο (και αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στον Ντεμπόρ), η υπαρξιστικής έμπνευσης καταστασιακή σύλληψη του  υποκειμένου στριμωχνόταν στην καλλιτεχνική πλευρά τους, για να αποδυναμωθεί δραστικά  −χωρίς ωστόσο να σβήσει ολότελα− με τη διαγραφή των καλλιτεχνών από το 1962 κι έπειτα.

Είδαμε ωστόσο, ότι η «υπαρξιστική» σκέψη συλλαμβάνει το υποκείμενο ως ένα υποκείμενο που αγωνίζεται αβέβαια να ολοκληρωθεί υπαρκτικά, βιώνοντας μέσα στον κόσμο μελαγχολία, απελπισία, αγωνία, αηδία, ξενότητα και ένα σισύφειο έργο, και όχι σαν ένα θριαμβεύον «φύσει υγιές» υποκείμενο. Είδαμε, με άλλα λόγια, η σκέψη αυτή συλλαμβάνει το υποκείμενο σαν πάσχον υποκείμενο. Ε λοιπόν, αυτό το πάσχον υποκείμενο δεν είναι προφανώς «υγιές» με την έννοια που το φαντάζεται ο Γιάπε. Δεν είναι δηλαδή εκ φύσεως «πλήρες» και οντολογικά ξένο προς την αλλοτρίωση. Ωστόσο, δεν είναι ούτε απόλυτα υποταγμένο στην αλλοτρίωση, όπως το υποκείμενο που επίσης φαντάζεται ο Γιάπε μιλώντας για την πλήρη κατάληψη του  «ασυνειδήτου» από το «προτσέσο της αφαίρεσης»! Το πάσχον υποκείμενο δεν είναι ούτε εντελώς υγιές, ούτε εντελώς άρρωστο, ούτε ολοκληρωτικά ξένο προς την αλλοτρίωση, ούτε ολοκληρωτικά καθημαγμένο από αυτήν. Βρίσκεται μάλλον σε μια «Τρίτη» κατάσταση ως προς την «υγεία» και την «αρρώστια», την οποία δεν μπορούμε ν’ αντιληφθούμε όσο μένουμε εγκλωβισμένοι στο κλασικό σχήμα όπου «το Α δεν μπορεί να είναι μη-Α, του  τρίτου αποκλειομένου».

Η έκλειψη του πάσχοντος υποκειμένου στον Ντεμπόρ

Αυτό το πάσχον υποκείμενο −το οποίο ανιχνεύεται στον Ντεμπόρ όπου υπάρχει διάχυτη, έστω και υπόγεια, η μελαγχολία− δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί με μια χεγκελιανή αισιοδοξία στην «αναγκαία αλλοτρίωση» του  χρόνου, όπως φαίνεται να σκέφτεται ο Γιάπε. Διότι, αντίθετα από τον Χέγκελ (ή έστω από το ντετερμινιστικό κομμάτι της σκέψης του), στην υπαρξιακή οπτική ο χρόνος και η πορεία του  υποκειμένου δεν είναι μια γραμμική πορεία με λίγο-πολύ εξασφαλισμένο το αίσιο τέλος, αλλά μια πορεία ασυνεχής. «Ασυνεχής», όχι με την έννοια του  ασυνάρτητου, όχι με την έννοια της διαρκούς εναλλαγής «ρόλων», την οποία ευλογεί η σημερινή κυρίαρχη μηδενιστική ιδεολογία της αυτάρεσκης «ρευστότητας» και του χαρωπού υπαρξιακού «χάους», αλλά με την τραγική έννοια του πάσχοντος υποκειμένου.

Αν λοιπόν δούμε, ότι η «υπαρξιστική» ιδέα του  πάσχοντος υποκειμένου και της ασυνεχούς αντίληψης της ζωής ανήκει στις προϋποθέσεις της αγωνιστικής καταστασιακής σκέψης, τότε θα καταλάβουμε καλύτερα μια σειρά από μη-μαρξιστικές έννοιες που θέλησαν να φέρουν στο προσκήνιο οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ —έννοιες όπως η γιορτή, η πολυτέλεια, η κοινότητα, ο διάλογος και η επικοινωνία. Διότι αυτές οι έννοιες, που ο Γιάπε προσπερνάει αλόγιστα, φαίνεται πως ήταν γι’ αυτούς η «γέφυρα» ανάμεσα στην υπαρξιακή μελαγχολία και τη μαρξιστική ιστορική αισιοδοξία. Τι άλλο μπορεί να είναι λ.χ. η «κατασκευή καταστάσεων», ή η «γιορτή», από μια συλλογική συνάντηση πασχόντων υποκειμένων, η οποία διαρρηγνύει εκρηκτικά αλλά «ασυνεχώς» τον κόσμο της αλλοτρίωσης; Μα αυτό ακριβώς μάς λένε τα γραπτά των νεαρών λετριστών και των πρώτων καταστασιακών!

Βέβαια, όταν ο Ντεμπόρ συνδέει την ασυνεχή αντίληψη της ζωής και το υποκείμενο με την υπεραξίωση της «στιγμής», ήδη κάνει ένα σφάλμα στο οποίο δεν είχε υποπέσει ο Κίρκεγκωρ. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο Γιόρν στο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, για τον κατεξοχήν υπαρξιακό στοχαστή, τον Κίρκεγκωρ, «η καθαρή στιγμή είναι ένα τρελό όνειρο και μια μάταια ελπίδα». Διότι για τον Κίρκεγκωρ, η ασυνεχής αντίληψη της ζωής δεν συνεπάγεται μια υπεραξίωση της «στιγμής» αλλά, άρρηκτα δεμένη με την «απελπισία», αξιώνει τη «σωτηρία», την «ολοκλήρωση» του  πάσχοντος υποκειμένου, την υπαρκτική του πληρότητα και όχι κάποια, πάντοτε αβέβαια, επιμέρους επιτεύγματά του.

Από την άλλη μεριά, είναι επίσης βέβαιο ότι ο Ντεμπόρ, στην πολιτική απόπειρά του να αντιπαραθέσει στο «θέαμα» ένα θεαματικά ισχυρό «αντίπαλο δέος» και μια βεβαιότητα περί της τελικής «σωτηρίας», έσπρωξε από μόνος του σε κάποιου είδους αφάνεια αυτή την πλευρά της καταστασιακής σκέψης. Το πάσχον υποκείμενο δεν είχε θέση σ’ αυτή την απόπειρα, την οποία ο Ντεμπόρ θέλησε να παρουσιάσει με καθαρούς όρους δύναμης, βεβαιότητας, «υγείας», ακόμα και στο πεδίο της θεωρίας (όπου η «ασυνέχεια» αντικαταστάθηκε από μια ειδωλολατρία της «συνοχής»), ή ακόμα και στο οργανωτικό επίπεδο (όπου ο Ντεμπόρ βάλθηκε, κατά το πρότυπο ενός Μπαμπέφ, να παρουσιάζει την Καταστασιακή Διεθνή, ακόμα και εναντίον κάθε πραγματικότητας, σαν μια απολύτως «μη-θεαματική συνωμοσία των Ίσων», … μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον όπου εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως ουδέποτε υπήρξε ισότητα στην οργάνωσή του[13].

Επιπλέον είναι γεγονός ότι, από ένα σημείο κι έπειτα τουλάχιστον, ο Ντεμπόρ έκανε το παν ώστε να διαβεβαιώσει ότι ουδέποτε υπήρξε ο ίδιος «πάσχον υποκείμενο» (όπως αυτό που τόσο ποιητικά μάς έδωσε π.χ. στις ταινίες του για το Πέρασμα μερικών προσώπων… ή την Κριτική του  διαχωρισμού, κατά το 1960-1961), αλλά ότι υπήρξε αντίθετα απόλυτος «κύριος και αφέντης» κάθε στιγμής της ζωής του (π.χ. στον Πανηγυρικό), αν όχι και της ζωής άλλων ανθρώπων (λ.χ. η αφάνταστα άκομψη αναφορά του στο προ πολλού νεκρό φίλο και  μαικήνα του Ζεράρ Λεμποβισί, στην εισαγωγή του στο βιβλίο Des Contrats, βλ. Για τον ντεμπορισμό).

Με αυτή την έννοια, ο Γιάπε είναι κάπως δικαιολογημένος που αγνοεί αυτήν την καταστασιακή πλευρά της σκέψης του  Ντεμπόρ και τις βαθύτερες προϋποθέσεις της. Κατά κάποιον τρόπο, παρασύρθηκε εδώ από τον ίδιο τον Ντεμπόρ, από την ίδια την αποτυχία του Ντεμπόρ να διατηρήσει τον πλούτο του  αρχικού καταστασιακού εγχειρήματος, από την ίδια αποτυχία των καταστασιακών να παραμείνουν καταστασιακοί.

Συμπέρασμα

Συνδέοντας το υποκείμενο με το χρόνο, οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ ευδόκησαν προς στιγμή μια ασυνεχή αντίληψη όχι μόνο του  χρόνου αλλά και του  υποκειμένου. Ψάχνοντας λοιπόν να βρούμε πώς εννοούσαν το υποκείμενο, δεν θα βρούμε μόνο μια οντολογία του  «υγιούς» υποκειμένου, όπως αυτή που εντοπίζει ο Γιάπε (και ασφαλώς με τίποτα μια μεταφυσική του  «ενστίκτου της επιβίωσης»).

Θα βρούμε επίσης μια άλλη, πολύ διαφορετική και πολύ αξιόλογη σύλληψη του  υποκειμένου, μέσ’ από την οποία μπορούμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα το νόημα που πήγαν να δώσουν στην «κατασκευή καταστάσεων», τη «γιορτή», την «πολυτέλεια», το «διάλογο» και την «επικοινωνία».

Ωστόσο, αν και είναι θεμιτό να πούμε ποια «θέματα» ξανακατέβασαν στο τραπέζι, θα ήταν σφάλμα να από δώσουμε στους καταστασιακούς κάτι περισσότερο απ’ όσα οι ίδιοι μπόρεσαν να επεξεργαστούν.

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης 

Ιανουάριος 2003

Υ.Γ. Για μια διεξοδική καταγραφή της ιστορίας της έννοιας «θέαμα» στον Ντεμπόρ, και την κριτική της, βλ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Η Κοινωνία του Θεάματος σήμερα, ομιλία στην «Υφανέτ» (2004).



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γκυ Ντεμπόρ και Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι, Το Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή, στο «Θέσεις πάνω στην καταστασιακή Διεθνή και τον καιρό της», § 45 (Ελεύθερος Τύπος, 1981).
[2] Δεν είναι επιφώνημα! Ο Ιταλός κομμουνιστής Αμαντέο Μπορντίγκα (1889-1970) θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός, σαν ένα είδος φυσικού κατακλυσμού, βάζει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση και τη ζωή των προλετάριων, και ότι αρκεί το ένστικτο της επιβίωσης για να ξεσηκωθούν και να φτιάξουν μια κομμουνιστική κοινωνία. Στο Σχόλιο πάνω στο βιβλίο του  Ζιλ Ντωβέ έχω δείξει πιο διεξοδικά το αβάσιμο αυτής της ιδέας. Πολύ περιληπτικά: το «ένστικτο της επιβίωσης» μπορεί μεν να κάνει κάποιους να ξεσηκωθούν, αλλά όχι και να φτιάξουν μια καλύτερη κοινωνία.
[3] Βλ. Καρλ Κορς, Γιατί είμαι μαρξιστής (Ύψιλον/βιβλία, 1980) και Μαρξισμός και φιλοσοφία (Ύψιλον/βιβλία, 1981).
[4] Ο τίτλος αυτού του  κεφαλαίου είναι «Το προλεταριάτο σαν υποκείμενο και σαν αναπαράσταση». Αυτή η τελευταία λέξη στα γαλλικά είναι représentation, που σημαίνει και παράσταση-αναπαράσταση, αλλά και αντιπροσώπευση-εκπροσώπηση. Να σημειώσω όμως ότι ο Ντεμπόρ δεν είναι κατά της αντιπροσώπευσης γενικά, ούτε κατά της δημοκρατίας γενικά (βλ. π.χ. ΚτΘ, § 116, 103, 121).
[5] Βλ. π.χ. τα Σχόλια πάνω στην κοινωνία του  θεάματος (Ελεύθερος Τύπος, 1988).
[6] Βλ. π.χ. τους ανεκδιήγητους Πανηγυρικούς του (ο πρώτος κυκλοφόρησε από τον Ελεύθερο Τύπο, 1995).
[7] Το Ξεπέρασμα της Τέχνης, Πρόλογος του μεταφραστή στη β’ έκδοση (Ύψιλον/βιβλία, 1999) και Για τον ντεμπορισμό (2006).
[8] Έννοια που εισήγαγε ο Άσγκερ Γιόρν αντιπαραθέτοντάς την στην «άνεση» (βλ. Περί Μορφής. Σκιαγραφία μιας μεθοδολογίας των τεχνών, Νησίδες, 2002).
[9] Ουρλιαχτά υπέρ του Σαντ (1952, ελληνικά Οξύ, 1995), Για το πέρασμα μερικών προσώπων… (1959), Κριτική του διαχωρισμού (1961).
[10] Βλ. Ζ.-Π. Σαρτρ, «Καταστάσεις» (1947 κ.ε.). Ένα άλλο μέρος (βλ. τα «Ντοκουμέντα σχετικά με την καταστασιακή ιστορία, 1» στην ιστοσελίδα happyfew), είναι μια αναφορά του Λέοντα Τρότσκι. Να επισημάνω, ότι και η έννοια της «περιπέτειας» συνδέεται στενά με τον υπαρξισμό του Σαρτρ.
[11]  Το πιστοποιούν και οι αναφορές του  Γιόρν σ’ αυτόν και στον Ντεμπόρ στο «Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός» (1964, Αλήστου Μνήμης, 2003).
[12] Βλ. το Περί Μορφής.
[13] Βλ. χαρακτηριστικά Το αληθινό σχίσμα στη Διεθνή.


4 σχόλια:

Αφήνω αυτό εδώ, εις μνήμην... είπε...

"Η φαινομενικότητα, για μένα, είναι αυτό που ζει και ενεργεί, αυτό που φτάνει τόσο μακρυά μέσα στον αυτοχλευασμό του που μ' αφήνει να νιώσω πως δεν υπάρχει εδώ παρά φαινομενικότητα και φως που φωσφορίζει και ο χορός των ξωτικών και τίποτε περισσότερο - πως ανάμεσα σ' όλους αυτούς τους ονειροπόλους κι εγώ επίσης, ο "γιγνώσκων", χορεύω το δικό μου χορό' πως ο "γιγνώσκων" είναι ένα μέσο για να παραταθεί ο γήινος χορός και πως ανήκει υπό την έννοια αυτή στους τελετάρχες της ύπαρξης' και πως η έξοχη συνοχή και αλληλεξάρτηση όλων των γνώσεων ίσως είναι και θα είναι το ύψιστο μέσο για να διατηρηθεί η καθολικότητα της ονειροπόλησης και η αμοιβαία κατανόηση όλων των ονειροπόλων και συνεπώς η συνέχιση του ονείρου."
Φρ. Νίτσε, Η Χαρούμενη Επιστήμη

Στ. είπε...

ναι! με την υποσημείωση οτι η φαινομενικότητα δεν φαίνεται.

B.H είπε...

Θαυμάσιος Κίρκεγκωρ! Έτσι είναι! Σε μεσοδιαστήματα κινείται ο άνθρωπος. Κάθε στιγμή διακυβεύεται η ακεραιότητά του, κάθε στιγμή μπορεί να χαθούν τα πάντα και πρέπει διαρκώς να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του με το Άπειρο.
Με ευχάριστη έκπληξη διάβασα το άρθρο απνευστί και έμεινα συλλογισμένος. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια να αποσαφηνισθούν κάποια πράγματα. Τούτη η σύντομη σκιαγράφηση του Ντεμπόρ μου προκάλεσε κάποιες σκέψεις. Συνοψίζονται περίπου ως εξής:
Η Καταστασιακή Διεθνής έκανε μια ολοκληρωμένη πρόταση στον κόσμο. Ξεπέρασμα του μονοδιάστατου ανθρώπου, επιδίωξη της Ομορφιάς και αγώνας ενάντια στην πολιτική αποξένωση. Θαυμάσια τριπλέτα!
Επίσης είναι ξεκάθαρο για μένα, από την πολιτεία του και τα γραφτά του, ότι ο Ντεμπόρ υπήρξε ένας θεωρητικός και πολιτικός. Η προσπάθεια που γίνεται σήμερα από διαφόρους- κάπως αμήχανα είν’ αλήθεια, σαν να πατούν σε σκάρτη σανίδα- να παρουσιαστεί σαν ένας ακόμα κοινωνιολόγος προκαλεί χαμόγελα σε αυτούς που τον διαβάζουν. Ο ίδιος δεν άφησε πολλά περιθώρια για «παρεξηγήσεις». Το ενδιαφέρον όμως μ’ αυτόν και τους Καταστασιακούς είναι ότι παρ’ όλη την πολιτικότητά τους δεν ενέδωσαν σε μια άνευρη αισιοδοξία της ύπαρξης αλλά διατήρησαν την επίγνωση μιας σκοτεινής πλευράς που ακολουθεί τον άνθρωπο. Η δε μελαγχολία του Ντεμπόρ των νεανικών χρόνων καταλήγει πριν από το τέλος του σε μια απαισιόδοξη παραδοχή ότι τα πράγματα τείνουν να γίνουν δραματικά. Ο κόσμος είναι απέραντος και δεν γίνεται να «κατακτηθεί»… τι άλλο να υπό-δήλωνε άλλωστε η ως τότε κραιπάλη? …και η υπερκατανάλωση αλκοόλ δεν έβγαζε τη γλώσσα στις φαντασιώσεις συνοχής και δύναμης? Στο τελευταίο του(?) κείμενο: Σημειώσεις για το «Ζήτημα των Μεταναστών», το 1985, και σε μια τελευταία φράση-παρακαταθήκη αφήνεται στην ελεύθερη βούληση σχετικά με τον χαμό ή τη σωτηρία.
«Όταν η Γαλλία θα έχει εξαφανιστεί, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κατοικούν την επιφάνεια της γης, ακόμη κι αυτόν τον τόπο. Είναι δύσκολο να προβλέψουμε το κράμα των εθνοτήτων που θα κυριαρχήσει, τις ιδιαίτερες κουλτού¬ρες τους, τις γλώσσες που θα μιλούν. Είμαστε όμως βέβαιοι πως το κεντρικό και βαθιά ποιοτικό ζήτημα θα είναι το ε¬ξής: Θα καταφέρουν αυτοί οι μελλοντικοί λαοί να κατακτή¬σουν, μέσω πρακτικών χειραφέτησης, να κυριαρχήσουν στη σημερινή τεχνολογία, την τεχνολογία της εξαπάτησης και της αποστέρησης; Ή μήπως θα τους κυριεύσει η τεχνολογία με τρόπο ακόμη πιο ιεραρχικό και υποδουλωτικό απ’ ό,τι σήμερα; Ας αναμένουμε το χειρότερο και ας αγωνιζόμαστε για το καλύτερο».
Τώρα, αν ο ίδιος ο Ντεμπόρ είχε ροπή στους κομπασμούς -που πήραν, ειν’ αλήθεια, πολύ κοσμάκη στο λαιμό τους- αν ήταν λίγο καυχησιάρης, ας το κάνουμε αυτό στην άκρη όπως αφήνουμε την μούργα και παίρνουμε το καλό προϊόν… στο κάτω-κάτω δεν ψάχνουμε για ήρωες! Ας ασχοληθούμε δηλαδή με την ουσία της προσφοράς τού σχήματος στο οποίο έπαιξε κεντρικό ρόλο. Η ήττα που υπέστη το πολεμικό εγχείρημά τους, μετά το ’68, είναι βέβαια πρόσκαιρη γιατί ο αγώνας επ’ ουδενί τελείωσε με αυτούς, αντιθέτως άρχισε, αφού τα ζητήματα που έβαλαν οι Καταστασιακοί παραμένουν ανοιχτά. Ευχαριστούμε Γιάννη για το πόνημα!

JohnHollowsky είπε...

Βασίλη σ' ευχαριστώ για το εκτενές και to the point σχόλιό σου! Ναι, είναι όπως το λες. Και για τους Καταστασιακούς, και για τον Ντεμπόρ.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1789 1900 190cm 1917 1940 1965 1967 1968 1980 2008 Αγγλία Αδάμ Κέρτις/Adam Curtis Αδάμ Σμιθ/Adam Smith Αθήνα Αιδ. Μπίλι/Rev Billy Αιμίλιος Μπενβενίστ/Emile Beneveniste Αιμίλιος Ντυρκέμ/Emile Durkheim Αιμίλιος Σιοράν/Emil Cioran Αισχύλος Άκης Πάνου Ακρόπολη Αλαίν Καγιέ/Alain Caillé Άλαν Τιούρινγκ/Alan Turing Άλασνταιρ Μακιντάιρ/Alasdair MacIntyre Αλβέρτος Αϊνστάιν/Albert Einstein Αλβέρτος Καβαλκάντι/Alberto Cavalcanti Αλβέρτος Καμύ/Albert Camus Αλβέρτος Σπέερ/Albert Speer Αλβέρτος Φίνεϊ/Albert Finney Άλδος Χάξλεϊ/Aldus Haxley Αλέξανδρος Κοζέβ/Alexandre Kojève Αλέξανδρος Μπέρκμαν/Александр Беркман Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Πούσκιν/Александр Пушкин Αλέξανδρος Σμέμαν/Александр Шмеман Αλέξανδρος Σοκούροφ/Алекса́ндр Соку́ров Αλέξανδρος Τομπάζης Αλέξανδρος Τρόκκι/Alexander Trocchi Αλέξης Ασλάνογλου Αλέξης ντε Τοκβίλ/Alexis deTocqueville αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Αλταμίρα αμνησία Αναξίμανδρος ανάπτυξη αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Κερτέζ/André Kertész Ανδρέας Ορλεάν/André Orléan Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κοκκίνου Άννα Κρούγκερ/Ann Krueger Άνσελμος Γιάπε/Anselm Jappe Αντίνοος Άντυ Γουώρχολ/Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής Αντώνιος Νέγκρι/Toni Negri Αντώνιος ντε Σαιντ-Εξυπερύ/Antoine de Saint-Exupéry Αποκάλυψη Απόστολος Παύλος Άρβο Περτ/Arvo Pärt Αργυριάδης-Καλούμενος-Μπάτσης Άρης Αλεξάνδρου Άρης Κωνσταντινίδης Άρης Μπερλής Αρθούρος Λένινγκ/Arthur Lehning Αρθούρος Σοπενχάουερ/Arthur Schopenhauer Αρθούρος Τζένσεν/Arthur Jensen Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Αρμάνδος Μέλβιλ/Herman Melville Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Ασφαλιστικό Άυν Ραντ/Ayn Rand αυτοπεριστρεφόμενοι διανοούμενοι αυτοπεριστροφή Αφρική Βαβυλώνα Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίνος Βολόσινοφ/Валенти́н Воло́шинов Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Ηλιακόπουλος Βασίλης Καραποστόλης Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βερνάρδος Μάντεβιλ/Bernard Mandeville Βέρνερ Χέρτσογκ/Werner Herzog Βερολίνο βία Βικέντιος Μπράουν/Vincent Browne Βίκτωρ Μπούλλα/Виктор Буллаa Βίκτωρ Ουγκώ/Victor Hugo Βίκτωρ Σερζ/Ви́ктор Киба́льчич Βίκτωρ Σκλόφκσι/Ви́ктор Шкло́вский Βίκτωρ Φρανκλ/Victor Frankl Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνφριντ Γκ. Ζέμπαλντ/Wienfried G. Sebald βιοτεχνολογία Βλαδίμιρος Λένιν/Влади́мир Ле́нин Βλαδίμιρος Μαγιακόφκι/Влади́мир Маяко́вский βοηθήματα μνήμης Γαλλία Γεράρδος Νταβί/Gerard Davy Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γερμανία Γεώργιος Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Γεώργιος Ζίμελ/Georg Simmel Γεώργιος Λ. Μπόρχες/Jorge L. Borges Γεώργιος Λίγκετι/György Ligeti Γεώργιος Λούκατς/György Lukács Γεώργιος Μπατάιγ/Georges Bataille Γεώργιος Όργουελ/George Orwell Γεώργιος Στάινερ/George Steiner Γεώργιος Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιάννηδες Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος γιορτή Γιώργος Γαϊτάνος Γιώργος Μακρής Γιώργος Νικολαΐδης Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton Γκετζ Άλυ/Götz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκουίντο Καβαλκάντι/Guido Cavalcanti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders γλώσσα Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουλιέλμος Ήγγλετον/William Eggleton Γουλιέλμος Μπάροους/William Burroughs Γουλιέλμος Σαίξπηρ/William Shakespeare Γουλιέλμος Χηρστ/William Hearst Γούντι Άλλεν/Woody Allen Γρηγόρης Βαλτινός Δαβίδ Λυντς/David Lynch Δαβίδ Μπομ/David Bohm Δαβίδ Ρικάρντο/David Ricardo Δαβίδ Χιούμ/David Hume Δανία του Βορρά Δανία του Νότου Δελφοί Δέσποινα Ζευκιλή Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτριος Πρίγκοφ/Дми́трий При́гов Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα Διεθνής δικαιοσύνη δοκιμασίες Δουβλίνο Δραπετσώνα δυσφορία Έ. Λ. Μάστερς / Ε. L. Masters Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Χ. Γονατάς Εδουάρδος Βιλ/Edouard Will εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκπομπές Ελβετία Ελένη Κέλλερ/Helen Keller Ελένη Μπέλλου Ελευθερία Ελευθεριακός Ελισάβετ Άνσκομπ/Elizabeth Anscombe Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Καντ/Emmanuel Kant Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier εξατομίκευση εξέγερση εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός επιβίωση επιστήμη εργασία ερείπια Ερνέστος Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνέστος Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνέστος Κασσίρερ/Ernst Cassirer Ερνέστος Μπλοχ/Ernst Bloch Ερρίκος Γκουγκενχάιμ/Harry Guggenheim Ερρίκος Λεφέβρ/Henri Lefebre Ερρίκος Μισώ/Henry Michaux Ερρίκος Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Ερρίκος Σατί/Eric Satie Ερρίκος Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Ερρίκος Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbaum ΕΣΣΔ Ευγένιος Αρανίτσης Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez Ευγένιος Ζαμιάτιν/Евге́ний Замя́тинn ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία Ζάχα Χαντίντ/Zahā Ḥadīd Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζορ Βον/Zohr Vaughan ζωή ηθική Ηλίας Κανέττι/Elias Canetti ΗΠΑ Θανάσης Σβώλος θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεόδωρος Αντόρνο/Theodor Adorno Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι/Фёдор Достоевский Θεόδωρος Ρόζακ/Theodore Roszak Θεός Θεοφάνης Μελάς θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Θωμάς Ιμπάνιεθ/Tomás Ibáñez Θωμάς Πίντσον/ Thomas Pynchon Θωμάς Ράιντ/Thomas Reid Θωμάς Χομπς/Thomas Hobbes Ι.-Π. Βουαγιέ/Jean-Pierre Voyer Ι.-Π. Ντιτέιγ/Jean Pierre Duteuil Ιάκωβος Α. Γκόλντστοουν/Jack A. Goldstone Ιάκωβος Ελλύλ/Jacques Ellul Ιάκωβος Λακάν/Jacques Lacan Ιάκωβος Μπάλντουιν/James Baldwin Ιάκωβος Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ιάκωβος Ντεριντά/Jacques Derrida Ιάκωβος Πρεβέρ/Jacques Prévert Ιάκωβος Σαπίρ/Jacques Sapir Ιάκωβος Φρέιζερ/James Frazer Ίγγα Κρεστενσεν/Inger Christensen ιδεολογία ιδρύματα τέχνης Ιερεμίας Μπένθαμ/Jeremy Bentham ικέτες και ξένιοι Ιουλία Κρίστεβα/Julia Cristeva Ιουλιανός ντε Λα Μετρί/ Julien de La Mettrie Ιούλιος Ντελέζ/Gilles Deleuze Ιούλιος Ντωβέ/Gilles Dauvé Ισαάκ Μπ. Σίνγκερ/Isaac B. Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιχάμπ Χασσάν/Ihab Hassan Ιωάννα Μορώ/Jeanne Moreau Ιωάννα Τσιβάκου Ιωάννης Βίβες/Juan Vives Ιωάννης Γκριμονπρέ/Johan Grimonprez Ιωάννης Ιτάρ/Jean Itard Ιωάννης Κ. Γκαλμπρέιθ/John K. Galbraith Ιωάννης Λοκ/John Locke Ιωάννης Μ. Εντσενσμπέργκερ/Hans M. Enzensberger Ιωάννης Μ. Κούτσι/John M. Coetzee Ιωάννης Παβλόφ/Ива́н Па́влов Ιωάννης Ρ. Σάουλ/John R. Saul Ιωάννης Ρωλς/John Rawls Ιωάννης Σερλ/John Searle Ιωάννης Στ. Μιλλ/John St. Mill Ιωάννης Στάινμπεκ/John Steinbeck Ιωάννης Τουργκένιεφ/Иван Тургенев Ιωάννης Φ. Κέννεντυ Ιωάννης Φόουλς/John Fowles Ιωάννης Χάκινγκ/Ian Hacking Ιωάννης Χιούστον/John Houston Ιωάννης Χουιζίνγκα/Johan Huizinga Ιωάννης-Ιάκωβος Ρουσσό/Jean-Jacques Rousseau Ιωάννης-Λουκάς Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ιωάννης-Παύλος Σαρτρ/Jean-Paul Sartre Ιωάννης-Πέτρος Βερνάν/Jean Pierre Vernant Ιωσήφ Μπλοχ/Joseph Bloch Ιωσήφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen Ιωσήφ Στάλιν/Ио́сиф Ста́лин Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Κάθλην Ρέιν/Kathleen Raine καλλιτέχνες Καλοκαίρι Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik Κάρολος Γκέοργκ Μπύχνερ/Karl Georg Büchner Κάρολος Δαρβίνος/Charles Darwin Κάρολος Κορς/Karl Korsch Κάρολος Κράους/Karl Kraus Κάρολος Μαρξ/Karl Marx Κάρολος Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Κάρολος Μπωντλέρ/Charles Baudeilaire Κάρολος Ντέιβενπορτ/Charles Davenport Κάρολος Πεγκί/Charles Péguy Κάρολος Πολάνυι/Karl Polanyi Κάρολος Ράιτ Μιλλς/Charles Wright Mills Κάρολος Σ. Περς/Charles S. Peirce Κάρολος Τέιλορ/Charles Taylor Κάρολος Φορτ/Charles Fort Κάρολος Φουριέ/Charles Fourier Καρτέσιος/Descartes Καταστασιακή Διεθνής/Internationale Situationniste καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό κεφαλαιοκρατία Κλαίρη Οζιάς/Claire Auzias Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλαύδιος Λεβί-Στρώς/Claude Lévi-Strauss Κομμούνα κομμουνισμός Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κορνήλιος Καστοριάδης Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil Κουρτ Σβίττερς/Kurt Schwitters κράτος κρίσεις πανικού Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Καραμανλής Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαϊωάννου Κώστας Χριστοδούλου Κωστής Βελόνης Κωστής Παπαγιώργης Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε/老子 Λαρς φον Τρίερ/Lars von Trier λενινισμός Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λέων Βαλράς/Léon Walras Λέων Σεστώφ/Лев Шесто́в Λέων Τρότσκι/Лев Тро́цкий λογική λογοκρισία Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Μπάϋρον/Lord Byron Λουδοβίκος Αλτουσέρ/Louis Althusser Λουδοβίκος Αραγκόν/Louis Aragon Λουδοβίκος Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λουδοβίκος Μαλ/Louis Mal Λουδοβίκος Μάμφορντ/Lewis Mumford Λουδοβίκος Μπουνιουέλ/Louis Buñuel Λουδοβίκος ντε Σαιν Ζυστ/Louis de Saint Juste Λουδοβίκος Ντυμόν/Louis Dumont Λουκιανός Μαλζόν/Lucien Malson Λουσίντα και Ντέιβις Μάτλοκ/L & D Matlock Λυγκέας Λωτρεαμόν/Lautréamont μαγεία Μάης '68 Μάκης Μηλάτος Μάλκολμ Λόουρι/Malcolm Lowry Μάλκολμ Χ/Malcolm X μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μαξ Μπένετ/Max Bennet Μαργαρίτα Πέρλοφ/Marjorie Perloff Μαργαρίτα Ρόουλινγκ/Marjorie Rowling Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρία ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Мари́на Цвета́ева Μάρκελος Μαριέν/Marcel Mariën Μάρκελος Μως/Marcel Mauss Μάρκελος Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρτίνος Μπούμπερ/Martin Buber Μαρτίνος Χάιντεγγερ/Martin Heidegger Μέγας Κάρολος μελαγχολία Μεσαίωνας μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίλτος Σαχτούρης Μίλτων Φρίντμαν/Milton Friedmann Μιράντα Τερζοπούλου Μιριέλ Μπαρμπερί/Muriel Barbery Μιχαήλ Αλιετά/Michel Aglietta Μιχαήλ Κέλυ/Mike Kelley Μιχαήλ Λέβι/Michael Loewy Μιχαήλ Μπακούνιν/Михаил Бакунин Μιχαήλ Μπαχτίν/Михаи́л Бахти́н Μιχαήλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μιχαήλ Σερ/Michel Serres Μιχαήλ Τουρνιέ/Michel Tournier Μιχαήλ Φουκώ/Michel Foucault Μιχαήλ Χάρντ/Michael Hardt Μιχαηλάγγελος Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni ΜΜΕ Μόμπυ Ντικ μουσική μοφερισμός/mofferism Μπαρούχ Σπινόζα/Baruch Spinoza Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπέλα Ταρ/Béla Tarr Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιενάλε Μπίφο Μπεράρντι/Bifo Berardi Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μώρις Ντρούρι/Maurice Drury Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί Νέα Ζηλανδία Νικόλαος Γκόγκολ/Николай Гоголь Νικόλαος Μακιαβέλλι/Niccolò Machiavelli Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νόρμπερτ Ελίας/Norbert Elias Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Ντεζιντέριος Έρασμος/Desiderius Erasmus Ντον Ντελίλο/Don Delillo Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott Ντονέλα Μήντοους/Donella Meadows Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Οδύσσεια οικονομία Οκτάβιο Πας/Octavio Paz Οκτάβιος Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ολοκληρωτισμός ομιλίες Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ούγος του Σαιντ Βίκτορ/Hugh of Saint Victor Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden Ουόλτ Ουΐτμαν/Walt Whitman Π.Μ.Σ. Χάκερ/P.M.S. Hacker παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης πανοπτικόν Παπάγος παπαρολογία παράδοση παραπληροφόρηση Πασχάλης Ενζέλ/Pascal Engel Πάσχος Μανδραβέλης Παύλος Βαλερύ/Paul Valery Παύλος Βιριλιό/Paul Virilio Παύλος Ζοριόν/Paul Jorion Παύλος Λαφάργκ/Paul Lafargue Παύλος Ρικέρ/Paul Ricoeur Πέδρο Ματέο/Pedro Mateo Πέπη Ρηγοπούλου περιπέτεια Πέτρος Αρτάνης Πέτρος Γκητς/P.T. Geach Πέτρος Κλαστρ/Pierre Clastres Πέτρος Κορνήλιος/Pierre Corneille Πέτρος Κρηφτ/Peter Kreeft Πέτρος Μπουρντιέ/Pierre Bourdieu Πέτρος Μπρουκ/Peter Brook Πέτρος Ουότκινς/Peter Watkins Πέτρος Παπαθανασίου Πέτρος-Ιωσήφ Προυντόν/Pierre-Joseph Proudhon Πινοσέτ Πλαστήρας Πλάτωνας πλουραλισμός ποίηση πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική Ποτάμι προεκλογικά μηνύματα προλεταριάτο Προμηθέας προπαγάνδα Πωλ Ζωγραφάκης Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ραούλ Σουρίτα/Raul Zurita Ράσελ Τζάκομπι/Russel Jacobi Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρενέ Κλερ/ René Clair Ρεϋμόνδος Κάρβερ/Raymond Carver Ρίτα Γκαβέρα Ριχάρδος Κόμπντεν/Richard Cobden Ριχάρδος Μοράν/Richard Moran Ριχάρδος Ρόρτι/Richard Rorty Ροβέρτος Αντέλμ/Robert Antelme Ροβέρτος ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ροβέρτος Οπενχάϊμερ/Robert Oppenheimer Ροβέρτος Φρανκ/Robert Frank Ροβέρτος Χας/Robert Hass Ροβέρτος Χουαρόθ/Roberto Juarroz Ροβεσπιέρος Ροβινσώνας Κρούσος Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg ρομαντισμός Σέρεν Κίρκεγκωρ/Søren Kierkegaard σθένος Σιγισμούνδος Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Σιγισμούνδος Φρόιντ/Sigmund Freud Σίδνεϊ Λιουμέτ/Sidney Lumet Σιμόνη Βέιλ/Simone Weil Σίμων Λέις/Simon Leys σινεμά ΣΙΣΒ/SICV Σίσυφος σκεπτικισμός Σκιπίων ο Αφρικανός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Žižek Σόνια σοσιαλδημοκρατία Σουηδία Σουν Τζου/ 孫子 σουρεαλισμός σοφία σοφιστές Σπύρος Κυριαζόπουλος σταλινισμός Σταμάτης Πολενάκης Στάνλεϊ Κάβελ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στέλιος Ράμφος Στέφανος Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανος Λουπάσκο/Stephan Lupasco Στέφανος Πίνκερ/Steven Pinker Στέφανος Nτε λα Μποεσί/Etien De la Boetie Στέφανoς Ροζάνης στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου συμβολικό πεδίο συνείδηση Σύνταγμα σχετικισμός Σωκράτης σώμα Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot Τάκης Μίχας Τάλκοτ Πάρσονς/Talcott Parsons Τάσος Λάγγης τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν/J.R.R. Tolkien Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τραγωδία τριλεκτική Τρόικα τυραννία Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach Υβ Μισώ/Yves Michaud υλισμός υπαρξισμός υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερδινάνδος Αρρραμπάλ/Fernando Arrabal Φερδινάνδος Πεσσόα/Fernando Pessoa Φερδινάνδος Σελίν/Ferdinand Céline Φίγκαρο Φιλανθρωπία φιλία Φίλιππος Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φραγκίσκος Γκρουά/François Grua Φραγκίσκος Καραντέκ/François Caradec Φραγκίσκος Κάφκα/Frantz Kafka Φραγκίσκος Λυοτάρ/François Lyotard Φραγκίσκος Μπέικον/Francis Bacon Φραγκίσκος Σιμιάν/François Simiand Φραγκίσκος Φουρκέ/François Fourquet Φραγκίσκος-Μάριος Βολταίρος/François-Marie Voltaire Φρειδερίκος Γιάκομπι/Friedrich Jacobi Φρειδερίκος Έμπερτ/Fredrich Ebert Φρειδερίκος Ένγκελς/Friedrich Engels Φρειδερίκος Λάιστ/Fritz Leist Φρειδερίκος Μουρνάου/Friedrich Murnau Φρειδερίκος Νίτσε/Friedrich Nietsche Φρειδερίκος Τέιλορ/Frederick Taylor Φρειδερίκος Τζέιμσον/Frederick Jameson Φρειδερίκος Χάγιεκ/Friedriech Hayek φρμκ Φύση Φώτης Τερζάκης χαρά Χάρβαρντ Χάρι Χόλε Χέγκελ/Hegel Χέερτ Μακ/Geert Mak Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse χιούμορ Χιροσίμα Χλόη Κολλύρη χρεοκοπία χρήμα Χρήστος Βακαλόπουλος Χριστόφορος Κισλόφσκι/Krzysztof Kieslowski Χριστόφορος Λας/Christopher Lash χρόνος ψυχή ωφελιμισμός beton7 Bloomberg Bob Marley Bodies Bruce Springsteen Cinemarian D-503 dada dangerfew David Bowie DAVOS DOCUMENTA Einsatzgruppe D EMAF Frank Zappa gosplan Happyfew HighSpeedAcces Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Il Consigliere intothepill izi Jazz Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer Johnny Cash Keith Richards La Tribune lifestyle Malaguena memento mori Metz Miles Davis Monty Python Muppet Show Necrology nem68 Nick Cave Nosotros RadioBubble Reggae Renty robe de chambre Rock RSA Salon De Vortex Scott Asheton Serajevomag sexbox socialmedia Soul Tales from the Crypt TESTS! The Guardian TwixtLab urban hacking Vince Taylor Wall Street Journal WIRED wobblies Zabriskie Point Zoviets