30 Ιανουαρίου 2012

Αισθησιακό διάλειμμα





Φαγητά των δρόμων, το πρώτο της Καλκούτας (Jhal Muri) και το δευτερο της Βομβάης (Bhel Puri)
Με μια προσεκτικότερη ματιά στα δύο βίντεο ίσως και να γίνει αντιληπτή η σχέση του ανθρώπου-από τα βάθη ενός υψηλού πολιτισμού-με την ηθική, την αισθητική, τη δημιουργία και την ανάγκη. Ίσως και όχι.

Το Τζαλ Μούρι κατάφερα να το φτιάξω και παραθέτω και την συνταγή γιατί πραγματικά άξιζε τον λίγο κόπο. (είναι σχετικά  έυκολο)
Για το Μπελ Πούρι, μου λείπει το περιοδικό....αλλά θα το βρώ.

Jhal Muri
Υλικά:

1 φλ. βρασμένο ρύζι μπασμάτι
1/2 φλ.  βρασμένα ρεβύθια
ένα ψιλοκομμένο κρεμμύδι
ένα ψιλοκομμένο αγγούρι
μια ψιλοκομμένη ντομάτα
1/4 φλυτζάνι ξηρούς καρπούς κάσιους ή αράπικα φυστίκια σπασμένα
2 ψιλοκομμένες πιπεριές τσίλλι
1 μέτρια πατάτα βρασμένη σε κομμάτια
1 κουτ. του γλυκού τζίντζερ ξερό
1 κουτ. κύμινο σε σκόνη
1 κουτ. γκαράμ μασάλα
(ή αν δεν έχετε το μίγμα, προσθέστε κόλιαντρο, τουρμερίκ, μοσχοκάρυδο, κάρδαμο, ελάχιστη κανέλλα και γαρίφαλλο)

Σε ένα μπωλ βάλτε τα ρεβύθια με όλα τα μπαχαρικά και αλάτι και πιπέρι, προσθέστε το ρύζι, τα ψιλοκομμένα λαχανικά, τους ξηρούς καρπούς μαζί με δύο κουταλιές ελαιόλαδο.
Ανακατέψτε.
Από πάνω στίβετε μισό λεμόνι, προσθέτετε ψιλοκομμένο φρέσκο κόλιαντρο ή μαιντανό και αν θέλετε μια κουταλιά της σούπας τσάτνι.

Αν σας αρέσει περισσότερο μπορείτε να τσιγαρίσετε το κρεμμύδι μαζί με φρέσκια ντομάτα ή χυμό ντομάτα σε κονσέρβα και να προσθέσετε τα ρεβύθια και τα μπαχαρικά.




27 Ιανουαρίου 2012

Η Κοινωνία του Μόχθου ... και τα παιδιά της



"(...) Η ελπίδα που ενέπνευσε το Μαρξ και τους καλύτερους εκπροσώπους του εργατικού κινήματος -ότι ο ελεύθερος χρόνος τελικά θα απάλλασσε τους ανθρώπους από την ανάγκη και θα καθιστούσε το animal laborans παραγωγικό- στηρίζεται στην πλάνη μιας μηχανιστικής φιλοσοφίας, η οποία δέχεται ότι η δύναμη του μοχθέιν, όπως κάθε άλλη ενέργεια, δεν μπορεί ποτέ να χαθεί, έτσι ώστε , αν δεν ξοδευτεί και δεν εξαντληθεί στην αγγαρεία του βιοπορισμού, αυτομάτως θα εκθρέψει άλλες "ανώτερες" δραστηριότητες. 

Το οδηγητικό πρότυπο του Μαρξ σ' αυτή του την ελπίδα ήταν χωρίς αμφιβολία η Αθήνα του Περικλή, η οποία, στο μέλλον με την αυξημένη σε τεράστιο βαθμό παραγωγικότητα του ανθρώπινου μόχθου, δεν θα χρειάζονταν δούλους για να την συντηρούν αλλά θα γίνονταν πραγματικότητα για όλους

Εκατό χρόνια μετά γνωρίζουμε το σφάλμα αυτού του συλλογισμού· ο ελεύθερος χρόνος του animal laborans δεν ξοδεύεται πουθενά αλλού πέρα από την κατανάλωση, κι όσος περισσότερος χρόνος του μένει τόσο πιο άπληστες και πιο ακόρεστες γίνονται οι ορέξεις του. Το γεγονός ότι οι ορέξεις αυτές γίνονται πιο εκλεπτυσμένες έτσι ώστε η κατανάλωση να μην περιορίζεται πια στα αναγκαία αλλά, αντίθετα , να συγκεντρώνεται κυρίως σε όσα συνιστούν πολυτέλεια της ζωής, δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα αυτής της κοινωνίας, αλλά περικλείει τον σοβαρό κίνδυνο να μην απομείνει τίποτα στον κόσμο προφυλαγμένο από την κατανάλωση και τον αφανισμό μέσα από την κατανάλωση.

Η μάλλον δυσάρεστη αλήθεια σχετικά με το ζήτημα αυτό, είναι πως ο θρίαμβος του σύγχρονου
ανθρώπου πάνω στην ανάγκη οφείλεται στην απελευθέρωση του μόχθου, δηλαδή στο γεγονός ότι έγινε δυνατό για το animal laborans να καταλάβει την δημόσια σφαίρα· κι ωστόσο , στον βαθμό που η δημόσια σφαίρα εξακολουθεί να κατέχεται από το animal laborans δεν μπορεί να συνιστά πραγματική δημόσια σφαίρα, αλλά απλώς ιδιωτικές δραστηριότητες που εκτίθενται δημοσίως.

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που κατ' ευφημισμό καλείται μαζική κουλτούρα, και το βαθύτερο πρόβλημά της είναι μια γενική δυστυχία, που οφείλεται από την μια μεριά  στην διαταραγμένη ισορροπία ανάμεσα στον μόχθο και την κατανάλωση και από την άλλη στις επίμονες αξιώσεις του animal laborans να αποκτήσει μια ευτυχία, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί, παρά μόνο εκεί  όπου οι ζωικές διαδικασίες της εξάντλησης και της αναγέννησης, του πόνου και της ανακούφισης του πόνου, πετυχαίνουν μια πλήρη ισορροπία.

Το γενικό αίτημα για ευτυχία και η διαδεδομένη δυστυχία στην κοινωνία μας (που δεν αποτελούν παρα τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος) είναι από τα πιο πειστικά σημάδια , ότι έχουμε αρχίσει να ζούμε σε μια κοινωνία μόχθου που όμως της λείπει αρκετός μόχθος για να μείνει ικανοποιημένη. 

Διότι μόνο το animal laborans και όχι ο τεχνίτης ή ο ανθρωπος της πράξης, δεικδήκησαν ποτε να είναι "ευτυχισμένοι" ή σκέφτηκαν ποτέ πως θα μπορούσαν οι θνητοί να είναι ευτυχισμένοι.(...)"




Το παραπάνω κείμενο της Αρεντ το παραθέτω σαν ένα στοιχείο για την συνέχεια της συζήτησης που εξελίσσεται σχετικά με την "σοβαρή κρίση στην αναπαραγωγή του κυρίαρχου ανθρωπολογικού τύπου εκεί που έχει ήδη κυριαρχήσει"
Η Αρεντ στο βιβλίο της Vita Activa [1959]ξεχωρίζει και αναλύει τρεις κεντρικές ανθρώπινες δραστηριότητες, αυτή του Μόχθου που είναι και αυτή που έχει ως προυπόθεση την βιολογική ζωή (θα λεγαμε δηλαδή την επιβίωση), αυτή της Εργασίας όπου παρεχει τον κόσμο στον οποίο στεγάζεται η ατομική ζωή και που ως ανθρώπινη προυπόθεση της είναι η εγκοσμιότητα και τέλος η Πράξη  που έιναι αυτή η δραστηριότητα που επιτελείται άμεσα μεταξυ των ανθρώπων και αντιστοιχεί στον ανθρώπινο όρο του πλήθους
.

 εκδ. Γνωση 1986, μετ. Σ.Ροζάνης και Γ.Λυκιαρδόπουλος

οι φωτογραφίες είναι από:
http://thesocietypages.org/socimages/2009/12/03/child-labor-in-america-1908-1912/

24 Ιανουαρίου 2012

Μαθήματα κυριαρχίας από τους επίγονους του Μακιαβέλι


Το 1996 ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) δημοσιεύει στο 13ο τεύχος του επίσημου περιοδικού του,  CAHIERS DE POLITIQUE ÉCONOMIQUE (Τετράδια Οικονομικής Πολιτικής), ένα άρθρο του Κρίστιαν Μόρισον με τίτλο: «Οι δυνατότητες πραγματοποίησης των διαρθρωτικών αναπροσαρμογών».

Πρόκειται ουσιαστικά, όπως αναφέρεται εξάλλου, για έκθεση του "Κέντρου Ανάπτυξης" του ΟΟΣΑ με θέμα τα προβλήματα και τους τρόπους πολιτικής χειραγώγησης των πληθυσμών ώστε να μπορέσει μια κυβέρνηση να περάσει τα αυστηρά μέτρα λιτότητας και τις διαρθρωτικές αλλαγές, που επέβαλε κατά τη δεκαετία του 1980 η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού σε μια σειρά από «αναπτυσσόμενες» χώρες και χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Όπως θα διαπιστώσετε, πέρα από το ότι ο κυνισμός των νέων Μακιαβέλι συναγωνίζεται την επιστημοσύνη τους, αυτά που ζούμε σήμερα εδώ δεν προέκυψαν στην τύχη. Κι αν το γνωρίζουμε ήδη, οπωσδήποτε έχει άλλη βαρύτητα να το ακούμε, απερίφραστα ομολογημένο, από τα πλέον αρμόδια στόματα. Ορίστε:

«(…) Οι πολιτικές οικονομικής σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών μπορεί να προκαλέσουν κοινωνικές ταραχές, ακόμα και να θέσουν σε κίνδυνο την ομαλότητα των χωρών. Στο παρόν Τετράδιο Οικονομικής Πολιτικής αναλύονται οι πολιτικές συνέπειες αυτών των προγραμμάτων. Όπως προέκυψε από τη συστηματική μελέτη πέντε χωρών και δυο σημαντικών αντιπροσωπευτικών δειγμάτων στη λατινική Αμερική και την Αφρική, το πολιτικό κόστος σε απεργίες, διαδηλώσεις και εξεγέρσεις διαφέρει ανάλογα με τα μέτρα που ελήφθησαν. Πράγματι, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η επείγουσα κατάσταση που δημιουργήθηκε από τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες, κρίθηκε ότι μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί με την αποκατάσταση των μακρο-οικονομικών ισορροπιών. Έτσι, οι διαρθρωτικές αναπροσαρμογές περιορίστηκαν σ’ ένα πρόγραμμα σταθερότητας με μοναδικό κριτήριο την ταχύτερη δυνατή μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Πολύ σύντομα όμως συνειδητοποιήσαμε πως η σταθεροποίηση δεν είναι αυτοσκοπός. (…)

Πράγματι, όπου τέθηκε θέμα διαρθρωτικών αλλαγών, οι διεθνείς οργανισμοί [ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.λπ.] απαίτησαν δραστική μείωση των βασικών δημόσιων δαπανών. Αυτό έκανε αντιδημοφιλείς τις κυβερνήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση ταραχών, κατέφυγαν στην καταστολή πολλαπλασιάζοντας το πολιτικό κόστος. (…)

Η εφαρμογή προγραμμάτων διαρθρωτικών αλλαγών σε δεκάδες χώρες κατά τη δεκαετία του 1980 έδειξε, ότι είχαμε παραμελήσει την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Πιεζόμενες από απεργίες, διαδηλώσεις, ακόμα κι εξεγέρσεις, πολλές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να περικόψουν σημαντικά τα προγράμματα αυτά. Έτσι αναγκαστήκαμε να αναγνωρίσουμε, ότι η οικονομική επιτυχία της διαρθρωτικής αναπροσαρμογής εξαρτάται από τη δυνατότητα πολιτικής πραγματοποίησής της. (…)

Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι, σύμφωνα με στατιστικές που στηρίζονται στη μελέτη δεκάδων χωρών επί μια δεκαετία, το πολιτικό κόστος διαφοροποιείται ανάλογα με τα μέτρα. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα, διότι σημαίνει πως μπορεί μέσα από τη μελέτη των μέτρων και των αντιδράσεων να εκπονηθεί ένα βέλτιστο πολιτικό πρόγραμμα, δηλαδή ένα πρόγραμμα που θα ελαχιστοποιεί τους κινδύνους. (…)

Τα μέτρα που προκαλούν τις περισσότερες διαδηλώσεις, είναι εκείνα που πλήττουν ολόκληρο τον πληθυσμό κι έχουν σαν αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών, ο,τιδήποτε κι αν την προκαλεί (περικοπές επιχορηγήσεων, αύξηση των έμμεσων φόρων ή υποτίμηση). Έτσι, στη Ζάμπια ο διπλασιασμός της τιμής του αλευριού και του καλαμποκιού το Δεκέμβριο του 1984, εξαιτίας της περικοπής επιχορηγήσεων, προκάλεσε κύμα ταραχών η καταστολή των οποίων καταμέτρησε 15 νεκρούς. Παρόμοια, όταν το 1988 η κυβέρνηση της Νιγηρίας αύξησε την τιμή του πετρελαίου, το οποίο αγόραζαν κυρίως τα φτωχά νοικοκυριά, είχαμε ταραχές με 6 νεκρούς διαδηλωτές. (…)

Άλλα μέτρα όμως, όπως οι περικοπές των δημόσιων επενδύσεων, ή των λειτουργικών εξόδων (εκτός των μισθών), δεν προκαλούν σοβαρή αναταραχή. (…) Οι περικοπές π.χ. στις δημόσιες επενδύσεις πλήττουν κυρίως τον τομέα της οικοδομής, ο οποίος μαστίζεται τότε από πτωχεύσεις και απολύσεις. Όμως αυτός ο τομέας αποτελείται κυρίως από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που δεν έχουν μεγάλο πολιτικό βάρος. (…)

Από την άλλη μεριά, οι περικοπές στα λειτουργικά έξοδα του κράτους πλήττουν τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους αν κινηθούν ευέλικτα παρουσιάζοντας, με τη βοήθεια του Τύπου, αυτά τα μέτρα σαν μέτρα ισονομίας με το επιχείρημα, ότι εφόσον ζητούνται θυσίες από όλο το λαό, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γίνεται ν’ αποτελούν εξαίρεση. (…)

Το βέβαιο είναι ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμα σταθερότητας ενάντια στη θέληση ολόκληρης της κοινής γνώμης. Ένα πρόγραμμα που θα έπληττε εξίσου όλες τις κοινωνικές ομάδες, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστεί από ένα πρόγραμμα που κάνει διακρίσεις σε βάρος κάποιων κοινωνικών ομάδων ευνοώντας ορισμένες άλλες. Πρέπει λοιπόν η αρμόδια κυβέρνηση να φροντίσει ώστε να πάρει με το μέρος της ένα μέρος του κόσμου, στην ανάγκη φορτώνοντας δυσανάλογα και με πολύ βαριά μέτρα ορισμένες κοινωνικές ομάδες. (…) 

Η απελευθέρωση των εισαγωγών και το άνοιγμα των επαγγελμάτων −ένα μέτρο στο οποίο επιμένει πάντοτε η Παγκόσμια Τράπεζα− προκαλεί αλληλοσυγκρουόμενες αντιδράσεις, από τις οποίες η κυβέρνηση μπορεί να επωφεληθεί. (…) 

Μπορεί για παράδειγμα να καταργήσει τους δασμούς σε πρώτες ύλες που αγοράζουν όλες οι επιχειρήσεις, ή σε βασικά προϊόντα που δύσκολα μπορούν να προμηθευτούν οι μικρές επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να δημιουργήσει γρήγορα συμμάχους, που θα στηρίξουν την πολιτική της απελευθέρωσης και του ανοίγματος. (…)

Η κυβέρνηση που καλείται να εφαρμόσει αναδιαρθρωτικά προγάμματα, είναι υποχρεωμένη να πάρει αντιλαϊκά μέτρα. (…)

Όμως, καλώντας σε βοήθεια το ΔΝΤ, μπορεί να επωφεληθεί και σε πολιτικό επίπεδο γιατί θα μπορεί να απαντάει σε όσους αντιδρούν, ότι τα μέτρα προβλέπονται από τη συμφωνία που επέβαλε στη χώρα το ΔΝΤ και είναι υποχρεωμένη να τα πάρει θέλοντας και μη. (…)


Καλό είναι τα μέτρα να λαμβάνονται πριν ξεσπάσει κρίση. Υπάρχουν όμως τρόπο αντιμετώπισης του πολιτικού κόστους ακόμη κι αν τα μέτρα λαμβάνονται αφού ξεσπάσει η κρίση. (…)

Εάν π.χ. η κυβέρνηση εκλεγεί λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, τότε έχει μπροστά της μια μικρή χρονική περίοδο (4 με 6 μήνες) κατά την οποία η κοινή γνώμη εξακολουθεί να την στηρίζει και κατά την οποία μπορεί να ρίχνει την ευθύνη για τα αντιλαϊκά μέτρα στους προκατόχους της. Σε αυτό το διάστημα, οι συντεχνίες χάνουν προσωρινά τη δύναμή τους και τότε η κυβέρνηση πρέπει να σπεύσει να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον τους. Έπειτα από αυτή την περίοδο χάριτος τα πράγματα δυσκολεύουν τρομερά. Η νέα κυβέρνηση θεωρείται ολοένα και περισσότερο μόνη υπεύθυνη για την κατάσταση κι έτσι αναγκάζεται ν’ αναλάβει αυτή το σύνολο του πολιτικού κόστους της αναδιάρθωσης. (…)

Γι' αυτό, από την πρώτη στιγμή που θ’ ανέβει στην εξουσία αυτή η κυβέρνηση, θα πρέπει να σταματήσει την αισιόδοξη ρητορική και να επιμείνει, ακόμα και υπερβάλλοντας, για τη σοβαρότητα των οικονομικών ανισορροπιών, να υπογραμμίζει τις ευθύνες των προκατόχων της και το ρόλο εξωγενών δυσμενών παραγόντων. (…)

Από τους κινδύνους που θα παρουσιαστούν, ο μικρότερος είναι αυτός των απεργιών. Οι απεργίες κινητοποιούν κατά βάση τους μισθωτούς του μοντέρνου τομέα και όχι τις πιο φτωχές κοινωνικές τάξεις. Με τις κατάλληλες παραχωρήσεις, η κυβέρνηση μπορεί να τις τελειώσει. (…)

Παρ' όλα αυτά, οι απεργίες μπορεί να ευνοήσουν το ξέσπασμα διαδηλώσεων. Ειδικά οι απεργίες των εκπαιδευτικών, αν και καθεαυτές δεν αποτελούν πρόβλημα για τις κυβερνήσεις, γίνονται έμμεσα επικίνδυνες επειδή απελευθερώνουν μια ανεξέλεγκτη μάζα μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας, η οποία μπορεί να κατέβει σε διαδηλώσεις και σε αυτή την περίπτωση η καταστολή μπορεί εύκολα να έχει δραματικές συνέπειες. (…) 

Οι περικοπές στο στενό και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ένα από τα κυριότερα μέτρα των προγραμμάτων σταθεροποίησης, δεν είναι τόσο επικίνδυνες πολιτικά όσο η άνοδος των τιμών στα είδη κατανάλωσης. Οι περικοπές προκαλούν απεργίες μάλλον παρά διαδηλώσεις, πλήττουν περισσότερο τις μεσαίες τάξεις παρά τα φτωχότερα στρώματα και σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση μπορεί να αποτανθεί στον πραγματισμό των δημοσίων υπαλλήλων. Μπορεί για παράδειγμα να τους εξηγήσει, ότι εφόσον το ΔΝΤ επιβάλλει περικοπές κατά 20% στο δημόσιο, το μόνο που απομένει είναι είτε να μειωθούν οι μισθοί, είτε να γίνουν απολύσεις, και ότι η ίδια προτιμάει να κάνει το πρώτο προς όφελος του συνόλου των υπαλλήλων. Η εμπειρία μας από τις περισσότερες αφρικανικές κυβερνήσεις δείχνει, πως αυτό το επιχείρημα εισακούγεται. (…)

Μια από τις βασικές περικοπές αφορά στα λειτουργικά έξοδα των σχολείων και των πανεπιστημίων. Είναι πολύ προτιμότερη επιλογή από μια δραστική μείωση του αριθμού των μαθητών και των σπουδαστών. Οι οικογένειες θα αντιδράσουν βίαια στο ενδεχόμενο να αποκλειστούν τα παιδιά τους από την εκπαίδευση. Δεν θα αντιδράσουν όμως σε μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Έτσι σιγά-σιγά θα δεχτούν να πληρώνουν κάποιο ποσόν για να σπουδάζουν τα παιδιά, ή να περικοπεί κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. Αυτή η υποβάθμιση όμως πρέπει να γίνει βήμα-βήμα, σε ένα σχολείο αρχικά και όχι στο γειτονικό σχολείο, ώστε να αποφευχθεί μια γενικευμένη αντίδραση του πληθυσμού. (…)  

Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο πολιτικά από τη λήψη συνολικών μέτρων για την αντιμετώπιση ενός μακρο-οικονομικού προβλήματος. Αν λοιπόν θέλουμε να μειώσουμε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, πρέπει να τους μειώσουμε πρώτα σε έναν ορισμένο τομέα, να ψαλιδίσουμε την ονομαστική αξία τους σε έναν άλλο ή ακόμα και ν’ αυξήσουμε τους μισθούς σε κάποιον τομέα που είναι κρίσιμος από πολιτική άποψη. Το ίδιο και με τα επιδόματα. Δεν τα κόβουμε όλα μαζί. Πρέπει να φροντίζουμε απεριόριστα τις λεπτομέρειες: αν π.χ. τα φτωχά νοικοκυριά καταναλώνουν μόνο τη ζάχαρη σε μορφή σκόνης, μπορούμε ν’ αυξήσουμε την τιμή της ζάχαρης σε κύβους. (…)


Σημαντικό είναι το συμπέρασμα που λέει, ότι μια κυβέρνηση αποτυχαίνει για δυο λόγους: είτε επειδή εμπιστεύεται την υλοποίηση του προγράμματος σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών σε τεχνοκράτες, που παραμελούν το πολιτικό κόστος∙ είτε επειδή την εμπιστεύεται αποκλειστικά στους αρμόδιους πολιτικούς, που ενδιαφέρονται για το στενό πολιτικό κόστος. (…)
  
Για να έχει μια κυβέρνηση το περιθώριο ώστε να κάνει τους πολιτικούς ελιγμούς που απαιτεί ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, πρέπει να στηρίζεται από ένα ή δυο μεγάλα κόμματα μάλλον, παρά σε ένα συνασπισμό πολλών μικρών κομμάτων. Γι’ αυτό το σκοπό, χρειάζεται ένα κατάλληλο εκλογικό σύστημα, με πολλές μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες. 

Άλλα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας είναι αυτά που νομοθετηθούν προσωρινές ειδικές εξουσίες, ή ο εκ των υστέρων έλεγχος από τη δικαστική εξουσία ώστε να μην μπορούν οι δικαστές να ελέγχουν εκ των προτέρων την εφαρμογή ενός προγράμματος.  

Το δημοψήφισμα είναι ένα αποτελεσματικό όπλο στα χέρια μιας κυβέρνησης όταν έχει αυτή την πρωτοβουλία των κινήσεων. Μπορεί να καταφεύγει σε δημοψήφισμα, ώστε να εγκριθεί ένα συγκεκριμένο μέτρο της και να θέσει εκτός μάχης μια συμμαχία αντιφρονούντων. Επιπλέον, όταν κάποια μέτρα προκαλέσουν ένα αυξανόμενο κύμα ταραχών και καταστολής, τότε η προκήρυξη δημοψηφίσματος μπορεί να ηρεμήσει το πολιτικό παιχνίδι και να βοηθήσει στην αποκατάσταση της τάξης αποφορτίζοντας την πίεση των διαδηλωτών. (…)

Εξίσου βοηθάει το μοίρασμα των ρόλων μεταξύ των διεθνών οργανισμώνοι οποίοι αναλαμβάνουν το ρόλο να υπενθυμίζουν τις σκληρές υποχρεώσεις του προγράμματος αναδιάρθρωσης − καθώς και μιας σειράς χωρών, που θα παίζουν το ρόλο χορηγών και θα παρέχουν κάποια βοήθεια όταν ορισμένα πολύ σκληρά μέτρα γίνονται πολύ επικίνδυνα. (…)»

(μετάφραση αποσπασμάτων: Hollowsky)


Σημ. HS. Βραβείο κυνισμού παίρνει όλο το άρθρο αλλά το νόμπελ πηγαίνει, οπωσδήποτε, στο κομμάτι όπου προτείνει τη σταδιακή υποβάθμιση της εκπαίδευσης. Αξίζει να παρατηρήσω, ότι το άρθρο αυτό αποτελεί σοβαρό πλήγμα κατά της τρέχουσας συνωμοσιολογίας: δείχνει πως οι κυρίαρχοι δεν κινούνται όπως το θέλουν οι συνωμοσιολόγοι, αλλά δηλώνουν ανοιχτά τις τακτικές τους σε επίσημα περιοδικά. Κατά τα άλλα δεν χρειάζεται να πω τίποτα. Παραπέμπω μόνο σε μια ανάρτησή μας όπου δώσαμε το λόγο στον Άνταμ Σμιθ. Είπαμε: διαβάζοντας κλασικούς, ποτέ δεν χάνεις το χρόνο σου…

Πιο εκτεταμένο απόσπασμα από το κείμενο του Μόρισον μετέφρασα και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ, τχ. 19, Σεπτ. 2014


22 Ιανουαρίου 2012

Εξατομίκευση και Εκδίκηση

Η συμπαράθεση των δυο αποσπασμάτων που ακολουθούν,  ελπίζω να βοηθήσει στην κατανόηση των δυνάμεων που οδήγησαν στη σύγχρονη αναγόρευση του χρήματος σε «δεσμό όλων των δεσμών»: Στη βάση ενός γενικευμένου καθαγιασμού της εκδίκησης και συνάμα τρόμου απέναντί της, η αποθέωση του χρήματος εκφράζει ένα συνδυασμό, ή μάλλον ένα εκκρεμές που κινείται ανάμεσα στην καλπάζουσα προς την ολική εκδικητικότητα ατομικότητα («Πώς τολμάς να έχεις ή να είσαι ο,τιδήποτε περισσότερο από εμένα;») και τη συστημική κατάψυξη και αναστολή της («Αντί να τρέξει αίμα, ας τρέξουν οι οικονομικοί αλγόριθμοι»). 
Με ανάμικτα συναισθήματα, λέω πως τα πάντα σήμερα δείχνουν ότι το εκκρεμές έχει αρχίσει να ξεχαρβαλώνεται. Καθώς τρέχει ολοένα και πιο ξέφρενα από το ένα άκρο στο άλλο, το αίμα τρέχει πια μαζί με τους αλγόριθμους. -  H.S.

1.
Στέφανος Ροζάνης
«Η εκδίκηση είναι υπόθεση της ατομικής ψυχής, η οποία, με το να είναι ηδονή του “όλα να τα φέρει στον εαυτό της”, ενεργεί ανατρεπτικά ως προς την κατεστημένη τάξη των πραγμάτων. Αλλά η ηδονή της ανατροπής είναι η εκδίκηση. Χωρίς αυτή την ηδονή, η ατομική ψυχή χάνεται βυθισμένη στην απουσία. Γι’ αυτό ακριβώς η εκδίκηση είναι η ίδια η ατομικότητα στην αναζήτηση ενός νοήματος για τον εαυτό της κι ενός νοήματος για τα πράγματα, τις παραστάσεις, τα συναισθήματα και τις προθέσεις που επιζητεί να φέρει στον εαυτό της. […] 

Γι’ αυτό, εξάλλου, η εκδικητική πράξη ενέχει ένα χαρακτήρα καταστροφικό και αυτοκαταστροφικό,  και ακόμα μια έντονα μηδενιστική ροπή, η οποία παρασύρει την ατομικότητα στην εξαφάνισή της. Θα πρέπει ωστόσο να τονισθεί, ότι ο καταστροφικός και αυτοκαταστροφικός χαρακτήρας της εκδικητικής μανίας, καθώς και η μηδενιστική της τάση, διόλου δεν αντιφάσκουν προς τη φύση της ατομικότητας, η οποία μέσα σε αυτά τα συναισθήματα βρίσκει την καταγωγική περιοχή της».

Στέφανος Ροζάνης, «Εκδίκηση: Η διαμόρφωση της ατομικότητας»,
τελευταίο κεφάλαιο από το βιβλίο του Μελέτες για τον Ρομαντισμό,
εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ (2001)



2.
Ρενέ Ζιράρ
«Ως “αποφενακιστής”, ο Σαίξπηρ μάς έχει κατά πολύ ξεπεράσει. Ανακαλύπτει τη νεοτερική εκδοχή της θυσιαστικής κρίσης. Τον έχουμε μεγάλη ανάγκη για να καταλάβουμε καλύτερα την αλλόκοτη ιστορική κατάσταση, στην οποία μας έχει καταβυθίσει ο ακαταμάχητος έλεγχος που ασκούμε στη γλώσσα κι επίσης πάνω στην ύλη μέσω της Τεχνικής.

Η τεχνική πρόοδος κατέστησε τα πολεμικά μας όπλα τόσο καταστροφικά, ώστε η χρήση τους θα ξεπερνούσε κάθε ορθολογικό επιθετικό σχέδιο. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Δύσης, ο προγονικός τρόμος της εκδίκησης γίνεται ξεκάθαρος και θεμιτός. Μοιάζουμε με πρωτόγονη φυλή, με τη διαφορά ότι δεν διαθέτουμε πια θυσιαστικές λατρείες που θα μας επέτρεπαν να μετασχηματίσουμε, να εξωτερικεύσουμε και να εξορκίσουμε την απειλή που στρέψει καταπάνω μας η ίδια μας η βία.

Ένας κύκλος αντιποίνων θα μπορούσε κυριολεκτικά να εκμηδενίσει την ανθρωπότητα. Κανείς δεν θέλει να τον προκαλέσει κι όμως την ίδια στιγμή κανείς δεν απαρνιέται την ιδέα της εκδίκησης. Σαν τον Άμλετ, ταλαντευόμαστε ανάμεσα σε μια ολοκληρωτική και σε μια μηδενική εκδίκηση, ανίκανοι ν’ αποφασίσουμε, ανίκανοι να διαπράξουμε και συνάμα να μη διαπράξουμε την εκδίκηση. Στη σκιά αυτής της τερατώδους απειλής, όλοι οι θεσμοί διαλύονται, “οι ακαδημαϊκές διακρίσεις, τα σωματεία στις πόλεις”, όλες οι ανθρώπινες σχέσεις εξαρθρώνονται, “τα πάντα αλληλοσυγκρούονται με βλακώδες πείσμα” κι “ο πιο ποταπός άνθρωπος μασκαρεύεται για να φαίνεται σαν ο πιο ευγενής”: the enterprise is sick. […]

Πασχίζουμε ακόμα, με κωμικό πλέον τρόπο, να προβάλουμε τη βία μας πάνω σ’ ένα Θεό, στον οποίο δεν πιστεύουμε πια. […] Αν η ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στον κόσμο μπορεί να αποβεί κίνδυνος για την ανθρωπότητα, το σφάλμα δεν μπορεί να βαραίνει κάποιον Θεό, αλλά αυτό το πνεύμα της εκδίκησης, που από εδώ και πέρα ξέρουμε πως είναι δικό μας και δεν έχει σβήσει μέσα μας. […] Δεν έχουμε πλέον αποδιοπομπαίο τράγο για να ρίξουμε πάνω του μια ευθύνη, την οποία διεκδικούσαμε υπεροπτικά την εποχή που δεν γνωρίζαμε τους κινδύνους που εγκυμονεί. Σήμερα γνωρίζουμε, ότι ο άνθρωπος απειλείται από τον ίδιο του τον εαυτό, από τη λαχτάρα του για εκδίκηση. […]

Έχει φτάσει η ώρα να καταλάβουμε τον Άμλετ. […] H μοντέρνα αποτυχία κατανόησής του οφείλεται καταρχήν στην απουσία κάθε κριτικής στην ηθική της εκδίκησης. […] Δεν είναι τυχαίο που η ιερότητα, με την οποία περιβάλλουν την εκδίκηση, προσφέρει ένα ιδεώδες υπόβαθρο σε όλες τις μεταμορφώσεις της νεωτερικής μνησικακίας. Η αξιοσημείωτη συναίνεση γύρω από την εκδίκηση επιβεβαιώνει, πιστεύω, την ιδέα μιας αμλετικής no man’s land ανάμεσα στην ολική εκδίκηση και στην απουσία κάθε εκδίκησης − αυτή την τυπικά νεοτερική “χώρα”, όπου στα πάντα υπάρχει μια υπόγευση νοθευμένης εκδίκησης.


Έτσι φτάσαμε σήμερα στο στάδιο όπου η ιστορία δεν έχει πια νόημα, όπου η τέχνη δεν έχει πλέον νόημα, όπου η γλώσσα και το ίδιο το νόημα δεν έχουν πια νόημα. Όσο καθησυχαστικός κι αν είναι επιφανειακά, αυτός ο παραλογισμός που εξυφαίνουμε μάς παραδίδει στις δυνάμεις στις δυνάμεις που ωθούν τον Άμλετ προς την τραγική λύση του έργου του και η οποία θα μπορούσε, στις μέρες μας, να μας οδηγήσει στο πλανητικό ισοδύναμο της πέμπτης πράξης [του έργου]. Αναμφίβολα, δεν είναι απλή σύμπτωση το γεγονός ότι ο κόσμος που γέννησε τον Άμλετ πριν από τέσσερεις αιώνες, βρίσκεται σήμερα σ’ ένα αλλόκοτο αδιέξοδο που αρνούμαστε να το σκεφτούμε μέχρις εσχάτων. […]

Μόλις που αρχίζουμε να μαντεύουμε, ότι κάτι το θεμελιώδες λείπει από το νοητικό πεδίο μας αλλά δεν τολμούμε να διερωτηθούμε σοβαρά περί τίνος πραγματικά πρόκειται. Καμωνόμαστε ότι δεν βλέπουμε την εξάρθρωση της νοητικής μας ζωής, τη φοβερή ευτέλεια των νευρόσπαστων που κατέλαβαν το προσκήνιο κατά τη διάρκεια αυτής της αλλόκοτης αργίας του ανθρώπινου πνεύματος. Σιωπή έχει καλύψει τη γη, σάμπως ένας άγγελος να ετοιμάζεται ν’ ανοίξει την έβδομη και τελευταία σφραγίδα μιας αποκαλύψεως. […]

Αν σήμερα, σε τούτην εδώ την ιδιότυπη στιγμή της ιστορίας μας, δεν καταφέρουμε να διαβάσουμε τον Άμλετ ενάντια στην ιδέα της εκδίκησης, πότε θα το καταφέρουμε;».


Ρενέ Ζιράρ, «Η νοθευμένη εκδίκηση του Άμλετ»,
τριακοστό κεφάλαιο από το βιβλίο του Σαίξπηρ∙ Οι φλόγες της ζηλοτυπίας (1990),
μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ (1993)



20 Ιανουαρίου 2012

Κι όπως πέφτει το σκοτάδι...


Ευγένιος Ενρικέζ
«Ο πραγματικός κίνδυνος για όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι μήπως η καπιταλιστική αναρχία απολήξει σ’ ένα κατακερματισμό του κοινωνικού, από τον οποίο θα επιβίωναν πια μόνο κοινωνικοπολιτικές οργανώσεις, αλληλοσυγκρουόμενοι θεσμοί, που θα κατέληγαν να ορίζουν και να τηρούν τους δικούς τους κανόνες του παιχνιδιού, αν όχι και το δικό τους δίκαιο. Η φιλελεύθερη δημοκρατία μπορεί να γεννήσει μια πληθώρα ανταγωνιστικών συμμοριών, που ρυθμίζουν τα προβλήματά τους με το αίμα και όχι με την ευγενή άμιλλα. Τότε το κράτος, αν δεν θέλει να υποκύψει ή να βρεθεί αιχμάλωτο μιας από αυτές τις συμμορίες, οφείλει ν’ αποκτήσει τα μέσα για να αναλάβει και πάλι τον έλεγχο μιας κατάστασης που το ξεπερνά. Θα ενισχύσει, όχι μόνο τον κυβερνητικό μηχανισμό του, αλλά και τον αστυνομικό και το στρατιωτικό του μηχανισμό.
 

Σταδιακά, το φιλελεύθερο κράτος θα παραχωρήσει τη θέση του σ’ ένα κράτος πιο ευθέως αυταρχικό. Η υπόθεση που λέει, πως είναι δυνατό να οικοδομήσουμε ένα συνεκτικό εθνικό κράτος που θα ενοποιείται παραδόξως πάνω στη γενίκευση της εσωτερικής διαμάχης, ισχύει μόνο όταν όλοι αποδέχονται τους κανόνες του παιχνιδιού, όσο άδικοι κι αν είναι, δηλαδή όταν συναινούν να ζουν σε ένα κράτος Δικαίου, στο οποίο τους κανόνες μπορεί ν’ αλλάξει η διαμάχη και όχι η μάχη. Όταν όμως το σύνθημα γίνεται ρητά για όλους ο πόλεμος, ο δόλος και ο άμετρος ανταγωνισμός, τότε το φιλελεύθερο κράτος βλέπει να τερματίζεται η ιστορία του.
 

Υπάρχει όμως κι ένας άλλος δρόμος για την εξαφάνιση του φιλελεύθερου κράτους. Είναι ο δρόμος της σταδιακής διάλυσής του, απόρροια της ίδιας του της δυναμικής. Το όνειρο του φιλελεύθερου κράτους − να διαιτητεύει σε μια καινοτόμο κοινωνία πολιτών σε ακατάπαυστη κίνηση και αναβρασμό − δεν προχωρεί χωρίς την προσπάθεια να μετασχηματίσει τις ανθρώπινες σχέσεις σε σχέσεις εμπορευματικές. «Όλα αγοράζονται, όλα πουλιούνται»: αυτό είναι το αξίωμα του Βαλράς, το κεντρικό αξίωμα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όταν όμως το πρώτιστο θέμα καθενός γίνεται το ν’ αποκτήσει (όχι να παραγάγει) πλούτο, τότε ο τρόπος για ν’ αποκτήσει χρήματα μικρή σημασία έχει. Αυτό που μετράει είναι μόνο το αποτέλεσμα. Η κερδοσκοπία με τα νομίσματα και τα ακίνητα, οι κάθε τάξης ληστείες, ο τζόγος (καζίνο, κουλοχέρηδες, αλλά και τυχερά παιχνίδια θεσμισμένα από το κράτος: λαχεία, προπό, λότο), η χρηματική απάτη, όλα αυτά γίνονται τα κανονικά μέσα πλουτισμού. […] Όλες οι μέθοδοι είναι καλές προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. […] Μικρή και μεγάλη παραβατικότητα απλώς πολλαπλασιάζονται και ακμάζουν. […]
 

Είτε πρόκειται για τεράστιες μίζες ώστε να πουλήσουμε τα αεροπλάνα της Λόκχιντ, ή για προσφορά ενός κολγκέρλ για μια νύχτα προκειμένου να καλοπιάσουμε έναν επαρχιώτη πελάτη, η βασική αρχή είναι η ίδια: Αφού όλοι οι άνθρωποι μπορούν να πιαστούν στην παγίδα των επιθυμιών τους, το μόνο πρόβλημα είναι να βρούμε τη ρωγμή στην πανοπλία και να καλύψουμε τις ελλείψεις, που πάντα αισθάνονται με οδύνη.
 

Επομένως ο γκανγκστερισμός, η ληστεία και η διαφθορά αποτελούν τρόπους δυνητικής διάλυσης του φιλελεύθερου κράτους. Όταν συνδυάζονται με τον αναβρασμό και τους αγώνες των κοινωνικών ομάδων, τότε το φιλελεύθερο κράτος αυτοκτονεί».
 

Ευγένιος Ενρικέζ, Από την ορδή στο κράτος (1983),
μετάφραση Βασίλης Τομανάς, εκδ, ΝΗΣΙΔΕΣ (2005).



Σημ. H.S. Όσοι πόνταραν στην «απελευθέρωση των επιθυμιών», αν δεν ήταν καπιτάλες, έχουν πάει στον κουβά - για να μιλήσουμε με την αρμόζουσα γλώσσα. Ο Ενρικέζ κλείνει το βιβλίο του παραθέτοντας ένα πολύ γνωστό και δυνατό ποίημα του Καβάφη, το «Περιμένοντας τους βάρβαρους». Μέσω του Καστοριάδη, αναφέρει και τον Αριστοτέλη. Πολύ πιθανόν να γνώριζε, πως την ίδια διάγνωση είχε κάνει πολλές χιλιάδες χρόνια νωρίτερα και ο Σταγειρίτης, περιγράφοντας τους ιδιαίτερους δρόμους παρακμής των πολιτευμάτων. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν χάνει κανείς όταν προστρέχει στους κλασικούς. Οι ΝΗΣΙΔΕΣ έχουν βγάλει ένα ακόμα βιβλίο του Ενρικέζ με τίτλο Το σκοτεινό πρόσωπο των σύγχρονων δημοκρατιών, που έγραψε μαζί με την Κλοντίν Αρός. Για τον Λεόν Βαλράς ας μην πω τίποτα προς το παρόν.



17 Ιανουαρίου 2012

Το Ιδεολογικό Περιβάλλον


Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο Πρώτα σαν Τραγωδία και μετά σαν Φάρσα του Slavoj Zizek, εκδόσεις Scripta, 2011, μετάφραση Νεκτάριου Καλαϊτζή το βρήκα στο last tape εδω [ευχαριστούμε για τον κόπο της αντιγραφής και την επιλογή του αποσπάσματος]




Το θέμα λοιπον είναι η ιδεολογία ως περιβάλλον που

"...... Επειδή ακριβώς διαποτίζει τα πάντα, η ιδεολογία εμφανίζεται σαν το αντίθετό της, σαν μη-ιδεολογία, σαν ο πυρήνας της ανθρώπινης ταυτότητάς μας κάτω απ' όλες τις ιδεολογικές ταμπέλες. Γι αυτό το έξοχο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Λίτελ Les Bienveillantes είναι τόσο τραυματικό, ιδίως για τους Γερμανούς· παρέχει μια φανταστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ολοκαυτώματος, από την οπτική γωνία ενός Γερμανού ο οποίος είχε άμεση ανάμειξη σε αυτό, του Obersturmbannfuhrer των SS Μαξιμίλιαν Άουε. Το πρόβλημα είναι το εξής: πώς να αποδώσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν και συμβολοποίησαν οι ναζί εκτελεστές την κατάστασή τους, χωρίς να προκαλέσει τη συμπόνιά μας γι' αυτούς ή ακόμη και να τους δικαιολογήσει; Εκείνο που προτείνει ο Λίτελ, για να το θέσουμε κάπως άκομψα, είναι μια μυθιστορηματοποιημένη ναζιστική εκδοχή του Πρίμο Λέβι. Ως εκ τούτου, έχει να μας προσφέρει ένα καίριο φροϋδικό δίδαγμα: πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι ενδεδειγμένος τρόπος για να καταπολεμούμε τη δαιμονοποίηση του Άλλου είναι να τον θεωρήσουμε ολόπλευρα ως πρόσωπο με υποκειμενικό βάθος, να ακούσουμε την ιστορία του, να κατανοήσουμε πώς προσλαμβάνει την κατάσταση (κατά την αντίληψη ότι, όπως λέει και ένας φανατικός υποστηρικτής του διαλόγου για το Μεσανατολικό: "Ένας εχθρός είναι κάποιος του οποίου την ιστορία δεν έχεις ακόμα ακούσει"). Υπάρχει, ωστόσο, ένα σαφές όριο σε αυτή τη διαδικασία· μπορούμε να φανταστούμε ότι καλούμε έναν στυγνό ναζί δολοφόνο - όπως ο Μαξιμίλιαν Άουε του Λίτελ, ο οποίος μάλλον αυτοπροσκαλείται - να μας αφηγηθεί την ιστορία του; Είμαστε, εν τοιαύτη περιπτώσει, εξίσου διατεθειμένοι να υποστηρίξουμε ότι ο Χίτλερ ήταν ένας εχθρός, επειδή απλώς κανένας μας δεν άκουσε την ιστορία του; Μπορούμε να δεχτούμε ότι οι λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής "αντισταθμίζουν" τις φρικαλεότητες που απέρρευσαν από την κυριαρχία του, ότι τον κάνουν "πιο ανθρώπινο"; Για να αναφέρω ένα από τα αγαπημένα μου παραδείγματα, ο Ράινχαρντ Χάιντριχ [Reihnhard Heydrich], ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, αρεσκόταν  να παίζει τα όψιμα κουαρτέτα για έγχορδα του Μπετόβεν με φίλους τα ελεύθερα βράδια του. Η στοιχειώδης εμπειρία που έχουμε για την υποκειμενικότητα είναι εκείνη του "πλούτου του εσωτερικού μου βίου"· αυτό είναι που "πραγματικά είμαι", κατ' αντιδιαστολή προς τους συμβολικούς προσδιορισμούς και τα καθήκοντα που αναδέχομαι στον δημόσιο βίο (ως πατέρας, πανεπιστημιακός καθηγητής κλπ.). Το πρώτο δίδαγμα της ψυχανάλυσης, εν προκειμένω, είναι ότι αυτός ο "πλούτος του εσωτερικού βίου" είναι ουσιαστικά μια απάτη· αποτελεί ένα προπέτασμα, μια ψευδή απόσταση, της οποίας η λειτουργία είναι, θα 'λεγε κανείς, να περισώσει την επίφαση του Εαυτού μου, να καταστήσει απτή (προσπελάσιμη στον φαντασιωσικό ναρκισσισμό μου) την αληθινή κοινωνικοσυμβολική ταυτότητά μου. ΄Ενας από τους τρόπους να ασκεί κανείς την κριτική της ιδεολογίας είναι, συνεπώς, να επινοεί στρατηγικές για να αποκαλύψει αυτή την υποκρισία του "εσωτερικού βίου" και των "ειλικρινών" συναισθημάτων του. Η εμπειρία που έχουμε για τη ζωή μας εκ των ένδον, η ιστορία που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας, προκειμένου να αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε, είναι συνεπώς ένα ψεύδος - η αλήθεια βρίσκεται μάλλον έξω, σε αυτά που πράττουμε......  "

14 Ιανουαρίου 2012

Γιατί φωνάζει μόνος του?




Δεν καταφέραμε να συνεννοηθούμε!*
Με  δογματικό ντράμερ, ρεφόρμα μπασίστα και ιδεάλα στις κιθάρες προκοπή δε γίνεται.
Το λέω μόνος μου και σ΄ όποιον αρέσει είπε φοβερά εκνευρισμένος, κι εφυγε κοπανώντας πίσω του την πόρτα.


*για το χορωδιακό μάζεψε κάποιους άσχετους περαστικούς βρετανούς τουρίστες (βλ.φωτο). 
Μην πάει το μυαλό σας σε κακό κι αρχίσετε τα τηλέφωνα...

13 Ιανουαρίου 2012

Όταν τα πράγματα πάνε στραβά,... πάνε στραβά από μόνα τους



 

Η ίδια η λογική έχει γίνει καταπιεστική.
Η λατρεία της "αλήθειας" και των μεμονωμένων γεγονότων είναι ωμός φετιχισμός.
Το Γεγονός, με την αναγωγή του σε αυτόνομο είδωλο, είναι ένας απόλυτος τύραννος μπροστά στον οποίο η σκέψη δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να προσκυνήσει με βουβή λατρεία.
Η ασθένεια του φωτισμένου ανθρώπου είναι ότι αποδέχτηκε, με τρόπο εξ ολοκλήρου προληπτικό, την ανωτερότητα των γεγονότων απέναντι στις ιδέες.
Η ώθηση προς το θετικό είναι θανάσιμος πειρασμός για την κουλτούρα
Οι "θετικές αλήθειες" της επιστήμης και των επιστημονικών νόμων, αντί να εξυπηρετούν ανθρώπινους στόχους και επιθυμίες, έχουν γίνει δεσμωτήριο που φυλακίζει το μέλλον. Την πορεία της ιστορίας τη ρυθμίζουν αυτά ακριβώς τα "γεγονότα" και όχι ο άνθρωπος.
Οι παλιοί σκοταδισμοί του θρησκευτικού δόγματος και της κοινωνικής κάστας αντικαταστάθηκαν από έναν ακόμα τυραννικότερο σκοταδισμό της "ορθολογικής επιστημονικής αλήθειας".

Τζωρτζ Στάϊνερ, Στον Πύργο του Κυανοπώγωνα (1971) 
μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta (2002)
Οι σημειώσεις που παραθέτει ο Στάϊνερ, με πλάγια, είναι από το εκτεταμένο δοκίμιο του Τιτο Περλίνι,
Αυτοκριτική της λογικής του Διαφωτισμού

Στο βίντεο
αριστερά: η πόλη του Πρίπιετ, φάντασμα μετά από το πυρηνικό ατύχημα στην Ουκρανία
δεξιά: ήρωες θυσιάζονται να σώσουν μια κατάσταση
για την οποία "δεν ευθύνεται κανείς".
Όπως έχει τονίσει ο Ζακ Ελλύλ και γνωρίζουν οι αναγνώστες μας, στις κοινωνίες που κατατρώει το Τεχνικό Σύστημα  "κανείς δεν ευθύνεται" -  ούτε στο Τσερνομπίλ, ούτε στην Φουκοσίμα, ούτε στην Αλαμπάμα, ούτε στο Μέριλαντ, ούτε στην Πενσυλβάνια, ούτε πουθενά στον κόσμο που κάθε λίγο και λιγάκι επιβεβαιώνεται ο παραλογισμός της λογικής μας.



11 Ιανουαρίου 2012

Πώς σκάρωσαν ένα σκληρά καταδυναστευτικό κριτήριο


Ζύο και ζύο τέττελα!
Είναι γνωστό ότι το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ορίζει σαν κριτήριο «υγείας» μιας κρατικής οικονομίας το όριο «3% του δημοσίου ελλείμματος επί του συνόλου του ΑΕΠ (ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος)». Είναι γνωστό επίσης, πως με αυτό το νούμερο στο χέρι αποφασίζεται η μοίρα των κρατών-μελών, δηλαδή των πολιτών τους. Πώς όμως ορίστηκε σαν κριτήριο ο λόγος «δημόσιο έλλειμμα προς ΑΕΠ»; Και πώς προσδιόρισαν τον αριθμό 3%; Με βάση άραγε ποιους διεξοδικά μελετημένους, στέρεα θεμελιωμένους σε πολυετείς έρευνες και υποστηριγμένους από έγκριτες οικονομικές θεωρίες επιστημονικούς υπολογισμούς;

Το εντόπισα ξαφνικά σήμερα σκαλίζοντας, αν και το είχε αποκαλύψει αναλυτικότατα από πρόπερσι τον Οκτώβριο ο γάλλος οικονομολόγος Γκι Αμπέιγ,  υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών επί Ζισκάρ ντ’ Εστέν και στις αρχές της περιόδου Φρανσουά Μιτεράν, επιφορτισμένος μεταξύ 1977-1982 με το έργο της εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού. 

Καταγράφοντας την ιστορική διαδρομή από το «πετρελαϊκό σοκ» του 1973, που σήμανε το τέλος της μεταπολεμικής «χρυσής τριακονταετίας», το πέρασμα στο νεοφιλελευθερισμό και στους απανωτούς πανικούς με το δημόσιο έλλειμμα, αφηγείται αναλυτικά τι συνέβη ένα βράδυ του 1981 στο γαλλικό υπουργείο Οικονομικών σε μια στιγμή που φαινόταν ότι, στον υπό κατάρτιση προϋπολογισμό για το 1982, το δημόσιο έλλειμμα θα ξεπερνούσε το σοκαριστικό για τα δεδομένα της εποχής αριθμών των 100 δις γαλλικών φράγκων.
 
Οι τεχνοκράτες μας δεν παίζουν ούτε καν με αλγόριθμους. Παίζουν ζάρια! Ορίστε:

«(…) Μέσα στις συνθήκες αυτές, ο Πιέρ Μπιλζέρ (που αργότερα πήγε και διέπρεψε στην Alcatel), ο υπ’ αριθμόν 2 στο υπουργείο Οικονομικών, μας καλεί ένα βράδυ, αργά, −εμένα και τον Ρολάν ντε Βιλπέν (απόφοιτοι κι οι δυο της ENSAE, από τους λίγους που ήξεραν πρόσθεση σε αυτό το υπουργείο, όπως μας έλεγαν χαριτολογώντας)− κι αφού μας ενημερώνει με δυο λόγια για την τρικυμία στον προϋπολογισμό, μάς γνωστοποιεί ότι ο Πρόεδρος [Μιτεράν] ζήτησε προσωπικά ο ίδιος και κατεπειγόντως να σκαρώσουμε ένα κανόνα, ένα γνώμονα απλό, εύχρηστο αλλά που να δίνει και την αίσθηση επιστημοσύνης, για να τον κοπανάει στους πιο σκληρούς από όσους τον επισκέπτονταν για να ροκανίσουν από τον κρατικό προϋπολογισμό. 

Έπρεπε να  βιαστούμε. Ούτε ο Βιλπέν, ούτε κι εγώ είχαμε ιδέα τι να κάνουμε, αφού δεν υπήρχε καμιά οικονομική θεωρία για να μας βοηθήσει να σκαρώσουμε τον κανόνα αυτό, ούτε καν για να προσανατολίσει κάπως τη σκέψη μας. Αλλά η παραγγελία είχε έρθει από πολύ ψηλά. Στήσαμε λοιπόν το κτήνος του προϋπολογισμού πάνω στο ανατομικό τραπέζι κι αρχίσαμε να το ψάχνουμε. 

Σκαλίσαμε τα δημόσια έξοδα, τον όγκο τους, τη δομή τους, με χρέη, χωρίς χρέη, τέτοιου είδους, του άλλου είδος, το ποσοστό αύξησής τους σε σχέση με αυτό της οικονομία. Φανταζόμαστε ότι θα βγάζαμε έτσι κάποια ποσοστά, αλλά τίποτα. Έβγαιναν κάτι γνώμονες πλαδαροί, καθόλου εντυπωσιακοί, ακατάλληλοι για να τους κραδαίνει κανείς σαν δόρυ για να απειλεί το θεριό των δημόσιων εξόδων. Γυρίσαμε το κτήνος από την άλλη μεριά: να σκαρώσουμε το γνώμονα με βάση το ποσοστό των φόρων επί του εθνικού εισοδήματος; Αλλά οι φόροι δεν είναι κάτι το σταθερό, για να πατούσαμε σε αυτούς (…) Έτσι η κουβέντα μας για το φορολογικό σύστημα κατέληξε σύντομα στα γνωστά τεχνικά μπλα-μπλά (…) οπότε κατέρρευσε και η ιδέα μήπως σκαρώσουμε το ζητούμενο γνώμονα με βάση τα δημόσια έσοδα.

Δεν μας έμενε λοιπόν παρά μια διέξοδος: το δημόσιο έλλειμμα. Καταρχήν, από τον πιο άσχετο πολίτη ίσαμε τον Πρόεδρο, η λέξη “δημόσιο έλλειμμα” κάνει μεγάλη εντύπωση: “έχουμε έλλειμμα, άρα μας λείπουν χρήματα”. (…) Έπειτα, από τον Κέινς και δώθε, το δημόσιο έλλειμμα απέκτησε τίτλους οικονομικής ευγένειας: είναι μια λέξη που τη βρίσκουμε συνέχεια μπροστά μας στις οικονομικές θεωρίες και φαίνεται σαν μια από τις πιο λειτουργικές μεταβλητές των οικονομικών μοντέλων.

Ήταν ολοφάνερο λοιπόν: το δημόσιο έλλειμμα, και μόνο αυτό, είχε το κύρος και τη φαινομενική σαφήνεια, που χρειαζόμασταν για να ανταποκριθούμε σε αυτό που μας ζητήθηκε. Αλλά με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να το χειριστούμε; Σε ποιο σουρωτήρι θα έπρεπε να το στραγγίξουμε για να βγάλουμε από αυτό ένα γνώμονα;

Δεν μας πήρε ώρα να το βρούμε. Η σανίδα σωτηρίας κάθε στριμωγμένου μακρο-οικονομολόγου είναι το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν [ΑΕΠ]: τα πάντα ξεκινούν και τελειώνουν με το ΑΕΠ∙ όλα τα κάπως χοντροκομμένα μεγέθη, σε σχέση με το ΑΕΠ μπορούν να λογιστούν. Άρα, ο απλός, ευκολόχρηστος αλλά που να δίνει και την αίσθηση επιστημοσύνης γνώμονας που μας ζητούσαν, θα ήταν το ποσοστό του δημόσιου ελλείμματος σε σχέση με το ΑΕΠ. 

Στοιχειώδες κύριε Ουότσον, που έλεγε κι ο δαιμόνιος ντετέκτιβ! Με το ποσοστό δημοσίου ελλείμματος επί του ΑΕΠ νομίζεις διαμιάς πως έχεις μπροστά σου κάτι το ολοκάθαρο. (…)

Σε αυτό το σημείο χρειάστηκε να σκεφτούμε λιγάκι. Πρώτη παρατήρηση. Είδαμε πως το δημόσιο έλλειμμα είναι ένα υπόλοιπο λογαριασμού. Δηλαδή δεν είναι ένα πρωτογενές οικονομικό μέγεθος αλλά το αποτέλεσμα ενός υπολογισμού μεταξύ δυο μεγεθών. Αυτό το απλό, κοινότοπο γεγονός επιβάλλει δυο παρατηρήσεις. Πρώτον, ότι το ίδιο έλλειμμα μπορεί να μας δώσει η διαφορά μεταξύ δυο αριθμών, που απέχουν μεταξύ τους όσο η μέρα με τη νύχτα. Π.χ. 20 δις έλλειμμα είναι η διαφορά μεταξύ 50 και 70 δις, αλλά και η διαφορά μεταξύ 150 κι 170 δις. Δεύτερον, δεν μπορεί να είναι τελείως άσχετο για την πορεία μιας οικονομίας αν ο όγκος των δημόσιων εξόδων και εσόδων είναι ενός α μεγέθους (κάτω από 35% του ΑΕΠ όπως στις ΗΠΑ ή την Ιαπωνία) αντί ενός β (πάνω από το 50% για τη Γαλλία ή τις σκανδιναβικές χώρες)∙ για να μην πούμε και για το τι περιέχει ο καθένας από αυτούς τους όγκους, αφού δεν είναι το ίδιο να περιμένεις ένα ορισμένο ποσό εσόδων όταν έχεις από τη μια το ΦΠΑ στο 10% με τα έσοδα από τους φόρους να φτάνουν έως και το 80% των δημόσιων εσόδων, ενώ από την άλλη το ΦΠΑ στο 20% και τα φορολογικά έσοδα να φτάνουν το 30% το πολύ των δημόσιων εσόδων. (…)

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά το ίδιο το ποσοστό ελλείμματος προς ΑΕΠ: μήπως διαιρούμε κουνουπίδια με καρότα; Γιατί το έλλειμμα δεν είναι παρά χρέος: είναι ο ακριβής αριθμός χρημάτων, που πρέπει ευθύς αμέσως να δανειστούμε, δηλαδή να πάμε να ζητήσουμε από άλλους, και επομένως να εξοικονομήσουμε τα επόμενα χρόνια ώστε να ξεχρεώσουμε τους δανειστές μας. Με άλλα λόγια, για να σκαρώνουμε ένα ποσοστό δημόσιου ελλείμματος προς ΑΕΠ, πρέπει να βάλουμε σε αναλογία μια ροή χρημάτων, χωρισμένη σε επιμέρους ληξιπρόθεσμα χρέη που είναι να πληρωθούν μέσα σε κάποια επόμενα χρόνια, με τον πλούτο που έχει παραχθεί μέσα στη χρονιά κατά την οποία έχουμε συνάψει το χρέος. Υπάρχει ασυμφωνία χρόνων. Άρα το μόνο κατάλληλο κριτήριο είναι αυτό της ικανότητας αποπληρωμής του χρέους σε ένα δεδομένο χρονικό ορίζοντα (αυτόν του δανείου), ο οποίος όμως δεν είναι τόσο συνάρτηση του ελλείμματος κατά τη χρονιά που συνάφθηκε το δάνειο, όσο του συνολικά συσσωρευμένου ελλείμματος εκείνης της χρονιάς, προηγούμενων ετών καθώς και των επόμενων ίσως χρόνων, καθώς και της πρόβλεψης που μπορούμε να κάνουμε για τα μελλοντικά δημόσια έσοδα, δηλαδή του ζεύγους ανάπτυξη-φορολογικά έσοδα. (…)

Τρίτη και τελευταία, γενικότερης φύσης παρατήρηση: Προφανώς ένα δημόσιο έλλειμμα δεν έχει την ίδια βαρύτητα αν είναι στιγμιαίο, αν δηλαδή προέκυψε ξαφνικά μέσα σε μια σειρά ετών δημοσιοοικονομικής ισορροπίας (…), ή το αν, απεναντίας, είναι απλά ένας κρίκος σε μια μακριά αλυσίδα χρόνιων ελλειμμάτων δεκαετιών. (…)

Επομένως, δεν έχει κανένα νόημα να εστιάσουμε στο έλλειμμα μιας δεδομένης χρονιάς και είναι ακόμα πιο παράλογο να το συγκρίνουμε με το ΑΕΠ της ίδιας χρονιάς. Ο λόγος δημόσιο έλλειμμα/ΑΕΠ δεν μπορεί λοιπόν να χρησιμεύσει παρά σαν ένας δείκτης, που μας δείχνει μια αχνή ιδέα για την πορεία της κατάστασης αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται και να χρησιμοποιείται σαν πυξίδα, διότι δεν μετράει απολύτως τίποτα και επομένως δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο. (…)

Ναι, αλλά το πολιτικό −πολιτικό, όχι οικονομικ − ζήτημα παρέμενε: πώς να σκαρώσουμε τον εντυπωσιακό γνώμονα που μας ζητούσαν και που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν σύνθημα; Τόσο στεγνά και χοντροκομμένα έμπαινε το ζήτημα, που είχαμε ν’ απαντήσουμε εκείνο το βράδυ του Ιουνίου του 1981.

Στριμωγμένοι λοιπόν άσχημα, αλλά ξέροντας πως κάθε αναφορά στο ΑΕΠ ακούγεται σαν κάτι το κρίσιμο κι έτσι όλοι όσοι έχουν λίγες (αλλά όχι αρκετές) γνώσεις πάνω στα οικονομικά την παίρνουν στα σοβαρά, σκαρώσαμε το στοιχειώδη λόγο δημόσιου ελλείμματος/ΑΕΠ, έναν στρογγυλό ωραίο αριθμό, μια όμορφη χίμαιρα (με την αρχαία έννοια της λέξης), με πλήρη συνείδηση ότι ήμασταν αρκετά καλυμμένοι από το κύρος που μας έδιναν τα πτυχία μας. Δεν είχαμε τίποτα καλύτερο να προτείνουμε. Αυτός ο λόγος θα ήταν ο γνώμονας που μας ζητήθηκε. 

Απόμενε να σκεφτούμε ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Δεν μας πήρε ούτε δυο δευτερόλεπτα. Κοιτάξαμε τη πιο πρόσφατη πρόβλεψη του ΑΕΠ για το 1982. Βάλαμε στο κομπιουτεράκι μας το φάντασμα των 100 δις δημόσιου ελλείμματος, που πλανιόταν πάνω από το γραφείο μας, και αφορούσε τον επερχόμενο προϋπολογισμό. Διαιρέσαμε και βρήκαμε έναν αριθμό κοντά στο 3%.

3% λοιπόν. Ωραίο νούμερο! Δεν στηριζόταν παρά στις περιστάσεις, αλλά βόλευε μια χαρά. Ένα 1% θα παραήταν στενό και εξωπραγματικό σε τελική ανάλυση. Ένα 2% θα ήταν, σε αυτές τις δύσκολες ώρες, τρομερά δυσβάσταχτο κι επομένως δεν είχε νόημα να το προτείνουμε. Άλλωστε, πώς να το πω, αισθανόμασταν πως ένα “2% του ΑΕΠ” έδινε την εντύπωση ενός πολύ πλαδαρού και τεχνητού αριθμού. Αλλά ο αριθμός 3, είναι ένας στέρεος αριθμός με ξακουστούς προγόνους (μερικούς από τους οποίους εξακολουθούμε να λατρεύουμε). (…)

Ανεβήκαμε λοιπόν ολόχαροι, για να μην πω περήφανοι, στο γραφείο του Μπιλζέρ με το “3% του ΑΕΠ” μας. Και του δώσαμε να καταλάβει, πως αυτή τη δεδομένη ώρα (αυτό δεν του το είπαμε) ήταν ό,τι πιο σοβαρό, και κυρίως ό,τι πιο ευπαρουσίαστο, είχαμε να του προτείνουμε. Έπειτα γυρίσαμε στα σπίτια μας και η συνέχεια είναι πια γνωστή.»

Guy Abeille, Pourquoi le déficit à 3% du PIB est une invention100% française («Γιατί ο όρος “δημόσιο έλλειμα στο 3% του ΑΕΠ” είναι μια 100% γαλλική εφεύρεση»),
 άρθρο στην οικονομική εφημερίδα La Tribune (1 Οκτωβρίου 2010), 
από όπου και μετέφρασα.
  

Σημ. H.S. Μια ω-ραί-α πεταλούουδα, μια ω-ραί-α πεταλούουδα / μια ωραία πεταλούδα εις το δάσος μια φορά... (κορόιδα, όλοι μαζί τώρα, πάμε χαρωπά!).

10 Ιανουαρίου 2012

Πώς γίναμε χρονοανταλλακτικά


Modulor 
«Ότι τα πράγματα διαρκούν και η διάρκεια αυτή είναι συμμετρική και ανεπανάληπτη, είναι η φοβερή έμπνευση της Ευρώπης. […] Η μηχανική διάταξη του χρόνου μετέβαλε την όψη του κόσμου, διότι κατ’ ουσίαν δεν επρόκειτο περί εισαγωγής μιας νέας τάξης στον κόσμο αλλά περί της εισόδου του κόσμου σε μια νέα τάξη. […]


Με το μηχανικό ρολόι ο Ευρωπαίος δάμασε τον κόσμο σαν χρόνο. Για να γίνει αυτό, έπρεπε ο κόσμος να χάσει την οντολογική του μορφή, να πάψει να είναι μια εχθρική ή φιλική, ευπειθής ή δύστροπη, σατανική ή εξαγνιζόμενη παρουσία, ή απλώς προβολή μιας αρχικής στάσης, και να γίνει μηχάνημα, μια κατ’ ανάγκη συμμετρική εξέλιξη. […]



Το έτος 1338 στη Φραγκφούρτη, ο γερμανός αυτοκράτορας Λουδοβίκος ο Δ΄ ο Βαυαρός καθορίζει ακριβώς το χρόνο εκδόσεως ενός διατάγματος: “Ώρα πρώτη δηλαδή 8 η ώρα”. Σιγά-σιγά το μηχανικό ρολόι τελειοποιείται, διαδίδεται και ρυθμίζει την πρακτική και επιστημονική ζωή. Το 1377 ο Κάρολος ο Ε΄ μεταφέρει στις περιοδείες του ένα “φορητό ρολόι”. Το 1389 οι καμπάνες χτυπούν τα τέταρτα της ώρας. Το 1478 εμφανίζεται ο λεπτοδείκτης. Το 1484 ο Μπέρναρντ Βάλτερ υπολογίζει την απόσταση του Ερμή από τον Ήλιο στη βάση του μηχανικού χρόνου. Το 1657 ο Κρίστιαν Χάιγκενς εισάγει στην Ευρώπη το δευτερόλεπτο με το εκκρεμές. Από τη στιγμή αυτή το ρολόι είναι η ενσάρκωση της ευρωπαϊκής ανησυχίας. […]


Ο άνθρωπος του ρολογιού δεν επανέρχεται αλλά επεκτείνεται∙ δεν σκέφτεται τι υπάρχει αλλά τι είναι δυνατόν να συμβεί∙ δεν ακολουθεί τη φύση αλλά την κατευθύνει μέσα από την υπακοή του σε μια τάξη, η οποία απουσιάζει από τη φύση. Ενώ προηγουμένως το φυσικό μέγεθος καθόριζε πότε θ’ αρχίσει και πότε θα τελειώσει τις εργασίες του, τώρα εντολοδότης του ανθρώπου γίνεται η τεχνική συσκευή. […]


Μέσα κι έξω από το εργοστάσιο ο άνθρωπος πρέπει να “συγχρονιστεί” προς το μηχάνημα. Το μηχάνημα όμως είναι μια τροποποίηση του ρολογιού, μια παραγωγική διάταξη του χρόνου, μια χρονική τάξη αντικειμενικών διαστάσεων. Το μηχανικό ρολόι είναι το πρότυπο όλων των τεχνικών διαρρυθμίσεων, με τις οποίες ο άνθρωπος επιβλήθηκε στη φύση έχοντας ο ίδιος προσαρμοστεί στο νέο ρυθμό. Βεβαίως τα πρώτα μηχανήματα ήταν προεκτάσεις των μελών του σώματος, ώστε να εντάσσονται στη φυσική διάθεση του ανθρώπου. Σήμερα όμως τα μηχανήματα τείνουν να μιμηθούν το ρολόι, να γίνουν αυτόματα, να επιβάλλουν στον άνθρωπο πότε και πώς ακριβώς πρέπει να ενεργήσει, πράγμα που συνήθως σημαίνει να παρακολουθήσει την κίνηση και να εφαρμόσει την υπόδειξη μιας άλλης διάταξης του χρόνου. Αρχίζει λοιπόν ο άνθρωπος να ζει μέσα από την προσαρμογή του στη μηχανή και μέσα από την αντικατάστασή του από τη μηχανή, ούτως ώστε “η εργασία του να μπορεί πια να οριστεί ως εκτέλεση εκείνων των κινήσεων, που απλώς δεν είναι ακόμα δυνατόν να εκτελεστούν από μηχανές”. […]


Η μηχανική δεν είναι μόνο συνείδηση της ευρωπαϊκής επιστήμης αλλά και κοινωνική απαίτηση, την οποία οφείλει να εκπληρώσει το επιστημονικό έργο. Ο,τιδήποτε διεξάγεται χάρη σε μηχανήματα, κρίνεται έκτοτε ως αντάξιο της γενικής προσδοκίας.»


Σπ. Κυριαζόπουλος, Η καταγωγή του τεχνικού πνεύματος (1962)



Σημ. του HS. «Και ποιο είναι το πρόβλημα;», θα ρωτήσετε. Το πρόβλημα είναι, πως η μηχανή και, ριζικότερα ακόμα, η Τεχνική − και οι θεράποντές της, οι λεγόμενοι τεχνοκράτες − αντιλαμβάνεται τα πράγματα και κινείται αποκλειστικά με όρους αιτίου-αποτελέσματος και με την αρχή πως «οτιδήποτε είναι τεχνικά δυνατόν να γίνει, πρέπει να το κάνουμε», χωρίς να διαθέτει κανένα «τελικό αίτιο», δηλαδή χωρίς κανένα σφαιρικό σκοπό της όλης κίνησης, με βάση τον οποίον και μόνο είναι δυνατόν να υπάρξει διάκριση και επιλογή για την ίδια την κίνηση (εάν π.χ. θέλουμε ή όχι μια συγκεκριμένη παραγωγή, εάν θέλουμε ή όχι μια παραγωγή από τη στιγμή που οι συνέπειές της μάς παραμένουν εντελώς ασαφείς, εάν θέλουμε ή όχι μια παραγωγή εάν καλύπτει μεν ορισμένες επιμέρους ανάγκες αλλά με τίμημα σοβαρά πλήγματα στον κοινωνικό ιστό, κ.ο.κ.).

«Και πάλι, ποιο είναι το πρόβλημα;», θα πείτε. «Εφόσον μπορούμε να τις ελέγξουμε και να αποφασίζουμε εμείς τι θα παράγουν, οι μηχανές μάς παρέχουν χρήσιμα πράγματα, καλύπτουν πλήθος από ανάγκες μας και μάλιστα μας ελευθερώνουν χρόνο από τη δουλειά, τον οποίο μπορούμε να τον αφιερώσουμε σε πιο ενδιαφέρουσες κι ελεύθερες δραστηριότητες, περνώντας έτσι από το “βασίλειο της ανάγκης” στο “βασίλειο της ελευθερίας”».  Το πρόβλημα είναι, ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο σημερινός άνθρωπος, που έχει διαπαιδαγωγηθεί με ιδανικό την «απεριόριστη πρόοδο», είναι σε θέση να ελέγξει τις μηχανές. Στο βαθμό που, από τη μια άκρη έως την άλλη του πολιτικού και ιδεολογικού φάσματος, έχει εγκολπωθεί το τεχνικό πνεύμα και λιβανίζει τον τεχνολογικό μεσσιανισμό, ο σημερινός άνθρωπος αποικιοκρατείται πλέον από την τεχνική λογική και αδυνατεί ολοένα και περισσότερο να σκεφτεί τις κινήσεις του με όρους σφαιρικού «τελικού» σκοπού, όρους που τους αισθάνεται μάλλον σαν κατασταλτικούς της πειραματικής ελευθερίας του παρά σαν αναγκαία συνθήκη διασφάλισης των όρων της από τον κίνδυνο του τυχοδιωκτισμού. Την ίδια στιγμή η αυξανόμενη διάβρωσή του από την τεχνική «ηθική», που τον κάνει να ταυτίζει την ελευθερία με την πραγμάτωση όλων όσων έχει τη δύναμη να κάνει (αδυνατώντας να δει, πως η ελευθερία βρίσκεται πολύ συχνά και στο να αρνηθεί να το κάνει!), τον καθιστά σε ακραίο βαθμό ευάλωτο στην τεχνική εντολή και υπονομεύει από τη ρίζα της κάθε προσπάθειά του να συντάξει ένα λόγο, που θα είναι σε θέση να την βλέπει από την απόσταση εκείνη, που είναι αναγκαία για να είναι κανείς σε θέση να αποφασίσει. Έτσι, οριακά μιλώντας, κινδυνεύει πραγματικά να μπερδεύει το ελευθεριακό όραμα ενός κόσμου όπου θα είναι «αφέντης δίχως σκλάβους» μ’ ένα κόσμο όπου θα είναι «σκλάβος χωρίς αφέντες».
 
«Πολύ μαύρα μας τα λες. Είσαι δηλαδή εναντίον των ρολογιών, των μηχανών και της αυτοματοποίησης;». Όχι! Είμαι εναντίον του τεχνολογικού μεσσιανισμού, δηλαδή της (κυρίαρχης) ιδέας, ότι όλα αυτά δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να παράγουν πράγματα και να μας απελευθερώνουν από τη «σπάνη»∙ και ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εντελώς διαζευκτικά, είτε για καλό σκοπό, είτε για κακό, ανάλογα και μόνο με το ποιος ή ποιοι τα χρησιμοποιούν. Τα τεχνικά μέσα, εκτός από κάθε λογής και χρήσης πράγματα, παράγουν ταυτόχρονα καλά και κακά αποτελέσματα∙ και αν νομίζουμε πως είναι όπως το μαχαίρι, με το οποίο μπορούμε είτε να κόψουμε το ψωμί, είτε να σφάξουμε το γείτονά μας, μάλλον υποτιμάμε τη χαώδη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο μαχαίρι κι ένα διηπειρωτικό πύραυλο − όχι μόνο από την άποψη της έκτασης των καταστροφών, που μπορούν να προκαλέσουν, ή από το ότι το να χτυπήσεις έναν άνθρωπο με μαχαίρι διαφέρει από το να πατήσεις ένα κουμπί για να εξοντώσεις μερικές εκατοντάδες ανθρώπους χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εσένα, αλλά και από τον όγκο των προσπαθειών που απαιτούνται για την κατασκευή, άρα και για την ακύρωση εάν το θελήσουμε, του ενός και του άλλου.
 
«Δηλαδή συμφωνείς, ότι “ο χρόνος είναι πια το παν κι άνθρωπος δεν είναι τίποτα∙ το πολύ-πολύ ο σκελετός του χρόνου”;». Αν και όχι για το ίδιο σκεπτικό, η φράση αυτού του κλασσικού ποιητή είναι όμορφη και με βρίσκει σύμφωνο!
 
«Και τι προτείνεις δηλαδή;». Να μην ξεχνάμε με τι έχουμε να κάνουμε. Ώστε να μην παρασυρόμαστε και σβήσει κάθε απόσταση από αυτά.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1789 1864 190cm 1917 1929 1940 1955 1957 1965 1968 2008 2013 2014 3/45 Ά. Γιάπε/A.Jappe Α. Καγιέ/A. Caillé Α. Καμύ/A. Camus Α. Κοζέβ/A. Kojève Α. Σοπενχάουερ/A. Schopenhauer Ά. Σπέερ/A. Speer Ά. Τιούρινγκ/A. Turing αγάπη Αισχύλος Άκης Πάνου Αλ. Μπέρκμαν/Al. Berkman Αλ. Σμέμαν/Al. Schmeman Αλέκα Παπαρήγα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Τομπάζης Αλεξάντερ Τρόκκι/Alexander Trocchi Αλέξης Ασλάνογλου αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Άλμπερτ Φίνεϊ/Albert Finney Αλταμίρα αμνησία Αναξίμανδρος αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κρούγκερ/Ann Krueger Ανρί Λεφέβρ/Henri Lefebre Ανρί Μισώ/Henry Michaux Ανρί Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Άνταμ Κέρτις/A. Curtis Άνταμ Σμιθ/Adam Smith Αντίνοος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ Αντρέ Κερτέζ/André Kertész Αντρέ Ορλεάν/André Orléan Άντυ Γουώρχολ.Andy Warhol Άντυ Γουώρχολ/Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής Αποκάλυψη Ιωάννου Άρβο Περτ/Arvo Pärt Αργυριάδης Άρης Κωνσταντινίδης Άρθουρ Λένινγκ/Arthur Lehning Άρθουρ Τζένσεν/Arthur Jensen Αριστερά Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Ασφαλιστικό Άυν Ραντ/Ayn Rand Β. Γκ. Ζέμπαλντ/W.G. Sebald Βαβυλώνα Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίν Βολόσινοφ/Valentin Voloshinov Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Ηλιακόπουλος Βασίλης Καραποστόλης Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βέρνερ Χέρτσογκ/Werner Herzog Βερολίνο βία Βιετνάμ Βίκτορ Μπούλλα/Victor Bulla Βικτόρ Σερζ/Victor Serge Βίκτορ Σκλόφκσι/Victor Chklovski Βίκτορ Φρανκλ/Victor Frankl Βίκτωρ Ουγκώ/Vicror Hugo Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνσεντ Μπράουν/Vincent Browne βιοτεχνολογία βοηθήματα μνήμης Βολταίρος Βομβάη Βόρειοι Γ. Γκ. Φίχτε/ J. G. Fichte Γ. Τζέης/W. James Γαλαρίες Γένεσις Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος Γιεβγκένι Ζαμιάτιν/Yevgeny Zamyatin Γιόζεφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen γιορτή Γιούργκεν Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιόχαν Γκριμονπρέ/Johan Grimonprez Γιόχαν Χάιζινχα/Johan Huizinga Γιώργος Γαϊτάνος Γιώργος Δάβος Γιώργος Μακρής Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton Γκ. Λούκατς/G. Lukacs Γκέοργκ Βύχνερ/Georg Büchner Γκεοργκ Ζίμελ/Georg Simmel Γκεόρκι Λούκατς/Georgy LuKacs Γκετζ Άλυ/Gotz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκιόργκι Λίγκετι/György Ligeti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουίλιαμ Ήγγλετον/William Eggleton Γουίλιαμ Μπάροους/William Burroughs Γουίλιαμ Σαίξπηρ/William Shakespear Γούντι Άλλεν/Woody Allen Γρηγόρης Βαλτινός Δανία του Βορρά Δανία του Νότου δάσκαλοι Δελφοί Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα δικαιοσύνη ΔΝΤΟΟΣΑΤΡΟϊΚΑΘΕΣΜΟΙ δόγμα Τρούμαν δοκιμασίες Δουβλίνο Ε. Βιλ/E. Will Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Χ. Γονατάς εγωπαθείς διανοούμενοι εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκλογές εκπομπές Έλεν Κέλλερ/Helen Keller Ελένη Μπέλλου Ελευθερία Ελίας Κανέττι/Elias Canetti Ελίζαμπεθ Άνσκομπ/E. Anscombe Εμίλ Ντυρκέμ/Emile Durkheim Εμίλ Σιοράν/Emil Cioran Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier Έντγκαρ Λη Μάστερς / Edgar Lee Masters εξατομίκευση εξέγερση εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός Επενδυτικό περιβάλλον επιβίωση επιστήμη Έρασμος εργασία ερείπια Έρικ Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbawm Έρνεστ Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνστ Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνστ Κασσίρερ/Ernst Cassirer Έρνστ Μπλοχ/Ernst Bloch Ερυθρογράφος Ετιέν ντε λα Μποεσί/E. de la Boetie Ευγένιος Αρανίτσης Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία Ζ. Νταβί/G. Davy Ζ.Π. Βερνάν/J.P. Vernant Ζακ Ελλύλ/Jacques Ellul Ζακ Λακάν/Jacques Lacan Ζακ Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ζακ Ντεριντά/Jacques Derrida Ζακ Πρεβέρ/Jacques Prévert Ζακ Σαπίρ/Jacques Sapir Ζαν Ιτάρ/Jean Itard Ζαν Λυκ Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ζαν Μορώ/Jeanne Moreau Ζαν-Ζακ Ρουσσό/Jean-Jacques Rousseau Ζαν-Πιερ Βουαγιέ/Jean-Pierre Voyer Ζάχα Χαντίντ/Zaha Hadid Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζίγκμουντ Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Ζιλ Ντελέζ/Gilles Deleuze Ζιλ Ντωβέ/Gilles Dauvé Ζορ Βον/Zohr Vaughan Ζορζ Μπατάιγ/Georges Bataille ζωή Η Διεθνής ηθική Θ. Ρόσζακ/Th. Roszak Θανάσης Σβώλος Θάτσερ/Ρήγκαν θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεός Θεοφάνης Μελάς Θίοντορ Αντόρνο/Theodor Adorno θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Ίαν Χάκινγκ/Ian Hacking Ιβάν Παβλόφ/Ivan Pavlov Ιβάν Τοθργκένιεφ/I. Tourgueniev Ίγγα Κρεστενσεν/Inger Christensen Ιγνάτιος Λογιόλα ιδεολογία ιδρύματα τέχνης ικέτες και ξένιοι Ιράν Ισαάκ Μπ. Σίνγκερ/Isaac B. Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιχάμπ Χασσάν/Ihab Hassan Ιωάννα Τσιβάκου Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Καβαλκάντι/Cavalcanti Κάθλην Ράιν/Kathleen Raine Καλκούτα καλλιτέχνες Καλοκαίρι Καλούμενος Καντ κάπο Καραμανλής Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik Καρλ Κορς/Karl Korsch Καρλ Κράους/Karl Kraus Καρλ Μαρξ/Karl Marx Καρλ Πολάνυι/Karl Polanyi Καρλ Χέκερ/Karl Hocker Καρλομάγνος Καρτέσιος/Descartes καταναλωτικοπαραγωγισμός καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό Κιουσόπουλος Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλοντ Λεβί Στρώς/Claude Levy Strauss κοινωνιοποίηση Κομμούνα κομμουνισμός Κονγκό Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κορέα Κορνήλιος Καστοριάδης Κορνήλιος/Corneille κορπορατισμός Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil Κουρτ Σβίττερς/Kurt Schwitters κράτος κρίσεις πανικού κρίση κρισολογία Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κριστίν Λαγκάρντ Κρίστοφερ Λας/Ch. Lash Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαιωάνου Κώστας Παπαϊωάνου Κωστής Βελόνης Κωστής Παπαγιώργης Λ. Βαλράς/L. Walras λαβύρινθος Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε Λένιν Λεόν Βαλράς/Léon Walras Λέον Τρότσκι Λέσχη της Ρώμης Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λέων Σεστώφ/Lev Shestov Λίντον Τζόνσον/Lyndon Johnson Λιούις Μάμφορντ/Lewis Mumford Λισιέν Μαλζόν/Lucien Malson λογική λογοκρισία Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Μπάϋρον/Lord Byron Λουί Ντυμόν/Louis Dumont Λουίς Μπουνιουέλ/Louis Bunuel Λούντβιχ Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λουσίντα και Ντέιβις Μάτλοκ Λυγκέας Λωτρεαμόν Μ. Ντριούρι/M. Drury Μ. Μπένετ/M. Bennet Μαγιακόφκι/Mayakovski μαγιονέζα μαθητές Μάικ Κέλυ/Mike Kelley Μάικλ Χάρντ/Michael Hardt Μάιλς Ντέιβις/Miles Davis Μάλκολμ Λόουρι/Malcolm Lowry Μάλκολμ Χ μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μάπετς Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρί ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Marina Tsvetaeva μαρξιστές-λενινιστές Μαρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρσέλ Μαριέν/Marcel Mariën Μαρσέλ Μως/Marcel Mauss Μαρσέλ Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρτζορυ Πέρλοφ/Marjorie Perloff Μάρτιν Μπούμπερ/Martin Buber Μάρτιν Χάϊντεγγερ/Martin Heidegger μελαγχολία Μεσαίωνας μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μετανάστευση μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίκαελ Λέβι/Michael Loewy Μικελάντζελο Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni μικροαστισμός Μίλτον Φρίντμαν/Milton Friedmann Μίλτος Σαχτούρης Μιράντα Τερζοπούλου μισαλλοδοξία Μισέλ Αλιετά/Michel Aglietta Μισέλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μισέλ Σερ/Michel Serres Μισέλ Τουρνιέ/Michel Tournier Μισέλ Φουκώ/Michel Foucault μισθωτοί σκλάβοι Μιχαήλ Μπακούνιν/Michail Bakunin Μιχαήλ Μπαχτίν/Mikhael Bachtine ΜΜΕ Μόμπυ Ντικ Μουσείο Ακρόπολης μουσική Μπ. Μάντεβιλ/B. Mandeville Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπάτσης Μπέλα Ταρ/Bela Tarr Μπερνάρντο Σοάρες/Bernardo Soares Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιενάλε Μπίφο Μπεράρντι/Bifo Berardi Μπουκανιέρος Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μπρους Σπρίνγκστιν/Bruce Springsteen Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί νεοφιλελευθερισμός Νικ Κέιβ/Nick Cave Νικολό Μακιαβέλλι Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Νταβός νταντά Ντέιβιντ Λυντς/David Lynch Ντέιβιντ Μπομ/David Bohm Ντέιβιντ Ρικάρντο/David Ricardo Ντέιβιντ Χιούμ/David Hume Ντιμίτρι Πρίγκοφ Ντιτρόιτ Ντον Ντελίλο/Don Delillo Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott Ντονέλα Μήντοους/Donella Meadows Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Ο κήπος Ο Μικρός Πρίγκηπας Οδύσσεια οικονομία Οκτάβιο Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ολοκληρωτισμός ομιλίες Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden Π. Κονδύλης Π.Μ.Σ. Χάκερ/P.M.S. Hacker παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης πανοπτικόν πανσέληνος Παπάγος παράδοση παραλήρημα παραπληροφόρηση Πάσχος Μανδραβέλης Πέδρο Ματέρο πένθος Πέπη Ρηγοπούλου Πέτρος Αρτάνης Πέτρος Παπαθανασίου Πήτερ Γκητς/P.T. Geach Πήτερ Μπρουκ/Peter Brook Πήτερ Ουότκινς/Peter Watkins Πιέρ Κλαστρ/Pierre Clastres Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν/P.J. Proudhon πίστη Πίτερ Κρήφτ/Peter Kreeft Πλαστήρας Πλάτωνας Πλεύσις πλουραλισμός ποίηση Πολ Ρικέρ/Paul Ricoeur πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική Ποτάμι προλεταριάτο Προμηθέας Δεσμώτης πρόοδος προπαγάνδα Πωλ Βαλερύ/Paul Valery Πωλ Βιριλιό/Paul Virilio Πωλ Ζοριόν/Paul Jorion Πωλ Ζωγραφάκης Πωλ Λαφάργκ/Paul Lafargue Ρ. Τζακομπι/R. Jacobi Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρίνγκο Σταρ/Ringo Star Ρίτα Γκαβέρα Ρίτσαρντ Κόμπντεν/Richard Cobden Ρίτσαρντ Ρόρτι/Richard Rorty Ροβεσπιέρος Ροβινσώνας Κρούσος Ροζα Λουξεμπουργκ Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg Ρομπέρ Αντέλμ/Robert Antelme Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ρομπερτ Οπενχάϊμερ/Robert Oppenheimer Ρόμπερτ Φρανκ/Robert Frank Ρόμπερτ Χας/Robert Hass Ρούντι Σαιν Ζυστ/Saint Juste Σαρλ Μπωντλερ/Charles Baudeilaire Σαρλ Πεγκι/Charles Péguy Σαρλ Φουριέ/Ch. Fourier Σελίν/Céline Σεμπάστιαν Χάφνερ Σέρεν Κίρκεγκωρ/Soren Kierkegaard σθένος Σίγκμουντ Φρόιντ/Sigmund Freud Σιμόν Βέιλ/Simone Weil Σιμόν Λέις/Simon Leys σινεμά ΣΙΣΒ/SICV Σίσυφος σκεπτικισμός Σκιπίων ο Αφρικανός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Zizek Σλάβοϋ Ζιζεκ/Slavoj Zizek Σοκούροφ/Sokurov σολιψισμός Σομαλία Σόνια Σουδάν Σουν Τζου σουρεαλισμός σοφία σοφιστές Σπιναλόγκα Σπινόζα/Spinoza Σπύρος Κυριαζόπουλος Στάλιν σταλινισμός Στάνλεϊ Κάβελ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στέλιος Ράμφος Στεφάν Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανος Λουπάσκο/Stephan Lupasco Στέφανoς Ροζάνης Στήβεν Πίνκερ/Steven Pinker στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου συμβολικό πεδίο συμβολισμός Σύναψις Συνταγή για μαγιονέζα Σύνταγμα συνωμοσιολογία Σφαγεία σχέδιο Μάρσαλ Σωκράτης σώμα Τ. Λεπελτιέ/Th. Lepeltier Τ. Ρ. Μιλλς/C. W. Mills Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot τα κορδόνια σου! Τάκης Μίχας Τάσος Λάγγης τεστ τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα Τζ. Α. Γκόλντστοουν/J.A. Goldstone/Τζ. Τζ. Μ. Κούτσι/J.M..Coetzee Τζ. Ρ. Σάουλ/J.R. Saul Τζ.Μ. Κούτσι/J.M. Coetzee Τζακάρτα Τζέημς Μπάλντουιν/James Baldwin Τζέιμς Φρέιζερ/James Frazer Τζέρεμι Μπένθαμ/Jeremy Bentham Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι/Gianfranco Sanguinetti Τζιόρτζιο Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Τζο Στράμερ/Joe Strummer Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ/J.K. Galbraith Τζον Σηρλ/John Searle Τζον Στάινμπεκ/John Steinbeck Τζον Χιούστον/John Houston Τζόρτζ Όργουελ/George Orwell Τζορτζ Στάινερ/George Steiner Τζούλια Κρίστεβα/Julia Cristeva Τζων Λοκ/John Locke Τζων Φόουλς/John Fowles Το καταραμένο απόθεμα Το Ξεπέρασμα της Τέχνης Τοκβίλ/Tocqueville Τόμας Μαν/Tomas Mann Τόμας Πίντσον/ Thomas Pynchon Τόμας Ράιντ/Thomas Reid Τόνι Νέγκρι/Toni Negri Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τραγωδία τριλεκτική Τσ. Σ. Περς/Ch. S. Peirce Τσαρλς Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Τσαρλς Ντέιβενπορτ/Charles Davenport Τσαρλς Τέιλορ/Charles Taylor Τσαρλς Φορτ/Charles Fort τυραννία τύψεις Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach υλισμός υπαρξισμός ύπνος υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Β. Μουρνάου/F.W. Murnau Φ. Γιάκομπι/F. Jacobi Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερνάντο Αρρραμπάλ/F. Arrabal Φερνάντο Πεσσόα/Fernando Pessoa Φίγκαρω Φιλανθρωπία φιλία Φίλιπ Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι/Fyodor Dostoevsky Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φρ. Έμπερτ/Fr. Ebert Φρ. Καραντέκ/F. Caradec Φρ. Φουρκέ/Fr. Fourquet Φρ. Χάγιεκ/Fr. Hayek Φρανκ Ζάπα/Frank Zappa Φράνσις Μπέικον/Francis Bacon Φρανσουά Λυοτάρ/François Lyotard Φρανσουά Σιμιάν/François Simiand Φραντς Κάφκα/Frantz Kafka Φρέντερικ Τέιλορ/Frederick Taylor Φρεντερικ Τζεϊμσον/Frederick Jameson Φρίντριχ Ένγκελς/Friedrich Engels Φρίντριχ Νίτσε/Friedrich Nietsche Φριτς Λάιστ/Fritz Leist φρμκ Φύση Φώτης Τερζάκης Χ. Τζ. Θορώ/H.J. Thoreau Χ.Λ. Μπόρχες/J.L. Borges Χ.Μ Ενζενσμπέργκερ χαρά Χάρι Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Χέγκελ/Hegel Χειρτ Μακ/Geert Mak Χέρμαν Μέλβιλ/Herman Melville Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse Χίλαρι Κλίντον χιούμορ χίπστερ Χιροσίμα Χλόη Κολλύρη Χομπς/Hobbes χοντρό δούλεμα Χουάν Βίβες/Juan Vives χρεοκοπία χρήμα Χρήμα και Μαγεία Χρήστος Βακαλόπουλος χριστιανισμός χρόνια πολλά χρόνος ψέμματα ψυχή Ψυχρή Ιδεολογία ωφελιμισμός auld lang syne beton7 Bob Dylan Bob Marley Bodies Christopher Cinemarian CoBrA D-503 dangerfew David Bowie DOCUMENTA Einsatzgruppe D European Media Art Festival F. C. Stanley Frank Zappa gosplan Grafton Happyfew Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Il Consigliere Internationale Lettriste/Λεττριστική Διεθνής Internationale Situationniste/Καταστασιακή Διεθνής intothepill izi Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer Johnny Cash Keith Moon Keith Richards La Commune Les Levres Nues Les Lèvres Nues Malaguena Melanie Pain memento mori mofferism/μοφερισμός Necrology Nosotros RadioBubble remap 2 Renty Roberto Juarroz RSA Salon De Vortex sexbox Sunrise Tales from the Crypt The Adicts The Beatles The Crass The Great Society The Gun Club The Juniors The Meteors The Morlocks The Please The Rolling Stones The Ruts The Sonic Youth The Stooges The Stranglers The Three Johns The UK Subs The War TwixtLab Vince Taylor Wall Street Journal WIRED wobblies Zabriskie Point Zoviets